Τι είναι εν τέλει ο ΕΛΑΠΕ; Ενεργειακός λογαριασμός πληρωμών των παραγωγών ΑΠΕ ή λογαριασμός κοινωνικής πολιτικής;
Με αφορμή σειρά εξελίξεων που λαμβάνουν χώρα το τελευταίο χρονικό διάστημα, ένα μάλλον εύλογο κομβικό ερώτημα αναφύεται στην εγχώρια ενεργειακή επικαιρότητα. Πρόκειται για μία, ενδεχομένως, ρητορική διερώτηση με ιδιαίτερο επιστημονικό αλλά και πρακτικό ενδιαφέρον, η οποία εμπεριέχεται στο ερώτημα-τίτλο του παρόντος σύντομου σχολίου: Τί είναι εν τέλει ο ΕΛΑΠΕ και σε τί τείνει να εξελιχθεί στη βάση προσεγγίσεων που ο νομοθέτης διαχρονικά, και με επίταση το τελευταίο διάστημα, υιοθετεί; Είναι ένας λογαριασμός για τις πληρωμές των παραγωγών ΑΠΕ, ο οποίος έχει σαφή (ως προς τη μεθοδολογία υπολογισμού τους) και σταθερά προσδιοριζόμενα έσοδα και εκροές, υποκείμενος αποκλειστικά στη συστημική ιδιοσυστασία της ενεργειακής αγοράς, των ενδογενών μηχανισμών και συχνά κυκλικών εναλλαγών της; Ή αντιθέτως προσεγγίζεται ως ένας γενικός λογαριασμός προς κάλυψη ποικίλων κοινωφελών αποστολών, ο οποίος, όταν μεν είναι πλεονασματικός, χρησιμοποιείται ως κουμπαράς προς χρηματοδότηση αγαθοεργιών και λοιπών κοινωφελών δράσεων, κατά περίπτωση όλως θεμιτών ή και απαραίτητων αλλά ουδεμία σχέση εχουσών με την πληρωμή των παραγωγών ΑΠΕ, όταν δε είναι ελλειμματικός, η ελλειμματικότητά του αξιοποιείται ως «νομιμοποίηση» δικαιοκρατικά έκθετων αναδρομικών επεμβάσεων, ως έλαβε χώρα εκ νέου πρόσφατα με το αρ. 157 § 1 του Ν. 4759/2020, δυνάμει του οποίου επεβλήθη η (νέα) αναδρομική εισφορά του 6%;
Πιο συγκεκριμένα, η δημόσια συζήτηση αλλά και πρόσφατες παρεμβάσεις του νομοθέτη (δεν ξέρω αν πρέπει όλες να «καταλογισθούν» στην κυριαρχική πολιτική βούληση του έχοντος τη σχετική νομοθετική πρωτοβουλία, ΥΠΕΝ, ή αν παρεισφρέουν στην όλη λογική και συναρμόδια υπουργεία) οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο ΕΛΑΠΕ και η χρηματοοικονομική του ισορροπία προσεγγίζονται μάλλον στη βάση βραχυπρόθεσμων πολιτικών θεωρήσεων και στη λογική του «βλέποντας και κάνοντας», πάντα ενδεχομένως με ανοικτή τη θύρα, επί τυχόν περίπτωσης περιστασιακής ελλειμματικότητάς του, να καταφύγει ο νομοθέτης εκ νέου σε πρόσθετες αναδρομικές περικοπές του εισοδήματος των παραγωγών «προς αποκατάσταση της χρηματοοικονομικής ισορροπίας του λογαριασμού και προς άρση του ελλείμματός του». Αν λ.χ. οι τιμές χονδρεμπορικής είναι συγκυριακά υψηλές και οι λοιπές εισροές του λογαριασμού είναι επίσης υψηλές, ο ΕΛΑΠΕ καθίσταται πλεονασματικός. Η πλεονασματικότητά του όμως, όπως ευκρινώς παρατηρούμε, δεν οδηγεί λ.χ. στη δημιουργία επιπλέον αποθεμάτων ασφαλείας για τυχόν επερχόμενη αρνητική αλλαγή των οικονομικών δεδομένων της ενεργειακής αγοράς στο άμεσο μέλλον, αλλά, αντίθετα, σε νομοθετικές παρεμβάσεις για περιστολή των πηγών εσόδων του ή, εσχάτως, και στη νομοθετική δρομολόγηση δυνατοτήτων διοχέτευσης πόρων του προς ευκαιριακή αξιοποίηση για την κάλυψη αλλότριων ετερογενών στοχεύσεων. Ας μου επιτραπεί το σχόλιο ότι αυτές οι προσεγγίσεις όχι μόνο δεν είναι ρυθμιστικά ώριμες και εύστοχες αλλά θέτουν τις βάσεις για τη διαιώνιση μιας θολής κουλτούρας δικαιοκρατικά έκθετων συνεχών αλλαγών των κανόνων του παιχνιδιού και υπονόμευσης της επενδυτικής ασφάλειας στην εγχώρια ενεργειακή αγορά.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα συνιστούν εδώ οι πρόσφατες νομοθετικές ρυθμίσεις (βλ. άρθρο 77 του Ν. 4843/2021), που αφορούν την κατανομή των εσόδων από πλειστηριασμούς δικαιωμάτων εκπομπών αερίων θερμοκηπίου για τα έτη 2021 έως 2030, το οποίο τροποποίησε την υποπερ. (α) της περ. Α.2.1 της παρ. Α.2. του άρθρου 25 του Ν. 3468/2006, απαλείφοντας το ελάχιστο ποσοστό των εσόδων που αποτελούσε πόρο του ΕΛΑΠΕ. Περαιτέρω με τα άρθρα 60 και 61, παρ. 2 του έτερου Ν. 4839/2021 καθορίσθηκε ότι με ένα ποσοστό των εσόδων από τις δημοπρασίες ρύπων, ο κρατικός προϋπολογισμός και ο ίδιος ο ΕΛΑΠΕ δύναται να χρηματοδοτούν το Ταμείο Ενεργειακής Μετάβασης που δημιουργήθηκε για τη συγκρότηση κοινωφελών δράσεων λ.χ. μείωσης του ενεργειακού κόστος των καταναλωτών. Όλες τούτες οι στοχεύσεις μπορεί να είναι δόκιμες, εν προκειμένω εντούτοις δημιουργείται μείζων αβεβαιότητα για το τί επιπτώσεις θα έχουν όλα αυτά στη λογιστική ισορροπία του Ειδικού αυτού Λογαριασμού. Επιπλέον, οι κινήσεις αυτές συνηγορούν μάλλον υπέρ του ότι το υπάρχον κανονιστικό πλαίσιο που ρυθμίζει το καθεστώς του ΕΛΑΠΕ δεν παραπέμπει σε λογαριασμό της ενεργειακής αγοράς αλλά κατ΄ουσίαν σε γενικό ταμείο, μέσω πόρων του οποίου η εκάστοτε κυβέρνηση θα αντλεί ρευστότητα για την άσκηση κοινωνικής ή αναπτυξιακής πολιτικής.
Τα παραπάνω ενδεχομένως δεν θα ενοχλούσαν τόσο, αν κανείς δεν είχε υπόψη του (σε αντίθεση με τον γράφοντα) τις οιμωγές και τους μελοδραματικούς τόνους με τους οποίους το Δημόσιο και ο ΔΑΠΕΕΠ επικαλούνται παγίως τη χρηματοοικονομική «στενότητα» του ΕΛΑΠΕ και το «δημόσιο συμφέρον» που θα «υπονομευθεί» κάθε φορά που κάποιος παραγωγός ΑΠΕ είτε επιχειρεί να τύχει νομικής προστασίας έναντι νομοθετικών περικοπών του εισοδήματός του είτε να επικαλεσθεί τα ρητά συμβατικά και εκ του νόμου υφιστάμενα δικαιώματά του. Χαρακτηριστικές είναι εδώ οι περιπτώσεις δικαστικής διεκδίκησης εκ μέρους των παραγωγών ΑΠΕ των οφειλομένων προς αυτούς τόκων υπερημερίας. Οι δραματικοί τόνοι, που εμπεριέχονται στα δικόγραφα του Διαχειριστή, θα επέβαλαν, αν κάποιος επιθυμεί να είναι θεσμικώς συνεπής, άλλα αντανακλαστικά ρυθμιστικής και νομοθετικής επιμέλειας στα όσα εν προκειμένω επισημαίνουμε. Τούτων (των αντανακλαστικών) κατ΄ αποτέλεσμα ανεπαρκών ή και απόντων, συνάγεται πλέον το συμπέρασμα ότι οι συχνά αξιοζήλευτης θεατρικής περιωπής κυκλικώς επανερχόμενοι νομιμοποιητικοί ισχυρισμοί περί «ελλειμμάτων» του ΕΛΑΠΕ και των «κινδύνων κατάρρευσής του», επιλεκτικώς τυγχάνοντες επίκλησης μόνο όταν έκαστος ηλεκτροπαραγωγός ζητά την τήρηση της νομιμότητας και των συμβατικώς υπεσχημένων, έχουν απωλέσει την επιστημονική τους αξιοπιστία και εμβέλεια και καλό είναι εφεξής να αποφεύγονται.
*Ο Αντώνης Μεταξάς είναι Αν. Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Πρόεδρος Ελληνικού Ινστιτούτου Ενεργειακής Ρύθμισης