Πώς «διαβάζει» η Ευρώπη τη συνάντηση Τραμπ–Σι – Οι αποφάσεις που διαμορφώνουν το ευρωπαϊκό εμπόριο, την ενέργεια και την ασφάλεια

Πώς «διαβάζει» η Ευρώπη τη συνάντηση Τραμπ–Σι – Οι αποφάσεις που διαμορφώνουν το ευρωπαϊκό εμπόριο, την ενέργεια και την ασφάλεια

Πώς «διαβάζει» η Ευρώπη τη συνάντηση Τραμπ–Σι – Οι αποφάσεις που διαμορφώνουν το ευρωπαϊκό εμπόριο, την ενέργεια και την ασφάλεια

Μπορεί η τελευταία συνάντηση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ με τον Κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ να μην οδήγησε σε μια θεαματική εξέλιξη στην αντιπαράθεση μεταξύ Ουάσιγκτον και Πεκίνου. Πέτυχε, όμως, κάτι πιο περιορισμένο και δυνητικά πιο σημαντικό: μεγαλύτερη προβλεψιμότητα.

Μετά από χρόνια κλιμάκωσης των εμπορικών περιορισμών, των τεχνολογικών ελέγχων και της γεωπολιτικής αντιπαράθεσης, οι δύο ηγέτες συμφώνησαν να διατηρήσουν ένα πλαίσιο διαχείρισης των εντάσεων, αντί να επιτρέψουν την ανεξέλεγκτη κλιμάκωσή τους.

Η συμφωνία καταδεικνύει την έναρξη μιας πιο πειθαρχημένης φάσης στρατηγικού ανταγωνισμού, στην οποία και οι δύο πλευρές φαίνεται να επιδιώκουν να κερδίσουν χρόνο, να περιορίσουν τις άμεσες ευπάθειές τους και να επαναπροσδιορίσουν τις οικονομικές τους εξαρτήσεις.

Ειδικότερα, οι δύο ηγέτες συμφώνησαν στην παράταση, έως τον Ιανουάριο του 2027, της εμπορικής εκεχειρίας, η οποία προέβλεπε ότι η Ουάσιγκτον θα μείωνε ορισμένους δασμούς, ενώ το Πεκίνο θα ανέστελλε τους περιορισμούς στις εξαγωγές σπάνιων γαιών και άλλων κρίσιμων ορυκτών.

Οι δύο χώρες ενεργοποίησαν επίσης τα Συμβούλια Εμπορίου και Επενδύσεων ΗΠΑ–Κίνας και εξέφρασαν αμοιβαία υποστήριξη στις προεδρίες τους στο G20 και το APEC.

Η γεωπολιτική διάσταση του Ιράν 

Για την Ευρώπη, ωστόσο, οι σημαντικότερες συζητήσεις μπορεί να έγιναν μακριά από τις κάμερες. Η Μέση Ανατολή φέρεται να ήταν ένα από τα ευαίσθητα ζητήματα που τέθηκαν στη σύνοδο, με τον Τραμπ να πιέζει τον Σι για την κινεζική υποστήριξη προς την Τεχεράνη. Η δημόσια ανακοίνωση ήταν σύντομη, όμως οι δύο ηγέτες συμφώνησαν ότι το Ιράν δεν πρέπει να αποκτήσει πυρηνικό όπλο.

Το ζήτημα έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ευρώπη, καθώς η αστάθεια στη Μέση Ανατολή έχει ήδη άμεσες οικονομικές συνέπειες για την ήπειρο. Οι τιμές της ενέργειας, οι θαλάσσιες εμπορικές οδοί, ο πληθωρισμός και η ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας επηρεάζονται από εξελίξεις πολύ πέρα από τα ευρωπαϊκά σύνορα.

Για την Ουάσιγκτον και το Πεκίνο, η αποκλιμάκωση εξυπηρετεί επίσης διαφορετικούς εσωτερικούς και οικονομικούς στόχους. Ο Τραμπ επιδιώκει απτά οικονομικά οφέλη, μεταξύ άλλων μέσω αγορών αμερικανικών αγροτικών προϊόντων και αεροσκαφών, σε συμφωνία με τη διαχρονική έμφαση που δίνει στη μείωση του αμερικανικού εμπορικού ελλείμματος και στην αντιμετώπιση των διαρθρωτικών ανισορροπιών που έχουν επιβαρύνει την αμερικανική μεταποίηση.

Ο Σι, από την πλευρά του, έχει συμφέρον να δείξει ότι η Κίνα αντιμετωπίζεται από την Ουάσιγκτον ως ισότιμη διαπραγματευτική δύναμη, ενώ παράλληλα επιδιώκει τη χαλάρωση της οικονομικής πίεσης που ασκείται στις κινεζικές επιχειρήσεις.

Η σταθερότητα εξυπηρετεί και τις εσωτερικές οικονομικές ανάγκες του Πεκίνου. Με την κατανάλωση των νοικοκυριών να παραμένει υποτονική, η εξωτερική ζήτηση εξακολουθεί να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη στήριξη της κινεζικής οικονομίας.

Η Ευρώπη παγιδευμένη ανάμεσα σε δύο οικονομικούς γίγαντες

Η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί σημαντικό, αν και έμμεσο, αποδέκτη της διαδικασίας. Οι αποφάσεις που λαμβάνονται στην Ουάσιγκτον και το Πεκίνο καθορίζουν ολοένα περισσότερο τις συνθήκες υπό τις οποίες οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις εμπορεύονται, επενδύουν, προμηθεύονται πρώτες ύλες και ανταγωνίζονται στις διεθνείς αγορές.

Η Ευρώπη έχει, επομένως, άμεσο συμφέρον από τη σταθερότητα στις σχέσεις ΗΠΑ–Κίνας, ιδιαίτερα καθώς οι οικονομικές πιέσεις που προέρχονται από τη Μέση Ανατολή προστίθενται στις ήδη υπάρχουσες ανησυχίες για το ενεργειακό κόστος και την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.

Η σταθερότητα, όμως, δημιουργεί και κινδύνους. Η Ευρώπη φοβάται ότι θα μετατραπεί σε «μεταβλητή προσαρμογής» στις σχέσεις Κίνας–ΗΠΑ. Η Ουάσιγκτον διαθέτει τεράστια τεχνολογική ισχύ, ιδιαίτερα στους προηγμένους ημιαγωγούς και τις ψηφιακές υποδομές. Το Πεκίνο, από την άλλη πλευρά, κυριαρχεί σε κρίσιμες αλυσίδες εφοδιασμού ορυκτών και μεταποίησης.

Και η Ευρώπη παραμένει εκτεθειμένη και στις δύο πλευρές.

Όταν εντείνεται η κρίση μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας, κινεζικά προϊόντα που αποκλείονται από την αμερικανική αγορά μπορούν να κατευθυνθούν προς την Ευρώπη. Οι Ευρωπαίοι παραγωγοί αντιμετωπίζουν έτσι την προοπτική αυξημένου ανταγωνισμού από κινεζικά προϊόντα, σε μία περίοδο κατά την οποία η ευρωπαϊκή βιομηχανία βρίσκεται ήδη υπό πίεση.

Στον αντίποδα, εάν το Πεκίνο, στο πλαίσιο μιας συμφωνίας με την Ουάσιγκτον, κατευθύνει περισσότερες αγορές προς αμερικανικά αγροτικά, βιομηχανικά ή ενεργειακά προϊόντα, οι Ευρωπαίοι εξαγωγείς θα μπορούσαν να χάσουν μερίδιο αγοράς. Η Ευρώπη αντιμετωπίζει, επομένως, πιέσεις και προς τις δύο κατευθύνσεις: εκτροπή εμπορίου όταν οι εντάσεις αυξάνονται και προτιμησιακές διμερείς συμφωνίες όταν οι σχέσεις βελτιώνονται.

Κρίσιμα ορυκτά

Η ίδια δυναμική ισχύει και για τις κρίσιμες πρώτες ύλες. Η Ευρώπη, όπως και οι Ηνωμένες Πολιτείες, παραμένει σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από την Κίνα για σπάνιες γαίες, μόνιμους μαγνήτες και άλλα υλικά που είναι απαραίτητα για την πράσινη μετάβαση, την ψηφιακή οικονομία και την αμυντική βιομηχανία.

Οι κινεζικές εισαγωγές καλύπτουν περίπου το 98% της ζήτησης της ΕΕ για μαγνήτες σπάνιων γαιών.

Η συμφωνία Τραμπ–Σι στο Μπουσάν τον Οκτώβριο του 2025 προσέφερε, επομένως, κάποια ανακούφιση και στην ευρωπαϊκή βιομηχανία, περιορίζοντας τους άμεσους φόβους για ελλείψεις και περιορισμούς στις προμήθειες.

Η τελευταία σύνοδος, ωστόσο, δεν έφερε κάποια μεγάλη νέα εξέλιξη. Οι δύο πλευρές συμφώνησαν να συνεχίσουν να εργάζονται για τις ελλείψεις και τα επίπεδα των αποστολών.

Μια συμφωνία ΗΠΑ–Κίνας θα μπορούσε να βελτιώσει την ασφάλεια εφοδιασμού για τις αμερικανικές επιχειρήσεις χωρίς να αντιμετωπίσει την εξάρτηση της Ευρώπης.

Οι Βρυξέλλες απαντούν με προσπάθειες διαφοροποίησης, μέσω μέτρων όπως ο Κανονισμός για τις Κρίσιμες Πρώτες Ύλες και η συμμετοχή σε πρωτοβουλίες υπό αμερικανική ηγεσία, όπως το Pax Silica. Η δημιουργία, όμως, εναλλακτικών αλυσίδων εφοδιασμού είναι μακροπρόθεσμη διαδικασία. Απαιτεί νέες εγκαταστάσεις εξόρυξης και επεξεργασίας, βιομηχανικές επενδύσεις, υποδομές και στενότερο συντονισμό με εταίρους.

Η τεχνητή νοημοσύνη και το δίλημμα των ημιαγωγών

Η τεχνολογία αποτελεί μια εξίσου δύσκολη πρόκληση. Ο Τραμπ και ο Σι δεν κατέληξαν σε δεσμευτική συμφωνία για την τεχνητή νοημοσύνη. Δημιούργησαν, ωστόσο, έναν διάλογο για την AI και έναν δίαυλο διαχείρισης σοβαρών περιστατικών. Οι διαφωνίες για τις εξαγωγές προηγμένων ημιαγωγών παραμένουν άλυτες.

Για το Πεκίνο, μια περίοδος σχετικής σταθερότητας προσφέρει χρόνο ώστε να μειώσει την εξάρτησή του από την αμερικανική τεχνολογία. Για την Ουάσιγκτον, οι τεχνολογικοί περιορισμοί παραμένουν σημαντικό στοιχείο της στρατηγικής οικονομικής ασφάλειας. Για την Ευρώπη, ο κίνδυνος είναι ότι οι κανόνες του ανταγωνισμού στην τεχνητή νοημοσύνη και τους ημιαγωγούς θα διαμορφώνονται ολοένα περισσότερο μέσα από έναν διμερή δίαυλο ΗΠΑ–Κίνας, στον οποίο οι Βρυξέλλες θα έχουν περιορισμένη επιρροή.

Η Ευρώπη βρίσκεται σε δύσκολη θέση στην τεχνολογική αλυσίδα εφοδιασμού. Παραμένει σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από αμερικανικούς επεξεργαστές, παρόχους cloud και ψηφιακές υποδομές, ενώ ταυτόχρονα εξαρτάται από κινεζικά οικοσυστήματα παραγωγής.

Η ΕΕ παράγει λιγότερο από το 10% των παγκόσμιων ημιαγωγών.

Οι Βρυξέλλες επιχειρούν να περιορίσουν αυτό το χάσμα. Το προτεινόμενο Technology Sovereignty Package, το Chips Act 2.0 και το Cloud and AI Development Act αποσκοπούν στην ενίσχυση των ευρωπαϊκών τεχνολογικών δυνατοτήτων, μεταξύ άλλων μέσω σημαντικής αύξησης της δυναμικότητας των data centers τα επόμενα χρόνια.

Οι σχέσεις Ευρώπης–Κίνας

Το ενδιαφέρον πλέον στρέφεται προς την επόμενη Σύνοδο ΕΕ–Κίνας, που έχει προγραμματιστεί να πραγματοποιηθεί στο Πεκίνο στις 7 Δεκεμβρίου.

Οι Βρυξέλλες αναμένεται να επιδιώξουν συγκεκριμένα αποτελέσματα μέσω του Συμβουλίου Εμπορίου και Επενδύσεων ΕΕ–Κίνας, ιδιαίτερα σε ζητήματα πρόσβασης στην αγορά, εμπορικών ανισορροπιών και οικονομικής ασφάλειας.

Η Ευρώπη διαθέτει σημαντικά δικά της εργαλεία επιρροής. Η ενιαία αγορά αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες στον κόσμο, ενώ η ρυθμιστική της ισχύς, τα εμπορικά της εργαλεία και η βιομηχανική της βάση της προσφέρουν σημαντική διαπραγματευτική δυνατότητα. Το ερώτημα είναι εάν η ΕΕ μπορεί να αξιοποιήσει αυτή την ισχύ με συντονισμένο τρόπο.

Αυτό καθιστά ακόμη σημαντικότερο τον διατλαντικό συντονισμό. Το Πεκίνο επωφελείται όταν οι ευρωπαϊκές και αμερικανικές θέσεις αποκλίνουν, ενώ η Ουάσιγκτον έχει συμφέρον σε στενότερη ευρωπαϊκή ευθυγράμμιση με τη δική της προσέγγιση στην οικονομική ασφάλεια και την Κίνα.

Η σύνοδος Τραμπ–Σι απέδειξε για ακόμη μία φορά ότι οι αποφάσεις των δύο μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου μπορούν να επηρεάσουν άμεσα τα ευρωπαϊκά εργοστάσια, τις αλυσίδες εφοδιασμού, τους λογαριασμούς ενέργειας και τις στρατηγικές βιομηχανίες.

Προς το παρόν, οι σχέσεις ΗΠΑ–Κίνας μετακινούνται από την κλιμάκωση προς τον ελεγχόμενο ανταγωνισμό. Και η Ευρώπη μπορεί να επωφεληθεί από τη μεγαλύτερη σταθερότητα. Η σταθερότητα, όμως, από μόνη της δεν επιλύει τις βαθύτερες ευρωπαϊκές ευπάθειες.

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM