Προειδοποίηση από τον ENTSO-E για την επάρκεια ισχύος στην Ελλάδα από 2022 έως 2024 - "Μην θεωρείτε δεδομένες τις εισαγωγές ρεύματος στο εξής"
Η Ελλάδα δεν αναμένεται να αντιμετωπίσει έλλειψη επάρκειας ισχύος το 2025 και το 2030, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ENTSO-E, όμως ο Ευρωπαϊκός φορέας θεωρεί ευαίσθητο το διάστημα από το 2022 ως το 2024 και προειδοποιεί για μια σειρά από θέματα. Ο Ευρωπαϊκός σύνδεσμος 'European Network of Transmission System Operators for Electricity', (ENTSO-E) αντιπροσωπεύει 42 Διαχειριστές Συστημάτων Μεταφοράς από 35 χώρες της ΕΕ και αποστολή του αποτελούν η ολοκλήρωση της ευρωπαϊκής εσωτερικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και η βέλτιστη λειτουργία της.
Σε νέα του μελέτη για την επάρκεια ισχύος πανευρωπαϊκά, ο ENTSO αναφέρει ότι η χώρα μας έχει αποφασίσει να αποσύρει τις περισσότερες λιγνιτικές της μονάδες ως το 2023 και έπειτα να προσθέσει την Πτολεμαΐδα-5 το 2025, αν και δεν έχουν ληφθεί οι τελικές αποφάσεις για το καύσιμο αυτής. Ταυτόχρονα, η είσοδος νέων μονάδων αερίου αναμένεται στο δεύτερο μισό της δεκαετίας να ισορροπήσει τα πράγματα σε όρους σταθερής ισχύος. Ιδιωτικοί όμιλοι σχεδιάζουν και υλοποιούν τέτοιους σταθμούς, αλλά μέχρι στιγμής μόνο η μονάδα της Μυτιληναίος έχει προγραμματιστεί να λειτουργήσει από τα τέλη του 2022 και οι υπόλοιπες προβλέπεται να λειτουργήσουν από το 2024 το νωρίτερο.
Η εικόνα αυτή είναι προβληματική, σύμφωνα με τον ENTSO, καθώς θεωρεί ότι μπορεί να υπάρξουν ζητήματα επάρκειας στα έτη 2022-24 εάν αποσυρθούν οι λιγνιτικές μονάδες δίχως να έχουν προστεθεί οι νέες μονάδες αερίου στο βαθμό που χρειάζεται.
Παράλληλα, ο διαχειριστής κάνει ειδική αναφορά στην εξάρτηση της Ελλάδας από τις εισαγωγές σε περιόδους ελλείψεων:
"Προς το παρόν, τα επίπεδα επάρκειας χαρακτηρίζονται ως οριακά επαρκή, καθώς το σύστημα είναι έντονα ευαίσθητο σε ακραίες κλιματικές συνθήκες και στη διαθεσιμότητα των παλαιών συμβατικών μονάδων, καθιστώντας τις εισαγωγές κρίσιμες εν μέσω ακραίων συνθηκών".
Η εκτίμηση του ENTSO είναι ότι η αντικατάσταση των λιγνιτικών με μονάδες αερίου θα βελτιώσει τη διαθεσιμότητα, αλλά δεν θα ενισχύσει τα περιθώρια. Επίσης, η ικανότητα εισαγωγών σε περιόδους κρίσης δεν θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη λόγω των ραγδαίων αλλαγών που παρατηρούνται στις αγορές των Βαλκανίων. Συγκεκριμένα, η μαζική απόσυρση μονάδων άνθρακα στην περιοχή και η αυξημένη εξάρτηση από το φυσικό αέριο ενδέχεται να περιορίσει τη δυνατότητα των γειτονικών χωρών να παρέχουν στήριξη σε περιόδους ελλείψεων, ιδίως αν αντιμετωπίζουν αντίστοιχες συνθήκες και οι ίδιες.
Ένα ακόμα στοιχείο που περιπλέκει τα πράγματα είναι η εφαρμογή (ή μη) του κανόνα του 70% για το διασυνοριακό εμπόριο ρεύματος στην περιοχή της ΝΑ Ευρώπης, καθώς δεν συνυπολογίζονται οι ροές από την Τουρκία και οι περιορισμοί του δικτύου γειτονικών χωρών, όπως η Βουλγαρία.
Όσον αφορά το διάστημα μετά το 2025, ο ENTSO θεωρεί ότι αν και θεωρητικά θα υπάρχει επάρκεια, εντούτοις αυξάνεται η αβεβαιότητα για την εξέλιξη του ελληνικού συστήματος, καθώς η μαζική διείσδυση ΑΠΕ και η είσοδος των νέων μονάδων αερίου θα ασκήσουν πιέσεις στη βιωσιμότητα των παλαιότερων μονάδων αερίου με πιθανότητα πρόωρων αποσύρσεων.
Επίσης, παρατηρεί ότι η εγκατάσταση μπαταριών και η υλοποίηση αντλησιοταμιευτικών δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη και εξαρτάται από το ρυθμιστικό καθεστώς. Ταυτόχρονα, η ζήτηση ενδέχεται να αυξηθεί καθώς προχωρά ο εξηλεκτρισμός τομέων της οικονομίας εάν δεν συνοδευτεί από επαρκή εξοικονόμηση ενέργειας. Όλα αυτά είναι ζητήματα που επηρεάζουν τα επίπεδα επάρκειας και πρέπει να αντιμετωπιστούν.