Η χρονιά - και επίσημα - της Ενεργειακής Μετάβασης
Το 2020 προδιαγράφεται ως ένα έτος καμπής για το ενεργειακό γίγνεσθαι της χώρας μας. Αυτή η εκτίμηση εδράζεται στο γεγονός πως για πρώτη φορά μετά από σχεδόν μία δεκαετία η κινητήριος δύναμη για τις αλλαγές που δρομολογούνται εντός συνόρων δεν θα είναι κάποια δέσμη εθνικών «μνημονιακών» υποχρεώσεων αλλά η διεθνής απαίτηση για συντονισμένη δράση κατά της Κλιματικής Αλλαγής. Με άλλα λόγια, ίσως είναι η πρώτη φορά που η εθνική ενεργειακή ατζέντα θα διαμορφωθεί με όρους «ανοιχτών οριζόντων προς τις διεθνείς τάσεις» αντί με όρους «εσωστρέφειας». Η Ελλάδα, λοιπόν, το 2020 εισέρχεται και επίσημα στην εποχή της «Ενεργειακής Μετάβασης», όπως καταδεικνύουν μία σειρά πρόσφατων εξελίξεων και αποφάσεων.
Αναμφίβολα, η απόφαση της Ελληνικής Κυβέρνησης για πλήρη απόσυρση των λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ έως το 2028 αποτελεί την επιτομή της εθνικής προσπάθειας για την επίτευξη της Ενεργειακής Μετάβασης, ίσως όχι τόσο για πρακτικούς όσο κυρίως για συμβολικούς λόγους. Άλλωστε, το φυσικό αέριο ήταν ήδη το κυρίαρχο καύσιμο στην ηλεκτροπαραγωγή στη χώρα μας, ευνοούμενο αρχικά από τις χαμηλές τιμές πετρελαίου και πιο πρόσφατα από τις άκρως ανταγωνιστικές τιμές LNG που φθάνουν στη Ρεβυθούσα. Όμως η θεσμική απόφαση θεμελίωσης αυτής της «πρωτοκαθεδρίας» του φυσικού αερίου στο εθνικό ενεργειακό μίγμα ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο στα ενεργειακά δρώμενα της χώρας και εγκαινιάζει – έστω και καθυστερημένα – μία νέα εποχή «εθνικής συνειδητοποίησης και αυτογνωσίας».
Η Ενεργειακή Μετάβαση οφείλει να συνάδει με την Ενεργειακή Ασφάλεια και γι᾽ αυτό απαιτεί την αξιοποίηση καυσίμων στο εθνικό ενεργειακό μίγμα. Και αυτό το καύσιμο θα είναι το φυσικό αέριο στην Ελλάδα όπως και σε ολόκληρη την Ευρώπη, τουλάχιστον έως το 2035.
Αυτό είναι που επιτρέπει παράλληλα στην Ελλάδα να γυρίσει σελίδα και να παραμερίσει συνειδητά έναν εθνικό φυσικό πόρο - το λιγνίτη- προκειμένου να τον αντικαταστήσει με άλλους εθνικούς φυσικούς πόρους που διαθέτει σε αφθονία: τον άνεμο, τον ήλιο, το νερό, τη γεωθερμία. Οι παράγοντες που της επιτρέπουν αυτή τη μετάβαση είναι η διεθνής πραγματικότητα που αφενός «τιμωρεί» τα ρυπογόνα καύσιμα με υψηλές τιμές δικαιωμάτων εκπομπών ρύπων, αφετέρου ανταμείβει τις ΑΠΕ με δραματική μείωση κόστους που προκύπτει από την τεχνολογική και εμπορική τους ωριμότητα.
Και είναι μάλιστα άκρως ενθαρρυντικό το γεγονός πως η Ελλάδα δημιουργεί ήδη το θεσμικό υπόβαθρο για τη σύγχρονη ανάπτυξη έργων ΑΠΕ με όρους «ελεύθερης αγοράς», το οποίο θεωρώ πως είναι σε θέση να προσελκύσει σημαντικό αριθμό άμεσων ξένων επενδύσεων.
Όμως εντός του 2020 δεν αναμένεται μόνο η εκκίνηση του μετασχηματισμού της ηλεκτροπαραγωγής στη χώρα μας. Όπως αποτυπώθηκε ξεκάθαρα κατά την παρουσίαση του Green Deal, η νέα Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι αποφασισμένη να δρομολογήσει άμεσα τη δραστική μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος του ενεργειακού μίγματος κάθε Κράτους-Μέλους. Σε αυτή την προσπάθεια, ο τομέας των μεταφορών κατέχει εξέχουσα θέση στην διακήρυξη της 11ης Δεκεμβρίου. Πιο συγκεκριμένα, εκφράζεται ρητά η πρόθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να επιτύχει τη δραστική μείωση του αποτυπώματος άνθρακα των χερσαίων μεταφορών έως το 2025, καθώς και να εντάξει τον τομέα της ναυτιλίας στο ευρωπαϊκό σύστημα εμπορίας ρύπων (ETS). Παράλληλα, τα 22 Μεσογειακά κράτη του «Συμφώνου της Βαρκελώνης» ενέκριναν το Δεκέμβριο τον Οδικό Χάρτη για το μετασχηματισμό της Μεσογείου σε Ζώνη Ελεγχόμενων Εκπομπών (Emissions Control Area), με έναρξη ισχύος ίσως ακόμη και πριν το 2024. Και όλα αυτά συμβαίνουν ως επιστέγασμα των επιταγών του Διεθνούς Οργανισμού Ναυτιλίας για καύσιμα χαμηλής περιεκτικότητας θείου από το Ιανουάριο του 2020.
Συνεπώς, διαμορφώνεται ένα διεθνές περιβάλλον που καθιστά ακόμη πιο επιτακτική την ανάληψη γενναίων και καινοτόμων δράσεων από πλευράς της Ελλάδας στον τομέα των μεταφορών. Όσον αφορά τις χερσαίες μεταφορές, η ηλεκτροκίνηση είναι μία από αυτές, ειδικότερα για τα οχήματα ιδιωτικής χρήσης. Όμως, κατά τη γνώμη μου, θα πρέπει να αντιμετωπίζεται περισσότερο ως ο «τελικός προορισμός» παρά ως η «γέφυρα μετάβασης» προς πιο «πράσινες» μεταφορές.
Ταυτόχρονα, η Ελλάδα θα πρέπει να ακολουθήσει την Ευρώπη στην αξιοποίηση των «εναλλακτικών καυσίμων», τόσο στις εμπορικές χερσαίες μεταφορές όσο και στη ναυτιλία. Τα εναλλακτικά καύσιμα σίγουρα διαφέρουν μεταξύ τους όσον αφορά το βαθμό τεχνολογικής και εμπορικής ωριμότητάς τους. Όμως ήδη ορισμένα εξ αυτών προσφέρουν τις πλέον ανταγωνιστικές και περιβαλλοντικά φιλικές λύσεις εντός του διεθνούς περιβάλλοντος που σήμερα διαμορφώνεται. Δεν αποτελούν σενάρια «επιστημονικής φαντασίας» αλλά απτές, μετρήσιμες και εφαρμόσιμες λύσεις. Η Ελληνική Κυβέρνηση πρέπει να τις ενεργοποιήσει και να τις προωθήσει. Το 2020 πρέπει να είναι η χρονιά που οι φιλόδοξοι στόχοι του Ε.Σ.Ε.Κ προς αυτή την κατεύθυνση θα μετουσιωθούν σε απτά σχέδια και κίνητρα για τους άμεσα ενδιαφερόμενους.
Η Ελλάδα ως ενεργειακή αγορά μετασχηματίζεται και ωριμάζει. Αυτό το συμπέρασμα δεν προκύπτει μονάχα από τη λογική επεξεργασία των δεδομένων. Προκύπτει παράλληλα και από το διαρκώς αυξανόμενο επενδυτικό ενδιαφέρον για την Ελλάδα που εισπράττουμε ως Greek Energy Forum από ενεργειακές εταιρείες του εξωτερικού. Η Ελλάδα δείχνει πλέον να σκέφτεται και να σχεδιάζει με «όρους μέλλοντος» και αυτό αυτομάτως ξαναβάζει τη χώρα μας στο διεθνή επενδυτικό χάρτη. Απομένουν οι σαφώς ορισμένες στρατηγικές και οι απτές δράσεις. Τις αναμένουμε εντός του 2020.
-----------------
Ο κ. Αλέξανδρος Λαγάκος είναι ιδρυτής και αντιπροέδρος του Greek Energy Forum