Rethink Athens: Ένα έργο αναπτυξιακό

Rethink Athens: Ένα έργο αναπτυξιακό

Rethink Athens: Ένα έργο αναπτυξιακό
21 05 2014 | 10:11

Εδώ και δεκαετίες, το κέντρο της Αθήνας βρίσκεται σε μια βαθιά και συνεχώς εντεινόμενη κοινωνική, οικονομική και περιβαλλοντική κρίση, με σοβαρές επιπτώσεις σε ολόκληρη τη μητροπολιτική περιοχή, ακόμη και στη χώρα συνολικά. Η απαξίωση και ο μαρασμός του έχουν φέρει σε απόγνωση κατοίκους και επαγγελματίες, ενώ τα μικρά και μεσαία οικονομικο-κοινωνικά στρώματα, που μετοίκησαν στην Αθήνα και επένδυσαν σε αυτή τους κόπους, τις οικονομίες και τα όνειρά τους, αναγκάζονται να την εγκαταλείψουν και να εγκατασταθούν σε προάστιά της, αφήνοντας πίσω τους το κενό: σύμφωνα με τα επίσημα στατιστικά στοιχεία, κατά τη δεκαετία 2001-2011 ο πληθυσμός της Αθήνας μειώθηκε κατά 18%, ενώ πρόσφατη έρευνα του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, κατέγραψε ότι το ποσοστό των κενών εμπορικών χώρων στο κέντρο της πρωτεύουσας αγγίζει το 40% -αριθμητικό μέγεθος που διαρκώς αυξάνεται. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι όλο και πιο δύσκολα αποφασίζει κανείς πια να παραμείνει ή να εγκατασταθεί σε ένα κτήριο στο κέντρο της Αθήνας. Και όταν κανείς δε χρησιμοποιεί ένα κτήριο και δεν καταβάλει τα έξοδα συντήρησής του, αυτό μοιραία υποβαθμίζεται. Εφόσον τα κτήρια εγκαταλείπονται, τα δημοτικά έσοδα για τη συντήρηση των δημόσιων χώρων και την παροχή ακόμη και βασικών υπηρεσιών προς τους πολίτες ελαχιστοποιούνται. Έτσι με τη σειρά του υποβαθμίζεται και το αστικό περιβάλλον και δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος, ο οποίος επιταχύνει τη διαδικασία ερήμωσης του κέντρου της πόλης.

Rethink ανάπτυξη

Στην κατάσταση που βρίσκεται σήμερα η πόλη, δεν αρκούν μικρά διάσπαρτα έργα για να ανατρέψουν την πορεία υποβάθμισής της και να αλλάξουν δραστικά την εικόνα της. Είναι αδήριτη η ανάγκη μιας εμβληματικής δημόσιας παρέμβασης. Το Rethink Athens αποτελεί μια τέτοια εμβληματική παρέμβαση και μάλιστα χαμηλού κόστους, σε σχέση με τα οφέλη που θα προκύψουν.

Γιατί το έργο της δρομολογημένης ανάπλασης είναι πάνω απ’ όλα αναπτυξιακό: Θα καταστήσει το κέντρο της πόλης ελκυστικό, θα συμβάλλει δραστικά στην αναβάθμιση της ποιότητας ζωής των κατοίκων της και θα λειτουργήσει καταλυτικά στην προσέλκυση επαγγελματιών, κατοίκων και επισκεπτών, επιφέροντας σημαντικά πολλαπλασιαστικά οικονομικά και κοινωνικά οφέλη. Το έργο, επιπλέον, θα συνδράμει στην άμβλυνση των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων καθώς θα συνδέει την υψηλού κοινωνικο-οικονομικού επιπέδου περιοχή της πλατείας Συντάγματος με τις υποβαθμισμένες περιοχές της Ομόνοιας και της Πατησίων, διευκολύνοντας έτσι τη «μετάγγιση» δραστηριοτήτων από την πρώτη περιοχή προς τις τελευταίες.

Με την ταχύτατη υλοποίηση του Rethink Athens όμως, η Πολιτεία θα επιτύχει κάτι επίσης πολύ σημαντικό: θα αποδείξει ότι δεν έχει εγκαταλείψει το κέντρο της πρωτεύουσας στην απαξίωση και ότι σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς μπορεί και αναλαμβάνει αναπτυξιακές πρωτοβουλίες, που είναι ικανές να ανατρέψουν τη δυσμενή κατάσταση. Ποιος άραγε θα αποφάσιζε να εγκαταστήσει την επιχείρησή του ή να κατοικήσει εκεί, βλέποντας ότι η Πολιτεία αδιαφορεί γι’ αυτό και το αφήνει στην τύχη του; Η απάντηση είναι αυτονόητη.

Ένα νέο πρότυπο αστικών μετακινήσεων

Το ερώτημα μπορεί να τεθεί ως εξής: αποτελεί ή όχι στόχο της πολιτείας η βιώσιμη αστική κινητικότητα, όπως σε όλες τις ανεπτυγμένες χώρες; Εάν ναι, πρέπει να μειωθούν και όχι να διατηρηθούν και να διευκολυνθούν οι ροές οχημάτων στο κέντρο. Η διακοπή της διέλευσης ιδιωτικών οχημάτων από την οδό Πανεπιστημίου, δεν θα επιδεινώσει τις συνθήκες κυκλοφορίας. Θα αλλάξει όμως τις συνήθειες ενδοαστικών μετακινήσεων και θα υποστηρίξει τη χρήση των μέσων μαζικής μεταφοράς. Με το Rethink Athens θα αναπτυχθεί στην Αθήνα ένα νέο, ανθρωποκεντρικό πρότυπο ζωής: λιγότερη χρήση ΙΧ, μικρότερη κατανάλωση ενέργειας, ελκυστικότερο και λιγότερο μολυσμένο περιβάλλον. Υπάρχει άλλο, σύγχρονο και βιώσιμο πρότυπο για να υποστηριχθεί;

Περισσότερη ασφάλεια

Η μεγάλη κυκλοφορία οχημάτων μέχρι σήμερα, δεν απέτρεψε την εκδήλωση φαινομένων παραβατικών συμπεριφορών στις περιοχές παρέμβασης του Rethink Athens. Οι περιοχές αυτές δεν είναι ασφαλείς επειδή είναι σχεδόν εγκαταλειμμένες και προφανώς, επειδή δεν φυλάσσονται αποτελεσματικά. Άρα δεν τεκμηριώνεται η άποψη ότι η αποτροπή της διέλευσης οχημάτων από τις οδούς που θα αναπλασθούν θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στην ασφάλειά τους. Με την προσέλκυση κατοίκων, επισκεπτών και επιχειρήσεων θα ζωντανέψουν οι περιοχές παρέμβασης κατά το μεγαλύτερο μέρος του 24ώρου, και θα απαιτείται λιγότερη φύλαξή του, από αυτή που έτσι και αλλιώς απαιτείται. Εάν συνεχιστεί η πορεία εγκατάλειψης του κέντρου, είναι βέβαιο ότι σε λίγα χρόνια δεν θα υπάρχει εκεί τίποτε που να χρειάζεται φύλαξη.

Ανάπλαση δεν σημαίνει «εξευγενισμός» για το κέντρο της Αθήνας

Από κάποιους θεωρείται «εξευγενισμός» η βελτίωση και η «επαναφορά» του κέντρου στην προ της υποβάθμισής του κατάσταση. Με ποια λογική άραγε; Ποιος και γιατί είναι ικανοποιημένος από τη σημερινή παρακμή του και θα ήθελε αυτή να διατηρηθεί;

Πράγματι, μεγάλα τμήματα της περιοχής παρέμβασης του Rethink Athens στο κέντρο της Αθήνας κατοικούνται από ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, οι οποίες βιώνουν τα προβλήματα που προκαλούν η υποβάθμιση της πόλης και η παραβατικότητα, και επιθυμούν βελτίωση των συνθηκών της ζωής τους. Με το έργο της ανάπλασης δεν «εξευγενίζονται» ούτε οι περιοχές όπου ζουν, ούτε οι ίδιοι οι κάτοικοί τους. Αυτό που τους προσφέρεται είναι ένα ποιοτικό αστικό περιβάλλον, το οποίο αξίζουν, και μπορούν κάλλιστα να σεβαστούν, να ταυτιστούν, να απολαύσουν και να προστατεύσουν. Πιθανότατα μάλιστα, κάποιες από τις μικρο-μεσαίες κοινωνικές ομάδες που κατοικούσαν παλαιότερα στις περιοχές αυτές να επιστρέψουν και να ξανακατοικήσουν στα κενά τώρα διαμερίσματά τους. Το κέντρο της Αθήνας δεν ανήκει στο «κεφάλαιο», αλλά σε δεκάδες χιλιάδες μικρο-ιδιοκτήτες που βρίσκονται σήμερα στη δεινή θέση να καταβάλλουν φόρους για αγαθά που απέκτησαν με κόπο και στερήσεις, χωρίς ουσιαστικά οφέλη και προοπτική. Ποιος μπορεί να αμφισβητήσει το γεγονός ότι αποτελεί μείζον θέμα κοινωνικής δικαιοσύνης η «αποκατάσταση» αυτών των πολιτών, που δημιούργησαν με κόπο μια επιχείρηση, απέκτησαν μια κατοικία, ένα χώρο γραφείου, έζησαν για πολλές δεκαετίες στο κέντρο της Αθήνας, αλλά αναγκάσθηκαν να το εγκαταλείψουν;

Η χρηματοδότηση από ευρωπαϊκούς πόρους (ΕΣΠΑ)

Πολλές είναι οι απόψεις που εκφράζονται, ανάλογα με την ιδιότητα, τις αντιλήψεις, τις ανάγκες και τα συμφέροντα ίσως του καθενός, σχετικά με την επιλογή των έργων που χρηματοδοτούνται από τα κοινοτικά κονδύλια, όταν μάλιστα οι εθνικοί δημόσιοι πόροι είναι σχεδόν ανύπαρκτοι και το 85% της δαπάνης υλοποίησης των δημόσιων έργων καλύπτεται αποκλειστικά από τους όλο και λιγότερους ευρωπαϊκούς πόρους.

Εν προκειμένω, είναι πράγματι δαπανηρό το έργο της ανάπλασης με άξονα την οδό Πανεπιστημίου; Σε καμία περίπτωση, γιατί τα πολλαπλασιαστικά οικονομικά οφέλη από την παρέμβαση αυτή θα είναι ανυπολόγιστα. Άλλωστε, το μεγαλύτερο μέρος της δαπάνης αφορά στην επέκταση του τραμ, ενώ το συνολικό κόστος της παρέμβασης (90 εκατ. ευρώ) είναι ίσο με το κόστος ενός κόμβου αυτοκινητόδρομου!

Επίσης, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η κατανομή των ευρωπαϊκών πόρων στις Περιφέρειες της χώρας γίνεται με συγκεκριμένα κριτήρια, ενώ για την απορρόφησή τους δεν αρκούν οι εξαγγελίες των έργων. Για τη χρήση των κοινοτικών κονδυλίων επιβάλλεται να τηρηθούν οι κανόνες, οι απαιτήσεις και οι διαδικασίες που έχουν ορίσει οι ευρωπαϊκές αρχές, πέρα από την όποια ιεράρχηση των εθνικών ή τοπικών αναγκών και προτεραιοτήτων. Κατά συνέπεια, η απόφαση ένταξης ενός έργου για χρηματοδότηση από το ΕΣΠΑ (ή το νέο ΣΕΣ), δεν αποτελεί αποκλειστικά θέμα εθνικών προτεραιοτήτων. Θα πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί έγκαιρα και σύμφωνα με τους κανονισμούς οι σχετικές μελέτες και το έργο να εξυπηρετεί καταρχήν τις προτεραιότητες και τους στόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που είναι εν γένει: η κοινωνική συνοχή, η προστασία και βελτίωση του φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος, η οικονομική ανάπτυξη. Στόχοι στην επίτευξη των οποίων συνδράμει η υλοποίηση του RethinkAthens.Με μεγάλη ευκολία θεωρείται από κάποιους, ότι έργα που είναι σύμφωνα με τις προτεραιότητες των χρηματοδοτικών αξόνων της Ε.Ε., μπορούν να αντικατασταθούν εύκολα με οποιαδήποτε άλλα κριθούν αναγκαία. Στην πράξη, η χρηματοδότηση και η υλοποίηση των έργων οφείλεται περισσότερο στην αξιοσύνη όποιων αναλαμβάνουν το σχεδιασμό, τη μελέτη και την έγκαιρη υποβολή τους, έτσι ώστε να ικανοποιούνται οι απαιτήσεις των φορέων διαχείρισης των κονδυλίων της χώρας και της Ε.Ε., και λιγότερο σε εκείνους που τα εξαγγέλλουν ή τα εγκαινιάζουν.

Στη δεδομένη χρονική συγκυρία, λοιπόν, η ελληνική Πολιτεία ορθά προωθεί την αναζωογόνηση του κέντρου της Αθήνας προτάσσοντας το συγκεκριμένο έργο. Θα λειτουργήσει καταλυτικά στην αναζωογόνηση του κέντρου, επιφέροντας ανυπολόγιστα οικονομικά και κοινωνικά οφέλη, και θα πρέπει να υποστηριχθεί σθεναρά και με άλλες δράσεις που είναι αναγκαίες για το κέντρο της Αθήνας. Θα προκληθούν επενδύσεις προς όφελος της κατοικίας και της επιχειρηματικότητας, θα δημιουργηθούν θέσεις εργασίας, θα αναβαθμιστεί ο δημόσιος χώρος και το περιβάλλον, θα ενισχυθεί ο τουρισμός στην πόλη. Και τέλος, το κυριότερο, θα αλλάξει η ψυχολογία των πολιτών και θα τους δοθεί μια ορατή, νέα προοπτική για την πόλη και τη χώρα.

Μπορεί να υποστηριχθεί σοβαρά ότι υπάρχει για την Αττική άλλη, περισσότερο επείγουσα ανάγκη από τη διάσωση του κέντρου της Αθήνας που αργοπεθαίνει; Ποιο άλλο έργο θα μπορούσε να επιφέρει περισσότερα πολλαπλασιαστικά οφέλη για την πόλη σήμερα; Έχει σχεδιασθεί άλλο έργο για το κέντρο της πόλης, που είναι έτοιμο προς υλοποίηση, έτσι ώστε να απορροφηθούν εγκαίρως οι υπάρχοντες ευρωπαϊκοί πόροι; Υπάρχει βέβαια η επιλογή να αρχίσει ένας νέος διάλογος που θα διαρκέσει για μερικά χρόνια, να προταθούν έργα που θα μελετηθούν για ακόμη περισσότερα χρόνια, έργα που ίσως κάποτε υλοποιηθούν, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι δε θα υπάρξουν κάθε είδους αντιδράσεις και προσφυγές. Αλλά τότε θα είναι πολύ αργά για την πόλη.

* Ο Νίκος Τριανταφυλλόπουλος είναι Δρ. Πανεπιστημίου Σορβόννης, Εκλεγμένος επίκουρος καθηγητής του Τμήματος Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.

(capital.gr)

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM