Σύλλογος Εργαζομένων ΡΑΕ: Το νομοσχέδιο του ΥΠΕΝ δεν επιλύει το πρόβλημα υποστελέχωσης - Δεν νοείται περαιτέρω αποψίλωση του προσωπικού
Ο Σύλλογος Εργαζομένων στη ΡΑΕ επικρίνει το νομοσχέδιο του ΥΠΕΝ που προβλέπει αλλαγές στη δομή και λειτουργία της Αρχής, τονίζοντας ότι το πρόβλημα υποστελέχωσης θα παραμείνει και με το νέο καθεστώς, αφού δεν υπάρχουν προβλέψεις για επίλυσή του.
Παράλληλα, ο σύλλογος θέτει το ζήτημα της αμοιβής των στελεχών της Αρχής.
Ακολουθεί ολόκληρη η τοποθέτηση του συλλόγου:
Υποστελέχωση και Υποαμοιβή της ΑΡΧΗΣ
Με απογοήτευση και δυσαρέσκεια διαπιστώνουμε ότι το τελικό σχέδιο νόμου -παρά την παρέμβασή μας με επιστολή στις 26/1/2023 στο ΥΠΕΝ- δεν προνοεί για την επαρκή στελέχωση της Αρχής ώστε να ασκηθούν επαρκώς και αποτελεσματικά, αφενός οι εκτεταμένες αρμοδιότητες στον τομέα της ενέργειας, και αφετέρου οι πρόσθετες αρμοδιότητες που αφορούν στα ύδατα και απόβλητα. Οι εν λόγω αρμοδιότητες αναμένεται πως θα ασκηθούν από την ήδη δραματικά υποστελεχωμένη Γραμματεία της ΡΑΕ, τα στελέχη της οποίας κατά κύριο λόγο προσλήφθηκαν βάσει της εξειδίκευσης τους σε ζητήματα ενέργειας;;
Η ΡΑΕ και ο Σύλλογος Εργαζομένων της, σε συνεχή βάση και επί σειρά ετών, υπογραμμίζουν τη συρρίκνωση του προσωπικού της, η οποία είναι αντιστρόφως ανάλογη των (ενεργειακών) καθηκόντων, με τα οποία έχει επιφορτισθεί. Πράγματι, το μέγεθος του στελεχιακού δυναμικού της ΡΑΕ την κατατάσσει στις έσχατες θέσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Σχετικώς, επισημαίνεται ότι ο Ρυθμιστής λειτουργεί με συνολικό μόνιμο ενεργό προσωπικό 45 ατόμων, εκ των οποίων οι Ειδικοί Επιστήμονες είναι 21, οι Έμμισθοι Δικηγόροι 6 και το Διοικητικό Προσωπικό 18, ενώ το απαιτούμενο προσωπικό όλων των κατηγοριών ανέρχεται σε 211 άτομα, σύμφωνα με τον Οργανισμό της Αρχής (ΦΕΚ Β΄ 57/12.01.2023). Η παρούσα κατάσταση αντιστρατεύεται τη ρητή πρόβλεψη του άρθρου 57 της Οδηγίας 2019/944, για την επάρκεια κατάλληλων ανθρώπινων πόρων «5. Για να προστατεύσουν την ανεξαρτησία της ρυθμιστικής αρχής, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ιδίως ότι: […] β) η ρυθμιστική αρχή διαθέτει όλους τους ανθρώπινους και οικονομικούς πόρους που χρειάζεται για να εκτελεί τα καθήκοντα και να ασκεί τις εξουσίες της κατά τρόπο αποτελεσματικό και αποδοτικό».
Ως εκ τούτου, κατ’ ελάχιστον θα πρέπει να διασφαλισθεί ότι όλοι οι υφιστάμενοι εργαζόμενοι της ΡΑΕ, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας και αν αυτοί απασχολούνται (ΙΔΑΧ, Έμμισθοι Δικηγόροι, ΙΔΟΧ, Μετακλητοί), θα συνεχίσουν να απασχολούνται με το αντικείμενο της ενέργειας. Ομοίως, με το αντικείμενο της ενέργειας θα πρέπει να απασχοληθεί το μόνιμο προσωπικό, του οποίου η ΡΑΕ αναμένει την εκκίνηση διαδικασιών πρόσληψης ήδη από το 2018 (βάσει της απόφασης ΔΙΠΑΑΔ/Φ.ΕΓΚΡ./187/16085/21.6.2018 της εξ Υπουργών Επιτροπής της ΠΥΣ 33/2006). Ιδίως υπό τις παρούσες συνθήκες της ενεργειακής κρίσης, δεν νοείται περαιτέρω αποψίλωση του προσωπικού του Ρυθμιστή της Ενέργειας, πλην ενδεχομένως περιπτώσεων εργαζομένων που επιθυμούν να απασχοληθούν στην εποπτεία και τη ρύθμιση των υδάτων ή / και των αποβλήτων.
Τονίζουμε τα πάγια αιτήματά μας για
1) την ενδυνάμωση της ΡΑΕ μέσω της άμεσης εκκίνησης των διαδικασιών πρόσληψης του μόνιμου προσωπικού και
2) τη διασφάλιση της κατάλληλης αμοιβής του, σε αντιστοιχία με τα προσόντα του, την εμπειρογνωσία του και τις ιδιαίτερες απαιτήσεις που συνεπάγεται το πολυσύνθετο αντικείμενο του Ρυθμιστή της Ενέργειας. Επισημαίνουμε ότι λόγω της υποαμοιβής των στελεχών της ΡΑΕ, σε σύγκριση με αυτές των εποπτευόμενων από την Αρχή φορέων και επιχειρήσεων, το προσωπικό της συρρικνώνεται συνεχώς. Επομένως είναι ανάγκη να επιτευχθεί ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ πλαίσιο αμοιβών που να καθιστά ελκυστική την εργασία στη ΡΑΕ και να ανταποκρίνεται στα υψηλά προσόντα, την ενασχόληση με ένα ιδιαιτέρως πολύπλοκο και απαιτητικό αντικείμενο, την έντονη υπερωριακή απασχόληση και την αφοσίωση την οποία επιδεικνύουν τα στελέχη της Αρχής κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους ώστε να προστατεύεται και το δημόσιο συμφέρον.
ΑΡΘΡΟ 6 ΜΕΤΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΣΕ ΡΥΘΜΙΣΤΙΚΗ ΑΡΧΗ ΑΠΟΒΛΗΤΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΥΔΑΤΩΝ
Αδυνατούμε να αντιληφθούμε την επιλογή του νέου ονόματος της Αρχής. Η αλφαβητική σειρά δεν συνιστά δόκιμο κριτήριο, δεδομένου ότι η ΡΑΕ δεν ιδρύεται ως Ανεξάρτητη Αρχή τώρα - το 2023 - αλλά υφίσταται από το 1999, διαθέτει προσωπικό, κτήριο και πόρους και ασκεί ουσιαστικές αρμοδιότητες. Οι νέες αρμοδιότητες στους τομείς αποβλήτων και υδάτων περιορίζονται κυρίως σε εποπτικές και γνωμοδοτικές αρμοδιότητες και συνεπώς το ανατιθέμενο έργο -επί του παρόντος- είναι σημαντικά υποδεέστερο σε σύγκριση με το έργο του Ρυθμιστή Ενέργειας. Δεδομένης λοιπόν της προφανούς ανισοβαρούς κατανομής καθηκόντων και απαιτήσεων μεταξύ των τριών κλάδων, η «Ενέργεια», με την προτεινόμενη ονομασία, αδικαιολόγητα τίθεται ως δεύτερος τροχός της νέας Αρχής, ενώ είναι και οφείλει να παραμείνει ο κινητήρας αυτής. Προτείνουμε λοιπόν κατ’ ελάχιστο να διατηρηθεί στην ονομασία πρώτα η Ενέργεια και να ακολουθούν οι υπόλοιποι κλάδοι (π.χ. Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας, Υδάτων και Αποβλήτων ή Αρχή Ρύθμισης Ενέργειας, Υδάτων και Αποβλήτων (Α.Ρ.ΕΝ.Υ.Α, ή Αρχή Ρύθμισης Ενέργειας, Νερών και Αποβλήτων Α.Ρ.Ε.Ν.Α). Επισημαίνουμε σχετικώς ότι σε όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου οι Ρυθμιστές Ενέργειας ασκούν και αρμοδιότητες επί των υδάτων ή και επί των αποβλήτων (όπως στην Ιταλία η ARERA), πάντα η «Ενέργεια» αποτελεί την προμετωπίδα.
ΑΡΘΡΟ 9
Για τον κλάδο της ενέργειας, θα πρέπει να προβλέπεται εξαίρεση από τη δυνατότητα οποιασδήποτε κρίσης επί ενεργειακών θεμάτων από Μέλη άλλα πλην αυτά της κλαδικής Ολομέλειας διότι, σε διαφορετική περίπτωση, υφίσταται ευθεία παραβίαση των υπέρτερης ισχύος διατάξεων των ενωσιακών οδηγιών. Αναλυτικότερα, το άρθρο 57 παρ. 4 της Οδηγίας 2019/944 επιβάλλει στα κράτη μέλη μία υποχρέωση αποτελέσματος, δηλαδή την υποχρέωση διασφάλισης της ανεξαρτησίας του Ρυθμιστή της Ενέργειας, η οποία συνέχεται άρρηκτα με τον τρόπο που ο Ρυθμιστής ασκεί τα καθήκοντά του: «4. Τα κράτη μέλη εγγυώνται την ανεξαρτησία της ρυθμιστικής αρχής και διασφαλίζουν ότι ασκεί τις εξουσίες της με αμεροληψία και διαφάνεια. Για τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, κατά την άσκηση των ρυθμιστικών καθηκόντων που τους ανατίθενται βάσει της παρούσας οδηγίας και της σχετικής νομοθεσίας, η ρυθμιστική αρχή: α) είναι νομικά διακριτή και λειτουργικά ανεξάρτητη από κάθε άλλη δημόσια ή ιδιωτική οντότητα, β) διασφαλίζει ότι το προσωπικό τους και όλα τα πρόσωπα που είναι επιφορτισμένα με τη διοίκησή της: i) ενεργούν ανεξάρτητα από οποιοδήποτε αγοραίο συμφέρον· και ii) δεν ζητούν ούτε λαμβάνουν απευθείας οδηγίες από οποιαδήποτε κυβέρνηση ή άλλη δημόσια ή ιδιωτική οντότητα κατά την άσκηση των ρυθμιστικών καθηκόντων. Με την απαίτηση αυτή δεν θίγεται η, κατά περίπτωση, στενή συνεργασία με άλλες συναφείς εθνικές αρχές ούτε οι γενικοί πολιτικοί προσανατολισμοί που εκδίδει η κυβέρνηση και οι οποίοι δεν συνδέονται με τα κατά το άρθρο 59 καθήκοντα και αρμοδιότητες της ρυθμιστικής αρχής.».
Επισημαίνουμε ότι σκόπιμα ο ενωσιακός νομοθέτης επιβάλλει την ανεξαρτησία του Ρυθμιστή Ενέργειας από κάθε οντότητα (“entity” στο ενωσιακό κείμενο), αντί άλλων όρων (π.χ. φορέας, όργανο, αρχή κλπ.), ακριβώς για να διευρύνει την έννοια και το περιεχόμενο της ανεξαρτησίας ώστε να καταλαμβάνονται και περιπτώσεις, όπως η περιγραφόμενη στο παρόν νομοσχέδιο της ενσωμάτωσης του Ρυθμιστή της Ενέργειας σε άλλη οντότητα.
Επιπλέον, η απαίτηση της εξέτασης των ενεργειακών ζητημάτων μόνο από πρόσωπα που έχουν αξιολογηθεί για την εμπειρογνωσία τους στον ενεργειακό κλάδο ορίζεται στην παρ. 5 του ίδιου άρθρου 57 της Οδηγίας 2019/944 ως εξής: «5. Για να προστατεύσουν την ανεξαρτησία της ρυθμιστικής αρχής, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ιδίως ότι: […] ε) τα μέλη του συμβουλίου της ρυθμιστικής αρχής ή, ελλείψει συμβουλίου, η ανώτερη διοίκηση της ρυθμιστικής αρχής, διορίζονται βάσει αντικειμενικών, διαφανών και δημοσιευμένων κριτηρίων με ανεξάρτητη και αμερόληπτη διαδικασία, η οποία διασφαλίζει ότι οι υποψήφιοι διαθέτουν τις απαραίτητες δεξιότητες και την εμπειρία για κάθε συναφή θέση στη ρυθμιστική αρχή». Συνεπώς, στην παράγραφο 1 του άρθρου 9, σε περίπτωση απουσίας του Αντιπροέδρου της κλαδικής Ολομέλειας για την ενέργεια, προτείνουμε η αντικατάσταση να γίνεται από μέλος της κλαδικής Ολομέλειας λόγω αντικειμένου/γνώσης/εξειδίκευσης και όχι από τον Πρόεδρο.
ΑΡΘΡΟ 10, 1α
Δεδομένου ότι στην περίπτωση 1(α) αναφέρεται ότι ο Πρόεδρος της Αρχής «Προΐσταται της Γραμματείας και όλων των υπηρεσιών της Ρ.Α.Α.Ε.Υ. και διευθύνει το έργο τους, πλην όσων οργανικών μονάδων συναρτώνται αποκλειστικώς και αντιστοιχούν κατά τον Οργανισμό στους επί μέρους θεματικούς κλάδους της Αρχής, οι οποίες υπάγονται στους οικείους Αντιπροέδρους», αντιλαμβανόμαστε ότι η βούληση του νομοθέτη είναι η σύσταση διακριτών θεματικών οργανικών μονάδων. Θεωρούμε ότι η ρύθμιση είναι ατελής και ασαφής και θα έπρεπε να προβλεφθεί στο νόμο ρητά η δυνατότητα σύστασης Γενικών Διευθύνσεων (τροποποίηση του αρθ.40 του ν.4001/2011), μία εκ των οποίων θα είναι η Γενική Διεύθυνση της Ενέργειας, η οποία θα στελεχωθεί από τους υφιστάμενους εργαζόμενους της ΡΑΕ (πλην όσων τυχόν αιτηθούν εξαιρετικώς τη μεταφορά τους σε άλλη Γενική Διεύθυνση). Επομένως, στη Γενική Διεύθυνση της Ενέργειας, θα πρέπει να τοποθετηθούν τόσο οι ΙΔΑΧ και οι Έμμισθοι Δικηγόροι, όσο και οι ΙΔΟΧ (των οποίων οι συμβάσεις να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου με κάλυψη οργανικών θέσεων), οι μετακλητοί υπάλληλοι αλλά και οι προσληπτέοι μόνιμοι υπάλληλοι βάσει του Οργανισμού της Αρχής (ΦΕΚ Β΄ 57/12.01.2023).
Σημειώνουμε ενδεικτικά ότι, στην Ιταλική ARERA, η οποία αποτελεί περίπτωση ευρωπαϊκής Αρχής που είναι επιφορτισμένη με τη ρύθμιση ενέργειας, υδάτων και αποβλήτων (και η οποία παρόλα αυτά αποκαλείται Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας, Δικτύων και Περιβάλλοντος) υφίστανται διακριτές γενικές διευθύνσεις για κάθε κλαδική αρμοδιότητα.
Άλλωστε η αναγκαιότητα διακριτών γενικών διευθύνσεων απορρέει και από το γεγονός της ύπαρξης τριών κλαδικών ολομελειών, στοιχείο που δυσχεραίνει υπέρμετρα -υπό όρους διοικητικής οικονομίας- τον προγραμματισμό των εργασιών, την προτεραιοποίηση των αναθέσεων και την εισήγηση της Γραμματείας. Επιπλέον, αν η δομή της Ολομέλειας δεν αντανακλάται στη δομή της Γραμματείας, περιπλέκονται τα ζητήματα της υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων.
ΑΡΘΡΟ 7&11
Ως γενικό σχόλιο, παρατηρούμε πως οι νέες αρμοδιότητες στους τομείς αποβλήτων και υδάτων περιορίζονται κυρίως σε εποπτικές και γνωμοδοτικές αρμοδιότητες και συνεπώς το ανατιθέμενο έργο -επί του παρόντος- είναι σημαντικά υποδεέστερο σε σύγκριση με το έργο του Ρυθμιστή Ενέργειας. Δεδομένης λοιπόν της προφανούς ανισοβαρούς κατανομής καθηκόντων και απαιτήσεων μεταξύ των τριών κλάδων, η αντιμετώπιση του Ρυθμιστή Ενέργειας στο νέο σχήμα, ως «ίσου» μέρους με τους Ρυθμιστές Υδάτων και Αποβλήτων, καταλήγει να υποβαθμίζει τον ρόλο της ΡΑΕ.
ΑΡΘΡΟ 20
Θα πρέπει να διασφαλιστεί ότι οι θεσπιζόμενοι νέοι πόροι υδάτων και αποβλήτων θα καλύπτουν επαρκώς το κόστος λειτουργίας του κάθε κλάδου στην ανάπτυξη των αρμοδιοτήτων του και τον επιμερισμό των γενικών εξόδων της Αρχής. Σε κάθε περίπτωση, η αξιοποίηση των πόρων του Ρυθμιστή της Ενέργειας υπέρ άλλων σκοπών (ύδατα – απόβλητα) πλην αυτών της ενέργειας, κατά πρώτον, καταλύει την αρχή της ανταποδοτικότητας των τελών του Ρυθμιστή της Ενέργειας, η οποία αποτελεί γενικώς παραδεκτή αρχή που ισχύει από το 1999 (βλ. και ρητή αναφορά του άρθρου 38 του ν. 4001/2011). Περαιτέρω, η διοχέτευση των πόρων του Ρυθμιστή Ενέργειας στους άλλους κλάδους παραβιάζει το ενωσιακό δίκαιο, δεδομένου ότι το άρθρο 57 παρ. 5 της Οδηγίας σαφώς και ανεπιφύλακτα ορίζει «5. Για να προστατεύσουν την ανεξαρτησία της ρυθμιστικής αρχής, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ιδίως ότι: […] γ) η ρυθμιστική αρχή διαθέτει χωριστές ετήσιες πιστώσεις του προϋπολογισμού με αυτονομία κατά την εκτέλεση του διατεθέντος προϋπολογισμού».
Συνεπώς, καθίσταται αναγκαίο να προβλέπεται, αφενός ότι οι ενεργειακοί πόροι διοχετεύονται στον ενεργειακό κλάδο και αφετέρου ότι ο κλάδος της ενέργειας διαθέτει αυτοτελή προϋπολογισμό, τον οποίο διαχειρίζεται με πλήρη αυτονομία.
ΑΡΘΡΟ 21
Το άρθρο 21 του σχεδίου νόμου φαίνεται να υποστηρίζει ότι η «Ενίσχυση (!!) της Γραμματείας της Ρυθμιστικής Αρχής Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων» θα επιτευχθεί με πρόσθετο δυναμικό 3+3 μετακλητών υπαλλήλων δεδομένου ότι πουθενά δεν γίνεται άλλη αναφορά για την διασφάλιση επαρκούς στελέχωσης ώστε να ασκηθούν οι πρόσθετες αρμοδιότητες που αφορούν στα ύδατα και απόβλητα. Η παράλειψη αυτή οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι εν λόγω αρμοδιότητες θα ασκηθούν από την ήδη δραματικά υποστελεχωμένη Γραμματεία της ΡΑΕ, τα στελέχη της οποίας κατά κύριο λόγο προσλήφθηκαν βάσει της εξειδίκευσης τους σε ζητήματα ενέργειας.
Η ΡΑΕ και ο Σύλλογος Εργαζομένων της, σε συνεχή βάση και επί σειρά ετών, υπογραμμίζουν τη συρρίκνωση του προσωπικού της, η οποία είναι αντιστρόφως ανάλογη των (ενεργειακών) καθηκόντων, με τα οποία έχει επιφορτισθεί. Πράγματι, το μέγεθος του στελεχιακού δυναμικού της ΡΑΕ την κατατάσσει στις έσχατες θέσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Σχετικώς, επισημαίνεται ότι ο Ρυθμιστής λειτουργεί με συνολικό μόνιμο ενεργό προσωπικό 45 ατόμων, εκ των οποίων οι Ειδικοί Επιστήμονες είναι 21, οι Έμμισθοι Δικηγόροι 6 και το Διοικητικό Προσωπικό 18, ενώ το απαιτούμενο προσωπικό όλων των κατηγοριών ανέρχεται σε 211 άτομα, σύμφωνα με τον Οργανισμό της Αρχής (ΦΕΚ Β΄ 57/12.01.2023). Η παρούσα κατάσταση αντιστρατεύεται τη ρητή πρόβλεψη του άρθρου 57 της Οδηγίας 2019/944, για την επάρκεια κατάλληλων ανθρώπινων πόρων «5. Για να προστατεύσουν την ανεξαρτησία της ρυθμιστικής αρχής, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ιδίως ότι: […] β) η ρυθμιστική αρχή διαθέτει όλους τους ανθρώπινους και οικονομικούς πόρους που χρειάζεται για να εκτελεί τα καθήκοντα και να ασκεί τις εξουσίες της κατά τρόπο αποτελεσματικό και αποδοτικό».
Ως εκ τούτου, κατ’ ελάχιστον θα πρέπει να διασφαλισθεί ότι όλοι οι υφιστάμενοι εργαζόμενοι της ΡΑΕ, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας και αν αυτοί απασχολούνται (ΙΔΑΧ, Έμμισθοι Δικηγόροι, ΙΔΟΧ, Μετακλητοί), θα συνεχίσουν να απασχολούνται με το αντικείμενο της ενέργειας. Ομοίως, με το αντικείμενο της ενέργειας θα πρέπει να απασχοληθεί το μόνιμο προσωπικό, του οποίου η ΡΑΕ αναμένει την εκκίνηση διαδικασιών πρόσληψης ήδη από το 2018 (βάσει της απόφασης ΔΙΠΑΑΔ/Φ.ΕΓΚΡ./187/16085/21.6.2018 της εξ Υπουργών Επιτροπής της ΠΥΣ 33/2006). Ιδίως υπό τις παρούσες συνθήκες της ενεργειακής κρίσης, δεν νοείται περαιτέρω αποψίλωση του προσωπικού του Ρυθμιστή της Ενέργειας, πλην ενδεχομένως περιπτώσεων εργαζομένων που επιθυμούν να απασχοληθούν στην εποπτεία και τη ρύθμιση των υδάτων ή / και των αποβλήτων.
Καθότι δεν παραγνωρίζουμε τον σκοπό του νομοθέτη να ασκηθούν άμεσα οι εποπτικές αρμοδιότητες επί υδάτων και αποβλήτων, θα πρέπει να προβλεφθούν πρόσθετες θέσεις εργασίας και κατεπειγόντως να δρομολογηθούν προσλήψεις /μετατάξεις τακτικού προσωπικού επιπρόσθετα κατά παρέκκλιση κάθε άλλης γενικής ή ειδικής διάταξης.
ΑΡΘΡΟ 23
Αναφορικά με την παράγραφο 5 του άρθρου 23 «Μεταβατικές Διατάξεις», σημειώνουμε ότι η κρίση περί επαρκούς ή μη στελέχωσης, μέσω έκδοσης διαπιστωτικής απόφασης, οφείλει να είναι κρίση της Αρχής. Ουδόλως συμβιβάζεται με την έννοια της ανεξαρτησίας το να αποφαίνεται ένα τρίτο όργανο, όπως ο Υπουργός.
Αναφορικά με την παράγραφο 6 του άρθρου 23 «Μεταβατικές Διατάξεις», θα πρέπει να αποτυπωθούν επακριβώς οι εκκρεμείς συναλλαγές, διοικητικές και δικαστικές υποθέσεις του Ελληνικού Δημοσίου τις οποίες αναλαμβάνει η διευρυμένη Αρχή ως διάδοχος του Ελληνικού Δημοσίου, δεδομένου ότι αναμένεται να έχουν σημαντική επίπτωση στους απαιτούμενους πόρους της.