Μεσίστιος Νους και η επιστροφή στην πολιτική
του Δρ. Αντώνη Μεταξά

Μεσίστιος Νους και η επιστροφή στην πολιτική

19 09 2011 | 12:08

Ο Γερμανός Επίτροπος Ενέργειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κ. G. Oettinger, δήλωσε προ ημερών σε συνέντευξή του στην εφημερίδα BILD ότι οι υπερχρεωμένες χώρες θα πρέπει να ανεχθούν τον προσωρινό (;) περιορισμό της κυριαρχίας τους, λ.χ. στους τομείς της δημοσιονομικής και φορολογικής πολιτικής, και να παραχωρήσουν τις σχετικές αρμοδιότητές τους σε όργανα των Βρυξελλών. Ένα πρόσθετο “αντισυμβατικό”, αλλά, κατά την άποψη του εν λόγω πολιτικού, αποτελεσματικό μέτρο, θα ήταν η σημαία της Ελλάδας αλλά και των άλλων κρατών μελών που αντιμετωπίζουν πρόβλημα υψηλού χρέους να κυματίζουν μεσίστιες μπροστά από τα κτήρια της Ε.Ε. Το δεύτερο σκέλος αυτής της πρότασης προβληματίζει μόνο λόγω της θεσμικής διάστασης του φορέα της, ο οποίος θα περίμενε κανείς να διακατέχεται από μια οικεία προς τη γερμανική κουλτούρα ποιοτικά αναβαθμισμένη μορφωτική αλλά και αισθητική καλλιέργεια, η οποία θα τον υποψίαζε για την ανάγκη ενός αυτοπεριορισμού ή έστω μιας λεκτικής συγκάλυψης της ένδειας ουσιαστικής πολιτικής και οικονομολογικής παιδείας (στο μέτρο που πιστεύει ότι η πρότασή του μπορεί να είναι και αποτελεσματική).

Το πρώτο, όμως, σκέλος της δήλωσης, το οποίο και επιδέχεται σοβαρού σχολιασμού, δίνει έναυσμα για κάποιες συγκροτημένες σκέψεις, πολλώ δε μάλλον σήμερα που πληθαίνουν οι φωνές που κάνουν λόγο για, ένα, κατ’ αρχάς “τομεακό”, περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας των κρατών μελών ως μέσο για την υπέρβαση της οικονομικής κρίσης. Ας επικεντρωθούμε λοιπόν σε αυτό τον προβληματισμό: Ένα (υπό προϋποθέσεις) θετικό στοιχείο που θα μπορούσε κανείς να διακρίνει στην πολυεπίπεδη θεσμική και πολιτική κρίση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία έχει έρθει στο προσκήνιο με αφορμή την έντονη οικονομική και νομισματική κρίση το τελευταίο διάστημα, είναι η αυξανόμενη συνειδητοποίηση του πολιτικού χαρακτήρα του οικονομικού αδιεξόδου. Δεν θα είναι η πρώτη φορά άλλωστε στην ιστορία της εξελικτικής διαμόρφωσης των συλλογικών πολιτικών μορφωμάτων που αναγκαίες θεσμικές και ιδεολογικές ωριμάνσεις θα έπονται χρονικά, αλλά και θα υποβοηθούνται κατά κάποιο τρόπο από μια βαθιά, εν δυνάμει και διαλυτική ακόμη, κρίση.

Εν προκειμένω, τα λογικά, πρακτικά αλλά και νομικά όρια της κυριαρχούσας στρατηγικής προσέγγισης της Ένωσης μέχρι σήμερα, η οποία κατέτεινε στην αυτονόμηση του ρυθμού υλοποίησης της οικονομικής και νομισματικής ενοποίησης από την πολιτική και θεσμική, έχουν πλέον έρθει με σαφή τρόπο στο προσκήνιο. Αυτό οδηγεί ακόμα και αρνητικές, μέχρι σήμερα, προς τη συγκρότηση μηχανισμών, διαδικασιών αλλά και κανονιστικών και θεσμικών εργαλείων πολιτικής ενοποίησης φωνές και πολιτικές δυνάμεις, οι οποίες, παρόλα αυτά δηλώνουν θιασώτες της ευρωπαϊκής ιδέας, να επαναξιολογούν τη στάση τους. Επιλεκτικές κατατμήσεις και ιεραρχήσεις στρατηγικών και λειτουργικών διακυβευμάτων για υπερεθνικούς φορείς, όπως η Ε.Ε., με βάση τα κοντόθωρα και μακροπρόθεσμα αναποτελεσματικά «θέλω» των κυριαρχουσών οικονομικών ομάδων πίεσης, οι οποίες επιθυμούν μεν ανοικτές, ενιαίες αγορές και ενιαίο νόμισμα για την ευχερέστερη πώληση και διακίνηση των προϊόντων και υπηρεσιών τους αδιαφορώντας για τις αναγκαίες πολιτικές προϋποθέσεις και προεκτάσεις του εγχειρήματός τους, είναι πλέον προφανώς αδιέξοδες. Το παρήγορο εδώ είναι, αν θέλει κανείς να μιλήσει με όρους πολιτικής «χρηστικότητας», ότι το αδιέξοδο αυτό συναντά και επηρεάζει καίρια την προοπτική και αυτών των ίδιων των οικονομιστικών προσεγγίσεων και συμφερόντων, οι οποίες μέχρι σήμερα υπαγορεύουν κυρίαρχα στις πολιτικές ηγεσίες τις ιεραρχήσεις τους: Ακόμη κι αν «μόνο» η ενιαία αγορά και το ενιαίο νόμισμα είναι για τους θιασώτες αυτής της άποψης η κεντρική στρατηγική επιδίωξη και η σχεδόν αποκλειστική τελολογική στόχευση του ευρωενωσιακού εγχειρήματος, ούτε καν αυτές οι περιτετμημένες στοχεύσεις δεν μπορούν να υλοποιηθούν χωρίς την καλλιέργεια ουσιαστικών πολιτικών συγκλίσεων εντός της Ένωσης αλλά και τη συγκρότηση θεσμικών και κανονιστικών εργαλείων πολιτικής ενοποίησης. Αυτή η διαπίστωση της πρωταρχικότητας του «πολιτικού» είναι ήδη ένα θετικό στοιχείο, ακόμα κι αν αποκτάται με επώδυνο τρόπο σε ένα περιβάλλον γενικευμένης κρίσης ταυτότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο πλαίσιο της οποίας η σοβούσα νομισματική κρίση και η κρίση χρέους είναι απλώς η «κορυφή του παγόβουνου».

Κεντρικό πεδίο γύρω από το οποίο θα δοκιμασθεί το επόμενο κρίσιμο διάστημα αυτό το στοίχημα της πολιτικής σύγκλισης αλλά και γόνιμος χώρος ουσιαστικών ιδεολογικών αντιπαραθέσεων είναι η έννοια της «κυριαρχίας» των κρατών μελών, των ορίων της αλλά και της δεσπόζουσας συλλογιστικής που θα διέπει την περιστολή της στο δρόμο της θεσμικής ωρίμανσης της πολιτικής ενοποίησης. Στο πλαίσιο του παρόντος κειμένου οι συντεταγμένες αυτού του πεδίου δεν μπορούν ακριβέστερα να ανιχνευθούν. Συγκρατούμε ήδη εδώ εντούτοις μια ενδιαφέρουσα προκαταρκτική παρατήρηση, η οποία, για όσους έχουν στοιχειώδη γνώση της ιστορίας των πολιτικών ιδεών που μας διδάσκει ότι κομβικές πολιτικές θέσεις και ιδέες αυτονομούνται ενίοτε από τους πρωτογενείς φορείς και εμπνευστές τους και χρησιμοποιούνται με ίδιο σημασιολογικό περιεχόμενο αλλά αντίρροπη κοινωνικοπολιτική στόχευση από αντίπαλα ιδεολογικο-πολιτικά στρατόπεδα, δεν πρέπει βέβαια να ξενίζει: Στον πολιτικό τόπο της περιστολής της εθνικής κυριαρχίας συναντώνται φωνές που την προσεγγίζουν ως αναγκαία προϋπόθεση της ισότιμης και ισόρροπης πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης αλλά και φωνές που διατηρούν ιδιαίτερες εκλεκτικές πολιτικές και ιδεολογικές συγγένειες με παραδοσιακά ευρωσκεπτικιστικές πολιτικές δυνάμεις, όπως επίσης και δυνάμεις που την προσεγγίζουν περισσότερο ως μέσο νουθεσίας των απείθαρχων «άλλων», οι οποίοι δεν δικαιούνται να είναι τόσο «κυρίαρχοι» όσο εμείς. Το παράδειγμα της γερμανικής πολιτικής σκηνής και δημόσιας συζήτησης είναι χαρακτηριστικό αυτής της, σε μια πρώτη ματιά, αντιφατικής συνεύρεσης.

Όπως και να έχει, ας συγκρατήσουμε το θετικό στοιχείο που διακρίνεται στο ελαφρώς καταθλιπτικό πλαίσιο που μας περιβάλλει: Η σοβούσα πολύπλευρη κρίση της Ε.Ε. διευκολύνει μια επικέντρωση στο «πολιτικό» και προκαλεί για μια συγκροτημένη συζήτηση ή και διαπάλη για το ευκταίο περιεχόμενο των «πολιτικών» αποφάσεων που πρέπει να ληφθούν για το μέλλον αλλά και για το «τέλος» της Ένωσης.

Ο Αντώνης Μεταξάς είναι Διδάκτορας της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Βερολίνου και διδάσκει Ευρωπαϊκό Δίκαιο στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

 

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM