Πλαφόν στο ρωσικό πετρέλαιο: Πολύς θόρυβος για το τίποτα
Ο προσδιορισμός οριακής τιμής στο ρωσικό πετρέλαιο είναι δύσκολο να επιτευχθεί. Οι υπουργοί ενέργειας των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν κατέληξαν σε συγκεκριμένη τιμή. Η Κομισιόν πρότεινε η τιμή να είναι 65 δολάρια/βαρέλι, ενώ οι 15 από τις 27 χώρες υποστηρίζουν μια τιμή μεταξύ 65-70. Κάθε επόμενη ανακοίνωση, από τις ΗΠΑ, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τους G7, ανεβάζει κι άλλο το ταβάνι του πλαφόν για τους ρωσικούς υδρογονάνθρακες. Μια τιμή από αυτές που ακούστηκαν στη σύνοδο των υπουργών ενέργειας δε θα αλλάξει το διεθνές ενεργειακό τοπίο προς το καλύτερο. Επομένως ο θόρυβος που προκλήθηκε μπορεί να χειροτερεύσει την κατάσταση. Η Ρωσία εξάγει πάνω-κάτω σε αυτές τις τιμές, ανεξάρτητα από το πλαφόν. Απειλεί όμως, ότι αν επιβληθεί πλαφόν μόνο στο δικό της πετρέλαιο θα αντιδράσει και το επόμενο διάστημα θα μειώσει την εξόρυξη κατά 0,5-1,2 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, ακόμη και αν αυξηθούν οι εξαγωγές της στην Ασία. Μια επιπλέον μείωση της προσφοράς θα εκτοξεύσει τις τιμές πετρελαίου διεθνώς.
Η πρωτοβουλία για εμπάργκο και πλαφόν στα ρωσικά καύσιμα ανήκει στις ΗΠΑ. Στη συνέχεια συντάχθηκαν η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι G7. Ακόμη όμως δεν έχει προσδιοριστεί το πλαφόν από το φόβο ότι θα εκτοξευτούν οι διεθνείς τιμές, και επειδή υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις μεταξύ των δυτικών χωρών.
Το αμερικανικό υπουργείο οικονομικών, με την τιμή 60 δολάρια/βαρέλι, προσπαθεί από τη μια πλευρά να τιμωρηθεί η Ρωσία, ενώ από την άλλη δεν επιθυμεί τη μείωση των εξορύξεων διεθνώς. Η τιμή αυτή φαίνεται, ότι ικανοποιεί τη Ρωσία, ενώ ακόμη καλύτερη είναι η τιμή 65-70 δολάρια/βαρέλι. Η αμερικανική πλευρά στη συνέχεια διέρρευσε, ότι η τιμή των 60 δολαρίων/βαρέλι είναι «καθαρή» και δεν περιλαμβάνει τις μεταφορές, τα ναύλα, τους τελωνειακούς δασμούς και την ασφάλιση των φορτίων, που θα προσδιορίζονται με εμπορικά κριτήρια.
Ενώ δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί το πλαφόν, ήδη γίνονται εξαιρέσεις για μια σειρά χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την Ιαπωνία. Χαλαρώνουν οι κυρώσεις για τη Βουλγαρία και την Κροατία. Μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 2023 η Ιαπωνία θα μπορεί να αγοράζει πετρέλαιο από τον αγωγό «Σαχαλίν-2», χωρίς να υπάγεται στις αντιρωσικές κυρώσεις. Επίσης θα επιτρέπεται η εκφόρτωση τάνκερ σε δυτικά λιμάνια, σε έκτακτες περιπτώσεις και αν συντρέχουν περιβαλλοντικά θέματα.
Το εμπάργκο στις θαλάσσιες μεταφορές και το πλαφόν στις τιμές του ρωσικού πετρελαίου θα ισχύσουν για τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από τις 5 Δεκεμβρίου. Αν το ταβάνι της τιμής του πλαφόν είναι 65-70 δολάρια, η Ρωσία θα συνεχίσει να εξάγει στις τιμές που πωλούσε μέχρι τώρα. Οι ΗΠΑ δεν επιθυμούν την αύξηση των εξαγωγών του ρωσικού πετρελαίου στην Κίνα και την Ινδία, γιατί η Νοτιοανατολική Ασία θα αποκτήσει συγκριτικό πλεονέκτημα στο διεθνή ανταγωνισμό. Αν η Ρωσία δεν εξάγει πετρέλαιο σε χώρες που της έχουν επιβάλει εμπάργκο, οι ρωσικές εξαγωγές μπορεί να μειωθούν , σύμφωνα με το Κέντρο Ανάπτυξης της Ενέργειας της Ρωσίας, κατά 1 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, από το Δεκέμβριο 2022 μέχρι τα τέλη Ιανουαρίου 2023. Οι συνολικές εξαγωγές ρωσικού πετρελαίου, υπολογίζεται από τον ΟΠΕΚ ότι είναι 7 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως.
Οι προτάσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση
Για άλλη μια φορά οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης δε μπορούν να καταλήξουν σε ενιαία τιμή στο πλαφόν του ρωσικού πετρελαίου. Η Πολωνία προτείνει 30 δολάρια/βαρέλι, συμπαρασύροντας τις χώρες της Βαλτικής (Εσθονία, Λεττονία, Λιθουανία). Οι περισσότερες χώρες συμφώνησαν η τιμή να είναι 65-70 δολάρια/βαρέλι, ενώ η Ελλάδα, η Κύπρος και η Μάλτα πρότειναν 70 δολάρια/βαρέλι.
Οι διαφωνίες στις Βρυξέλλες αποτελούν χριστουγεννιάτικο δώρο για τη Ρωσία. Το ρωσικό ρούβλι ενισχύεται απέναντι στο αμερικανικό δολάριο και το κινεζικό γουάν.
Οι αντικρουόμενες απόψεις στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης αντανακλούν τα διαφορετικά συμφέροντα των ευρωπαϊκών χωρών. Μια χαμηλή τιμή θα μπορούσε να οδηγήσει τη Ρωσία σε μεγάλη μείωση των εξορύξεων με αποτέλεσμα τη μεγάλη αύξηση των τιμών διεθνώς. Μια τέτοια εξέλιξη δε συμφέρει ούτε τις ΗΠΑ, ούτε την Ευρωπαϊκή Ένωση, ούτε την Κίνα, ούτε την Ινδία. Οι ευρωπαϊκές χώρες πλέον θα αγοράζουν μικρότερες ποσότητες ρωσικού αερίου, αλλά θα αυξηθούν οι τιμές του πετρελαίου από τις άλλες χώρες, λόγω μείωσης της προσφοράς.
Η Πολωνία πρότεινε τη χαμηλή τιμή των 30 δολαρίων εκ του ασφαλούς, αφού το εμπάργκο και το πλαφόν θα αφορούν στο ρωσικό πετρέλαιο με θαλάσσιες μεταφορές. Η Πολωνία αγοράζει ρωσικό πετρέλαιο από το χερσαίο αγωγό “Druzhba” που δεν υπάγεται στο εμπάργκο.
Οι ΗΠΑ άρχισαν την καμπάνια για εμπάργκο και οριακή τιμή στο ρωσικό πετρέλαιο. Στη συνέχεια όμως αναδιπλώθηκαν και πρότειναν την τιμή των 60 δολαρίων/βαρέλι, επειδή οι εξελίξεις αυτές μπορεί να οδηγήσουν σε αύξηση της τιμής του Brent και την περαιτέρω κλιμάκωση του πληθωρισμού στο εσωτερικό που έχει φθάσει σε επίπεδα ρεκόρ.
Χώρες, όπως η Ελλάδα, η Κύπρος και η Μάλτα υποστήριξαν την επιβολή πλαφόν στο υψηλότερο σημείο των 70 δολαρίων/βαρέλι επειδή πιέστηκαν από τους εφοπλιστές που μεταφέρουν με τα πετρελαιοφόρα το ρωσικό πετρέλαιο.
Μετά τις 5 Δεκεμβρίου καμιά από τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης δε θα μπορεί να εισάγει μεγαλύτερες ποσότητες ρωσικού πετρελαίου, ανεξάρτητα αν η τιμή είναι υψηλή ή χαμηλή. Η κατάσταση είναι αρκετά ρευστή, γι’ αυτό είναι δύσκολο να ληφθεί απόφαση που θα ικανοποιεί όλες τις χώρες. Αναζητούνται εξαιρέσεις για διάφορες χώρες. Η Ουγγαρία, για παράδειγμα, αν και διαφωνεί με την επιβολή οποιασδήποτε οριακής τιμής στο ρωσικό πετρέλαιο ,θα μπορούσε να συμφωνήσει αν εξαιρεθεί από το θαλάσσιο εμπάργκο και της δοθεί η δυνατότητα να το εισάγει από την Κροατία. Εκφράζονται επίσης φόβοι, ότι αν συνεχιστεί ο πόλεμος , μπορεί να υπάρξουν προβλήματα στο χερσαίο αγωγό “Druzhba” που διέρχεται από την Ουκρανία.
Επιχειρείται ένας συμβιβασμός. Οι περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης συμφωνούν με την επιβολή πλαφόν στο ρωσικό πετρέλαιο γύρο στα 65-70 δολάρια/βαρέλι, γιατί υπάρχουν ενδείξεις ότι η ενεργειακή κρίση θα οξυνθεί περαιτέρω. Σ’ αυτό το υψηλό ταβάνι, από τη μια πλευρά θα φαίνεται ότι οι Βρυξέλλες ασκούν πίεση στη Ρωσία επιβάλλοντας νέες κυρώσεις και από την άλλη δε θα μειωθούν αρκετά οι ρωσικές εξορύξεις με αποτέλεσμα τη μεγάλη αύξηση των τιμών που θα οδηγούσε την ευρωπαϊκή οικονομία σε ακόμη μεγαλύτερη ύφεση.
* O κ. Μιχάλης Ρένεσης είναι Οικονομολόγος, πρώην Πρόεδρος της ΛΑΡΚΟ