Εμπόδια και βάρη στο δρόμο της ενεργειακής μετάβασης

Εμπόδια και βάρη στο δρόμο της ενεργειακής μετάβασης

Εμπόδια και βάρη στο δρόμο της ενεργειακής μετάβασης

Η  έκδοση της Οδηγίας 92 το 1996 εκκίνησε τη διαδικασία απελευθέρωσης των ενεργειακών αγορών στην Ευρώπη. Ειδικές πρόνοιες για επενδύσεις που κατασκευάστηκαν υπό μονοπωλιακές συνθήκες, και, δυνητικά, δεν θα μπορούσαν να ανακτήσουν το κόστος τους σε συνθήκες ανταγωνισμού, ελήφθησαν. Γεννήθηκε στην Κοινοτική ορολογία η έννοια των stranded costs, στα ελληνικά λανθάνοντα κόστη, για τα οποία οι μονοπωλιακές επιχειρήσεις θα μπορούσαν να διεκδικήσουν αποζημιώσεις, στην περίπτωση που οι ανταγωνιστικές συνθήκες πράγματι δεν θα επέτρεπαν την ανάκτηση του κόστους τους.

Σήμερα, είκοσι και πλέον χρόνια μετά την πρώτη Οδηγία, το θέμα του λανθάνοντος κόστους επανέρχεται, όμως σε ένα διαφορετικό περιβάλλον και με διαφορετικό περιεχόμενο. Το ερώτημα που τίθεται είναι εάν και με ποιον τρόπο επενδύσεις, ρυθμίσεις και κανονισμοί, πολιτικές και πρακτικές που ακολουθήθηκαν καθ’ όλη την προηγούμενη περίοδο, συνεχίζουν να απορροφούν πόρους, καταναλώνουν διαθέσιμα κεφάλαια και απασχολούν υπηρεσίες προσφέροντας προϊόντα, τα οποία πλέον μπορούν να προσφερθούν είτε με πολύ μικρότερο κόστος είτε η ζήτησή τους έχει ελαχιστοποιηθεί λόγω τεχνολογικής εξέλιξης και νέων απαιτήσεων.

Και για ποιο λόγο επανέρχεται η συζήτηση αυτή; Επειδή ο ενεργειακός τομέας σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο διέρχεται περίοδο μετάβασης, υπό τις προϋποθέσεις που θέτει η Πολιτική για την Αντιμετώπιση της Κλιματικής Αλλαγής, προσβλέποντας στην επίτευξη των στόχων του 2050, και με συγκεκριμένα σχέδια και πολιτικές που πρέπει να εφαρμοστούν μέχρι το 2030, υπό τους όρους της Συμφωνίας του Παρισιού, στο δρόμο της «νέας εποχής» του ενεργειακού τομέα.

Στη μεταβατική αυτή περίοδο όλα τα Κράτη-Μέλη μέλη θα προσπαθήσουν να συγχρονιστούν με αποτελεσματικό τρόπο με τις Ευρωπαϊκές Πολιτικές, και, ειδικότερα, όσο αφορά τις ενεργειακές αγορές, να επιτύχουν τη σύζευξη των αγορών τους, με τον αποδοτικότερο τρόπο, «εισάγοντας» θετικές αξίες από τις υπόλοιπες χώρες και «εξάγοντας» αρνητικές αξίες, τα «βάρη» τους, σε αυτές. Επειδή το τελευταίο είναι προφανώς πολύ δύσκολο να συμβεί, στην πραγματικότητα όλες οι χώρες, για να παραμείνουν ανταγωνιστικές στο ενοποιημένο περιβάλλον, οφείλουν να διαχειριστούν τα «βάρη» του παρελθόντος, να απελευθερώσουν πόρους και δυνάμεις για την μετάβαση και να δουν το μέλλον με αισιοδοξία. Αυτό σημαίνει ότι τελικά «νικητής» θα είναι το Κράτος-Μέλος που θα καταφέρει να διαχειριστεί τα λανθάνοντα κόστη του με επιτυχία, ώστε να μπορεί να επιταχύνει την προσαρμογή στην "νέα εποχή" ευκολότερα από τους ανταγωνιστές του.

Η χώρα μας στο αγώνα αυτόν πρέπει να διαχειριστεί σημαντικά βάρη του παρελθόντος, που αποστερούν σημαντικούς πόρους για την επιτυχή μετάβαση σε αυτή τη «νέα εποχή». Μερικά από αυτά, που αφορούν την ηλεκτρική αγορά, θα αναφέρω παρακάτω.

Η ιστορική επιλογή στην χρήση του εγχωρίου λιγνίτη, δεν χρειάζεται κάποια ιδιαίτερη επιχειρηματολογία για την «επί της αρχής» ορθότητά της. Όμως το εύρος της χρήσης αυτής, και η μη διατήρηση ζωτικού χώρου και για άλλες τεχνολογίες, θέτει ερωτήματα ως προς την αποτελεσματικότητά της. Σε παλαιότερες εποχές θα μπορούσε κανείς να σχολιάσει το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια χαμηλών τιμών πετρελαίου, τις δεκαετίες του 80 και του 90, που προφανώς επηρέαζαν απευθείας τις τιμές του αερίου και του άνθρακα, δεν διευρύναμε το μίγμα καυσίμων μας, πράγμα που ενδεχομένως θα επέτρεπε την αποδοτικότερη τοποθέτηση κεφαλαίων και σε άλλες υποδομές, πχ νωρίτερη είσοδος υποδομών ΦΑ, οι οποίες θα μπορούσαν να αποσβεσθούν ομαλά, και θα προσέφεραν υψηλότερους βαθμούς απόδοσης και συνεπώς εξοικονόμηση στο σύστημά μας. Βέβαια, κατά την περίοδο της δραχμής, η επίτευξη περιορισμού του κόστους συναλλάγματος για την αγορά καυσίμων είχε προφανή ωφελήματα για την ελληνική οικονομία, ενδεχομένως μικρότερη ωφέλεια όμως στην ανάπτυξη του ενεργειακού συστήματος. Η καθυστέρηση εισόδου ΑΠΕ, ακόμα ακόμα και ο ανταγωνισμός του φθηνού λιγνίτη στην παράγωγή ζεστού νερού χρήσης από ηλιακούς θερμοσίφωνες είναι χαρακτηριστικά αποτελέσματα της «μονοκρατορίας» του λιγνίτη.

Σήμερα, όμως αντιμετωπίζουμε πολύ σημαντικότερα προβλήματα όπως το πολύ υψηλό περιβαλλοντικό κόστος, το κόστος αποκατάστασης των λιγνιτικών πεδίων, και ιδίως το τοπικό κοινωνικό κόστος. Η υπερ - συγκέντρωση λιγνιτικής δραστηριότητας, ιδίως στην περιοχή της Κεντρικής Μακεδονίας, είχε ως αποτέλεσμα την απορρόφηση και δυνητικά την πλήρη εξάρτηση, άμεσα ή έμμεσα του συνόλου του ανθρώπινου δυναμικού στις δραστηριότητες της ΔΕΗ, και τον περιορισμένο χώρο για την ανάπτυξη άλλων παράλληλων δραστηριοτήτων, που θα έδιναν στους κατοίκους την ειδίκευση και την ευκαιρία να έχουν και άλλες ασχολίες και δεξιότητες. Σήμερα θα κληθούμε να μετατρέψουμε σημαντικό αριθμό ανθρώπων, από βιομηχανικούς εργάτες σε αγρότες, λες και δεν ήταν γνωστό ήδη από τις αρχές ακόμα και της δεκαετίας του 1990 τι επρόκειτο να γίνει στο μέλλον. Η διαρκής αναβολή της αντιμετώπισης του εν λόγω σημαντικού κοινωνικού προβλήματος, απλώς μεταφέρει ακόμα μεγαλύτερα βάρη στο μέλλον του ενεργειακού τομέα, που πολύ δύσκολα θα μπορεί να τα διαχειριστεί σε ένα ενοποιημένο ανταγωνιστικό πεδίο.

Ιδίως το θέμα της νέας μονάδας της Πτολεμαΐδας, λαμβάνοντας υπόψη τόσο την αναμενόμενη διακύμανση των τιμών του CO2 (αναμένονται υψηλές λόγω της αναμενόμενης ανάπτυξης σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης), πολύ φοβάμαι ότι θα αποτελέσει ορισμό του λανθάνοντος κόστους σε ακαδημαϊκά συγγράμματα, από την στιγμή, που ναι μεν η μονάδα θα είναι αποδοτικότερη ακόμα και κατά 10% ποσοστιαίες μονάδες από τις υφιστάμενες μονάδες, αλλά με πολύ σημαντικά κεφαλαιουχικά κόστη, όταν οι άλλες λιγνιτικές μονάδες διατηρούν την όποια ανταγωνιστικότητά τους επειδή είναι αποσβεσμένες, και θα λειτουργήσει σε ένα περιβάλλον υψηλών τιμών CO2.

Πέραν του λιγνιτικού θέματος, η διαχρονική επιμονή στη διατήρηση των ιδιοκτησιακών δομών της ΔΕΗ (δεν εννοώ το θέμα των ιδιωτικοποιήσεων) έχει παίξει και αυτό πολύ σημαντικό ρόλο στη συνέχιση συνθήκων ασφυξίας της αγοράς.

Στη «νέα εποχή» ο ρόλος του Διαχειριστή του Δικτύου Διανομής (δηλαδή του ΔΕΔΔΗΕ) είναι ο πλέον σημαντικός. Είναι ο βασικός φορέας των επιταχυνόμενων αλλαγών που θα επιφέρει η είσοδος των τεχνολογιών σημειακής παραγωγής και αποθήκευσης, και της επικοινωνίας μεταξύ των μελών τοπικών ενεργειακών κοινοτήτων, με σκοπό τη βελτιστοποίηση της χρήσης των (κατά κύριο λόγο κεφαλαιουχικών) επενδύσεων τους, οι οποίες και θα τους αποφέρουν άμεσο όφελος. Για να επιτύχει ο ΔΕΔΔΗΕ αυτή τη μετάβαση απαιτεί σημαντικά κεφάλαια και ένα πρόγραμμα αναβάθμισης και εκσυγχρονισμού του δικτύου διάρκειας 10 ετών τουλάχιστον συνεχούς προσπάθειας, για να μπορέσει να προσφέρει τις υπηρεσίες που θα ζητούνται από τους καταναλωτές. Όμως παραμένοντας ο ΔΕΔΔΗΕ μέρος της οικονομικά ασθμαίνουσας ΔΕΗ είναι δυνατό να βρει τα κεφαλαία που απαιτούνται? Από την άλλη, μια ορθολογική απόφαση για τον ιδιοκτησιακό διαχωρισμό του ΔΕΔΔΗΕ, στο παράδειγμα του ΑΔΜΗΕ, ώστε να μπορεί αυτοδύναμα να σχεδιάζει το μέλλον, είναι δυνατή? Εάν κρίνουμε από τα τελευταία οικονομικά αποτελέσματα της ΔΕΗ, η δυνατότητα της απόσχισης της δραστηριότητας της διανομής είναι αδύνατη, θα ισοδυναμούσε με άμεση κατάρρευση της ΔΕΗ. Άρα δεν γίνεται. Άρα χάνουμε την ευκαιρία εκμετάλλευση της τεχνολογίας που θα αποτελέσει τον καταλύτη στις εξελίξεις στον ενεργειακό τομέα;

Αντιθέτως, σημαντικό στοιχείο για την εκκίνηση της διαδικασίας απαλλαγής του δυσβάσταχτου βάρους από τις Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας, στην πραγματικότητα ήταν ο διαχωρισμός του ΑΔΜΗΕ από τη ΔΕΗ, και η ιδιωτικοποίησή του, υπό τους αυστηρούς όρους των Οδηγιών του Τρίτου Πακέτου, η οποία ήταν αυτή που επέτρεψε επιτέλους την εκκίνηση της διαδικασίας εγκατάστασης των καλωδίων διασυνδέσεων με τα νησιά, μιας που η διακριτή πλέον εταιρεία επικεντρώθηκε στο βασικό της σκοπό, την ανάπτυξη του συστήματος, και έπαυσε να είναι μέρος της ΔΕΗ που αποφάσιζε κατά περίπτωση εάν θα έχτιζε καλώδια ή θα χρησιμοποιούσε τα κεφάλαια της για την κατασκευή μονάδων. Ιδίως μάλιστα σε συνθήκες υπερεπάρκειας ισχύος, σύμφωνα με κατά καιρούς δηλώσεις της. Τουλάχιστον, τα έργα διασύνδεσης προχωρούν, ακόμα και με καθυστέρηση, που μπορεί και να μας στοιχίσουν κάποια πρόστιμα από τη συνέχιση χρήσης βαρέων καυσίμων στην Κρήτη και στη Ρόδο, ή την ανάγκη λήψης «έκτακτων» μέτρων με σημαντικό κόστος.

Τέλος, η επιβάρυνση του ενεργειακού μας συστήματος από το εμπροσθοβαρές πρόγραμμα ανάπτυξης ΑΠΕ, εξυπηρετώντας τις απολύτως νόμιμες και ισχυρές 20ετείς συμβάσεις πώλησης ενέργειας σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, και οι προσπάθειες μετριασμού των οικονομικών αποτελεσμάτων αυτής στους καταναλωτές, αφενός οδηγούν στη λήψη ευφάνταστων μέτρων, όπως η περίφημη χρέωση προμηθευτή, αφετέρου αποστερούν πόρους από τον καταναλωτή να αναπτύξει τα δικά ρου μέσα εξοικονόμησης και διαχείρισης ενέργειας. Η χρέωση προμηθευτή, η οποία σε οικονομικούς όρους το μόνο που έκανε ήταν να μεταφέρει το συγκυριακό μεγάλο περιθώριο που δημιουργήθηκε από την απότομη μείωση των τιμών των καυσίμων (ιδίως του ΦΑ), και η οποία θα «ξεκλείδωνε» την προσπάθεια ανοίγματος της λιανικής αγοράς, ενισχύοντας τον ανταγωνισμό, την ίδια ώρα μάλιστα που ασύμμετρα μέτρα ελήφθησαν σε βάρος της ΔΕΗ, για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, με μικρό τελικά αποτέλεσμα. Η μακρά περίοδος μέχρι να αρχίσουν να λήγουν οι συμβάσεις των ΑΠΕ, και θα αρχίσουν αυτά να πληρώνονται σε όρους αγοράς, θα περιορίσει σημαντικά την ικανότητα του καταναλωτή να χρηματοδοτήσει νέες επενδύσεις για νέα προϊόντα, τεχνολογίες και υπηρεσίες, που θα αφορούν τη αποτελεσματικότερη διαχείριση των δικών του ενεργειακών αναγκών του, οι οποίες θα είχαν αντίκτυπο και στη δικιά του τσέπη, και όχι μόνο στον "ηθικό" σκοπό της μάχης κατά της αλλαγής του κλίματος, όπου απλώς πληρώνει για τα πολεμοφόδια. Τουλάχιστο αυτές οι υποδομές ανήκουν στη «νέα εποχή».

- Ο Μίλτος Ασλάνογλου, είναι σύμβουλος ενεργειακών θεμάτων, αναπληρωματικό μέλος της Επιτροπής Εφέσεων του ACER

(το άρθρο περιλαμβάνεται στον τόμο GREEK ENERGY 2018 που εκδίδει για 7η χρονιά το επιτελείο του energypress)

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM