Μπαίνοντας στο 2023 είναι σαφές ότι οι ΑΠΕ αποτελούν την λύση και όχι το πρόβλημα
Αν και η χρονιά ξεκίνησε θέτοντας υπό συζήτηση την βιωσιμότητα ή μη του μοντέλου «πράσινης» ανάπτυξης υπό το βάρος των επιπτώσεων της ενεργειακής κρίσης, αυτή ολοκληρώνεται με σαφή πλέον την θέση ότι οι ΑΠΕ συνιστούν με βεβαιότητα μέρος της λύσης και όχι του προβλήματος. Ωστόσο η πρόκληση του 2023 είναι το επόμενο «βήμα», αυτό της υλοποίησης της πράσινης μετάβασης με χαρακτήρα πλέον κατεπείγοντος και ταυτόχρονα, συνεργειών και συντονισμού σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Πρόκειται για ένα «μάθημα» που μας άφησε παρακαταθήκη η προηγούμενη χρονιά με αφορμή το πλαφόν του φυσικού αερίου όπου όσο η απουσία μιας συλλογικής «απάντησης» μεγέθυνε το πρόβλημα άλλα τόσο μια συλλογική δράση κατόρθωσε να το περιορίσει. Η μετάβαση προς μια οικονομία ουδέτερη σε άνθρακα και μάλιστα με βιώσιμους όρους και στόχους δεν μπορεί να είναι αυστηρά έργο μεμονωμένων κρατών-μελών αλλά αποτέλεσμα συντονισμένων δράσεων και πρωτοβουλιών σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Δεδομένων των όσων μεσολάβησαν την χρονιά που «φεύγει», οι προκλήσεις μα και οι προσδοκίες για το 2023 δεν μπορεί παρά να είναι αυξημένες και σημαντικά πιο σύνθετες. Ωστόσο για την χώρα μας υπάρχει μια ποιοτική διαφορά που χρειάζεται να καταγραφεί ως «κληρονομιά» για την νέα χρονιά. Το υψηλό επενδυτικό ενδιαφέρον στις ΑΠΕ εγχώριας και ξένης προέλευσης και ταυτόχρονα η «διορατικότητα» και ικανότητα της χώρας να θέσει «εαυτόν» στην πλευρά της λύσης σε περιφερειακό και ευρωπαϊκό επίπεδο.
Ως προς το πρώτο, η διατήρηση της χώρας στην «προσοχή» των επενδυτών αποδεικνύει την βιωσιμότητα και την αντοχή του «πράσινου» μοντέλου ανάπτυξης παρά τις αντιξοότητες και τις δυσκολίες που καταγράφονται. Η πράσινη ενέργεια παύει να συνιστά ευκαιρία και πλέον συνιστά στρατηγική.
Ως προς το δεύτερο, η στάση της χώρας στα ευρωπαϊκά και διεθνή φόρα όπως ξεδιπλώθηκε τόσο με πρωτοβουλίες σε θεσμικό και επιχειρηματικό επίπεδο, όσο και με επιμέρους συμφωνίες κατοχυρώνει την Ελλάδα στο επίκεντρο του «ενεργειακού» χάρτη και πλέον αυτό που φάνταζε μέχρι πριν μερικά χρόνια ακαδημαϊκός «ίστρος», σήμερα αποτελεί υπό διαμόρφωση πραγματικότητα.
Το 2023 η ενεργειακή κρίση θα συνεχίσει να είναι παρούσα και να δείχνει τα «δόντια» της. Η νέα χρονιά μπορεί και πρέπει να είναι μια διαφορετική χρονιά από την προηγούμενη, κυρίως, ως προς τα αντανακλαστικά που οφείλει να δείξει τόσο η θεσμικός παράγοντας όσο και η αγορά. Αναμφισβήτητα, η ενεργειακή κρίση έχει κόστος και αυτό αναγνωρίζεται.
Ωστόσο, επ ουδενί, η συζήτηση δεν πρέπει να γυρίσει εκεί που ήταν στις αρχές της χρονιάς, αποδεικνύοντας εκ νέου αυτό που έχει ήδη αποδειχθεί: οι ΑΠΕ αποτελούν μέρος της λύσης και επομένως είναι ζωτικής σημασίας ανάγκη η ολοκληρωμένη ενσωμάτωσή τους στο ηλεκτρικό σύστημα. Τυχόν πίσω βήμα σε αυτό ενδέχεται να έχει απρόβλεπτες συνέπειες, καθώς οι επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης συνεχίζουν να παραμένουν κυρίαρχες όσο κι αν τις έχει επισκιάσει η τρέχουσα ενεργειακή κρίση.
Η ενεργειακή μετάβαση είναι ο αναγκαίος δρόμος που οφείλουμε να ακολουθήσουμε για να παραδώσουμε ένα βιώσιμο μέλλον στις επόμενες γενιές. Ο δρόμος αυτός γνωρίζουμε ότι θα είναι δύσβατος, όπως και μοναδικός για να κινηθούμε προς τα μπρος.
*Ο κ. Χρήστος Πετρόχειλος είναι Γενικός Διευθυντής της kIEFER ΤΕΚ ΕΠΕ