Μιχάλης Μαϊλης: Οι Γερμανοί δεν θα δεχθούν πολιτική λύση για την Ελλάδα

Μιχάλης Μαϊλης: Οι Γερμανοί δεν θα δεχθούν πολιτική λύση για την Ελλάδα

Μιχάλης Μαϊλης: Οι Γερμανοί δεν θα δεχθούν πολιτική λύση για την Ελλάδα
06 11 2013 | 10:08

Τους τρόπους μέσω των οποίων η Γερμανική πλευρά βοηθάει ήδη την επιχειρηματική ανάπτυξη στην Ελλάδα, εξηγεί, μιλώντας στον «ΕΠΕΝΔΥΤΗ» και στον Θοδωρή Παναγούλη, ο πρόεδρος του Ελληνογερμανικού Επιμελητηρίου Ελλάδος. Ο κ. Μιχάλης Μαϊλης, γνωστός επιχειρηματίας, εκτιμά ότι, παρά την βούληση των Γερμανών να βοηθήσουν τη χώρα μας, δεν πρόκειται να δεχθούν πολιτική διαπραγμάτευση για την πορεία της ελληνικής οικονομίας. 

Με την εξέλιξη που παίρνουν τα πράγματα στη Γερμανία μετά τις εκλογές, περιμένετε αλλαγές σε θέματα που αφορούν την πορεία της Ευρώπης και την θέση της Ελλάδας;

Μην γελιέστε. Και η παλιά γερμανική κυβέρνηση, είχε καταλάβει ότι το θέμα της ύφεσης και της ανεργίας στη Νότια Ευρώπη δεν θα πάει μακριά. Ότι κάτι πρέπει να γίνει. Σαφέστατα με τη συμμετοχή των Σοσιαλιστών (SPD) στην κυβέρνηση, αυτή η πίεση, να γίνει δηλαδή κάτι ώστε να επανεκκινήσουν οι οικονομίες του ευρωπαϊκού Νότου, θα είναι πιο έντονη.

Το ίδιο συμβαίνει και με την Ελλάδα. Έχει γίνει πλέον κατανοητό ότι όσα μέτρα και να ληφθούν, εάν δεν κινηθεί η οικονομία, αν δεν γίνουν επενδύσεις, εάν δεν σταματήσει η ύφεση, εάν δεν μπούμε σε θετικό ρυθμό ανάπτυξης θα συνεχίζουμε να κινούμαστε σε αρνητικό «σπιράλ».

Όλα αυτά έχουν γίνει κατανοητά και στους Χριστιανοδημοκράτες, το κόμμα της Μέρκελ, και θέλουν να βοηθήσουν  στο κομμάτι της πραγματικής οικονομίας, όπως είναι η ρευστότητα, οι επενδύσεις... Υπάρχει μεγάλη βούληση.  Απ’ την άλλη μεριά δεν υπάρχει περίπτωση να επιτρέψουν, σαν χώρα, να αθετήσουμε τις υποχρεώσεις που έχουμε συμφωνήσει και υπογράψει. Δηλαδή να παρακαμφθεί η Τρόικα και να πάμε σε μια πολιτική λύση, το θεωρώ πολύ δύσκολο.

Κύριε Μαϊλη, ηγείστε ενός θεσμού που κύριο στόχο έχει την ελληνογερμανική συνεργασία. Βοηθάει πράγματι η Γερμανική πλευρά στην ανάπτυξη του επιχειρείν στην Ελλάδα;

Υπάρχει μια συνεχής ροή βοήθειας με διάφορες μορφές και σε διάφορα επίπεδα. Κρατικά, επιμελητηριακά, ή και καθαρά επιχειρηματικά. Πέρα από τα γνωστά, υπάρχει μια εκφρασμένη βούληση από τη Γερμανία, όλη αυτή η προσπάθεια που γίνεται στην Ελλάδα, να μην πάει χαμένη, κυρίως σε επίπεδο θεσμικού περιβάλλοντος που θα ευνοεί τη βιώσιμη άνθηση της επιχειρηματικότητας στη χώρα μας. Για παράδειγμα με τα sparkasse, τα μικρά ταμιευτήρια που έχουν δρομολογηθεί και έρχονται να λειτουργήσουν παραπληρωματικά, όχι ανταγωνιστικά, με τις συνεταιριστικές τράπεζες. Μη ξεχνάτε επίσης ότι η Kfw η κρατική τράπεζα επενδύσεων κι ανάπτυξης επιθυμεί να δημιουργήσει ένα fund για τη στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Δε λέω ότι οι Γερμανοί έρχονται να χαρίσουν λεφτά. Στο χέρι μας όμως είναι με τεκμηριωμένες προτάσεις, με συγκεκριμένη άποψη να δείξουμε εμείς το δρόμο για το που θα δοθεί η όποια στήριξη.

Υπάρχει μια γενικευμένη αίσθηση όμως, ότι η Γερμανία κοιτά τα συμφέροντά της όπως και των εταιρειών της…

Υπάρχει κάποια σοβαρή χώρα που κάνει το αντίθετο; Αυτό δεν πρέπει να κάνει και η Ελλάδα; Από την αλήθεια αυτή όμως, μέχρι την συνομωσιολογική προσέγγιση όπου πίσω από κάθε κίνηση ή πρωτοβουλία, καταγράφονται περίεργα σενάρια, υπάρχει τεράστια απόσταση. Μην χτίζουμε μύθους για το ότι έρχονται για να μας υφαρπάξουν τον πλούτο. Και να προσθέσω και κάτι άλλο. Τίποτε δε χαρίζεται, όμως πολλά κατακτιούνται.

Ποιοι κλάδοι του ελληνικού επιχειρείν έχουν τύχη στην ευρωπαϊκή αγορά;

Ίσως και όλοι, αν είναι επιχειρήσεις καινοτόμες, δυναμικές, ανταγωνιστικές, γρήγορες στους καιρούς. Επιχειρήσεις με ισχυρή εταιρική διακυβέρνηση, διορατικότητα και εξωστρέφεια. Σίγουρα η μεταποίηση ελληνικών αγροτικών προϊόντων, η ανάπτυξη λογισμικών συστημάτων, καινοτόμες τουριστικές υπηρεσίες, η ανάδειξη σε νέα βάση του ελληνικού πολιτιστικού θησαυρού, η φαρμακοβιομηχανία είναι τομείς που δυνητικά προκαλούν.

Βρισκόμαστε σε μια φάση έντονων διαπραγματεύσεων με την τρόικα. Μπορούμε να περιμένουμε κάτι διαφορετικό πέρα από τη γνωστή περιοριστική συνταγή;

Δεν περιμένω ότι από τη μια μέρα στην άλλη θα ξεφύγουμε από τη λογική των δημοσιονομικών περικοπών και θα περάσουμε σε μια πολιτική διαμόρφωσης ενός αναπτυξιακούς μοντέλου. Δυστυχώς οι περισσότεροι κοιτάζουν τα νούμερα και τους δείκτες, χάνοντας την ουσία, που δεν είναι άλλη από το πώς θα βρει τον αναπτυξιακό της δρόμο η χώρα. Αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα: Πώς μέσα από όλη αυτή την περιπέτεια, θα χτιστεί ένα νέο παραγωγικό μοντέλο στη χώρα που θα λειτουργεί σε ένα τελείως διαφορετικό θεσμικό περιβάλλον, θα δημιουργεί θέσεις εργασίας και θα παράγει όχι μόνο δημοσιονομικά πλεονάσματα, αλλά πλεονάσματα ανάπτυξης και διατηρήσιμης προοπτικής.

Η κυβέρνηση όμως επιμένει στο μοντέλο της υπερφορολόγησης…

Πρόκειται για μια αδιέξοδη προσπάθεια. Οι δανειστές επιβάλλουν επείγοντες ανελαστικούς δημοσιονομικούς στόχους και το οικονομικό επιτελείο, μετέρχεται των πιο αυτονόητων και άμεσων λύσεων. Φόροι για έσοδα. Αποδεικνύεται ότι επιτυγχάνει το αντίθετο και είναι λογικό. Η υπερφορολόγηση, περιορίζει την κατανάλωση, σκοτώνει ολόκληρες επιχειρήσεις και κλάδους, δημιουργεί έδαφος για νέα φοροδιαφυγή. Φαύλος κύκλος! Γι αυτό όπως προανέφερα: χωρίς μια γενναία μεταρρυθμιστική κοσμογονία στη χώρα, θα σερνόμαστε στα ίδια και με μια κοινωνία εξοντωμένη. 

Μπορεί όμως να επιτευχθεί μια «μεταρρυθμιστική κοσμογονία» σε συνθήκες σκληρής δημοσιονομικής προσαρμογής;

Κάλλιστα! Σε τι σε εμποδίζει η προσαρμογή να κτυπήσεις θανάσιμα τη φοροδιαφυγή; Να θεσπίσεις ένα απλό σταθερό και δίκαιο φορολογικό σύστημα που θα είναι προβλέψιμο σε επίπεδο εικοσαετίας για κάθε επενδυτή; Να οργανώσεις ένα ολοκληρωμένο χωροταξικό σχεδιασμό για τη χώρα, να ξέρει καθένας, που μπορεί να κάνει τί; Να ξεκινήσεις μια εθνική προσπάθεια καταπολέμησης της διαφθοράς και της παραοικονομίας; Να αναλάβεις την πρωτοβουλία για έναν εθνικό διάλογο κατά του πολυδαίδαλου και αντιαναπτυξιακού καθεστώτος της πολυνομίας που παραλύει κάθε προσπάθεια για επενδύσεις; Αυτά και τόσα άλλα, δεν τα εμποδίζει η δημοσιονομική προσαρμογή. Η έλλειψη βούλησης τα εμποδίζει και εδώ θα κριθούν όλοι πιστεύω σύντομα...

Πιστεύετε ότι η Ελλάδα μπορεί να επανέλθει σε διαχειρίσιμα ποσοστά ανεργίας; 

Η ανεργία αποτελεί το μεγαλύτερο πρόβλημα της Ελλάδας και του Νότου. Μπορεί να ισορροπήσουμε τα δημοσιονομικά μας και να παρουσιάσουμε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, πρωτογενή πλεονάσματα, να βγούμε ξανά στις αγορές, αλλά δυστυχώς το πρόβλημα της ανεργίας φοβάμαι ότι θα το έχουμε για πάρα πολλά χρόνια. Γι’ αυτό πρέπει να το δούμε σαν πρωταρχικό πρόβλημα. Ειδικότερα, η ανεργία στους νέους είναι τραγικό γεγονός. Ό,τι και να γίνει δεν μπορούμε να το λύσουμε γρήγορα. Πρέπει όμως να ξεκινήσουμε μια πορεία επίλυσης, κι ας πάρει χρόνο...

Όσον αφορά την πορεία της Ευρώπης είστε αισιόδοξος;

Έχουμε να ανταγωνιστούμε ένα διεθνές περιβάλλον δύσκολο, έχουμε την Ανατολή, την Κίνα που αναπτύσσονται με ραγδαίους ρυθμούς και διαθέτουν ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα και λόγω του πολιτικού τους συστήματος. Για να μπορέσουμε να τις αντιμετωπίσουμε πρέπει να βελτιώνουμε συνεχώς την ανταγωνιστικότητά μας. Αυτό είναι ενδεχομένως που δεν καταλαβαίνουμε στο Νότο.  Αυτή τη στιγμή γίνεται ένας αγώνας δρόμου σε επίπεδο κόστους παραγωγής, ποιότητας προϊόντων και τεχνολογικής προόδου.  Στην Ελλάδα αυτά τα θέματα δεν τα πολυσυζητάμε και δεν τα πολυκαταλαβαίνουμε. Αλλά για την ευημερία της Ευρώπης είναι πολύ σημαντικό να προσαρμοστούμε και να αναπτύξουμε ανταγωνιστικότητα…

Πρέπει να στηριχθούν οι μικρές επιχειρήσεις

Το θέμα της ρευστότητας αναδεικνύεται σε μείζον στην χώρα, Πώς θα μπορέσουν οι τράπεζες να ανοίξουν και πάλι τις κάνουλες της χρηματοδότησης;

Ο τραπεζικός κλάδος στην Ελλάδα, βρίσκεται στην τελική φάση ενός δομικού και ουσιαστικού μετασχηματισμού. Πιστεύουμε ότι όταν ολοκληρωθεί αυτή η πορεία, θα αυξηθούν οι δυνατότητες παροχής ρευστότητας. Όλο αυτό βέβαια μέσα σε ένα νέο ευρωπαϊκό περιβάλλον για το χρηματοπιστωτικό τομέα συνολικά. Με τη σταδιακή έξοδο της χώρας από την κρίση, θα αρχίσουν να αναγεννιούνται ξανά όλες οι παραδοσιακές πηγές ρευστότητας, αλλά και κεφαλαιακής ενίσχυσης, όπως το Χρηματιστήριο που θα αποτελέσει, πιστεύουμε σύντομα, πηγή άντλησης κεφαλαίων. Βέβαια, όλα αυτά σε μια άλλη λογική πλέον, μακριά από τον ανεύθυνο δανεισμό των προηγούμενων ετών. 

Υπάρχουν, πέρα από τον τραπεζικό, εναλλακτικοί τρόποι χρηματοδότησης των ελληνικών επιχειρήσεων;

Για τους μεγάλους ομίλους υπάρχουν οι διεθνείς αγορές κεφαλαίων και σίγουρα μετά τις επικείμενες αναβαθμίσεις της ελληνικής οικονομίας (πιστεύουμε σύντομα), θα είναι φθηνότερες και ευκολότερες οι προσβάσεις. Στις μικρότερες και μεσαίες επιχειρήσεις τα πράγματα ίσως αργήσουν λίγο ακόμη, αλλά πάντα νέοι καινοτόμοι τρόποι άντλησης ρευστότητας θα αναδεικνύονται. Υπάρχουν για παράδειγμα μέσα σε αυτή τη δυσκολία venture capitals που αναζητούν ευκαιρίες. Επίσης πρέπει η πολιτεία να στηρίξει με απλοποίηση διαδικασιών τη μικροεπιχειρηματικότητα, που δεν απαιτεί πολλά κεφάλαια. Μην ξεχνάτε άλλωστε, εκεί στηρίχθηκε και το «γερμανικό βιομηχανικό θαύμα». Στις πολλές μικρές μονάδες, που δημιούργησαν μια ισχυρή ραχοκοκαλιά επιχειρήσεων σε πολλούς κλάδους.

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM