Με θετική γνώμη η μελέτη της Athlos Energy για χωροθέτηση πυρηνικών στην Ελλάδα – Το ρίσκο της σεισμικότητας – Νότια Εύβοια και Θράκη οι καταλληλότερες περιοχές
Σε συμμόρφωση με τα διεθνή κριτήρια και τις προδιαγραφές χωροθέτησης τελεί ο ελλαδικός χώρος ως προς την εγκατάσταση πυρηνικών σταθμών με τις περιοχές σε Θράκη και Νότια Εύβοια να συγκεντρώνουν τα περισσότερα πλεονεκτήματα έναντι άλλων.
Τα παραπάνω προκύπτουν από την μελέτη που εκπόνησε η Athlos Energy σε συνεργασία με την αμερικανική Cambrian Nuclear με σκοπό να χαρτογραφήσει τα περιθώρια της ελληνικής επικράτειας να φιλοξενήσει πυρηνικούς σταθμούς.
Αναλυτικότερα, η ανάλυση, όπως επισημαίνεται σε σχετική ανακοίνωση της Athlos Energy, κάλυψε το σύνολο της ελληνικής επικράτειας, ακολουθώντας μια γεωγραφικά ουδέτερη προσέγγιση, χωρίς προκαθορισμένες περιοχές ενδιαφέροντος.
Ο στόχος της μελέτης
Στόχος ήταν η αρχική αποτύπωση της χωροθετικής καταλληλότητας της χώρας για διαφορετικούς τύπους πυρηνικών τεχνολογιών, από συμβατικούς μεγάλους αντιδραστήρες υφιστάμενης τεχνολογίας έως μικρούς αρθρωτούς αντιδραστήρες και μικρό-αντιδραστήρες. Τα κριτήρια χωροθέτησης διακρίνονται σε δύο βασικές κατηγορίες με την πρώτη να αφορά σε όσα απορρέουν από τις κατευθυντήριες υποδείξεις του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας, της Αμερικανικής Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας και του αμερικανικού Electric Power Research Institute.
Η δεύτερη κατηγορία άπτεται περισσότερο της τεχνικής διάστασης του πράγματος με τους μελετητές να εξετάζουν την συνάφεια της τοποθεσίας με τα υπόλοιπα στοιχεία που συνθέτουν την εφοδιαστική αλυσίδα, δηλαδή την πρόσβαση σε υφιστάμενες ενεργειακές και μεταφορικές υποδομές, την εγγύτητα στα αστικά κέντρα και εν συνόλω τις υπόλοιπες παραμέτρους που δύναται να διευκολύνουν την διαδικασία της κατασκευής ενός πυρηνικού αντιδραστήρα ανεξαρτήτως μεγέθους.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η πρώτη κατηγορία κριτηρίων, όπως επισημαίνουν παράγοντες της αγοράς που συνομίλησαν με το energypress, έγκειται περισσότερο στα «απόλυτα μεγέθη» της τεχνολογίας, δηλαδή σε παραμέτρους που είτε αποβαίνουν υπέρ της ανάπτυξης ενός πυρηνικού αντιδραστήρα είτε «κατά», καθιστώντας αδύνατο το όλο εγχείρημα από γεωμορφολογική άποψη. Μια τέτοια περίπτωση είναι επί παραδείγματι η περιοχή της Ηπείρου, η οποία δεν ενδείκνυται για την κατασκευή ενός πυρηνικού αντιδραστήρα καθώς διαθέτει αρκετούς ορεινούς όγκους που με την σειρά τους συνεπάγονται αυξημένο κίνδυνο κατολισθήσεων.
Η αξιολόγηση περί σεισμικότητας
Ανάλογη προσέγγιση εφαρμόζεται και σε άλλα αντίστοιχα κριτήρια με την όποια ποιοτική διαφορά να εδράζεται στις δυνατότητες του υφιστάμενου επιπέδου ανάπτυξης της τεχνολογίας να περιορίσει το σχετικό ρίσκο. Ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η παράμετρος της σεισμικότητας, με την πρώτη «ανάγνωση» να συνιστά αποτρεπτικό παράγοντα για την ανάπτυξη πυρηνικών υποδομών. Σημειώνεται ότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται ανάμεσα στις πιο σεισμογενείς περιοχές της Ευρώπης με αρκετά συμβάντα ήπιων σεισμικών δονήσεων να καταγράφονται ανά τακτά χρονικά διαστήματα.
Η «διαλλακτικότητα» ως προς την παράμετρο της σεισμικότητας με βάση και τις σχετικές οδηγίες των προαναφερόμενων διεθνών οργανισμών έγκειται στην δυνατότητα της τεχνολογίας σήμερα να περιορίσει το σχετικό ρίσκο σε βαθμό που να καλύπτει το δυσμενέστερο σενάριο σεισμικής δραστηριότητας στην εκάστοτε ενδιαφερόμενη περιοχή.
Σημειωτέον ότι πυρηνικά έχουν αναπτυχθεί και λειτουργούν σήμερα σε μια σειρά χώρες όπως Τουρκία και Ιαπωνία που εμφανίζουν ανάλογη σεισμική δραστηριότητα. Σε κάθε περίπτωση, όπως επεξηγούν οι ίδιες πηγές, οι κατευθυντήριες υποδείξεις των διεθνών οργανισμών που συνιστούν και την βάση για την συζήτηση περί χωροθέτησης λαμβάνουν υπόψη τόσο την «συμπεριφορά» της εν λόγω τεχνολογίας όσο και τις δυνατότητες του υφιστάμενου επιπέδου τεχνικής να αναπτύξει κατάλληλα μέτρα ασφαλείας.
Υπό αυτό το πρίσμα, όπως συμπληρώνουν οι ίδιες πηγές, η εν λόγω ανάλυση αποτελεί μια πρώτη απόπειρα οριοθέτησης της σχετικής συζήτησης στη βάση της διεθνούς εμπειρίας και των σχετικών κανονισμών που συνοδεύουν εγχειρήματα χωρών που εξετάζουν εκ του μηδενός, όπως η Ελλάδα, να ενσωματώσουν την πυρηνική ενέργεια στο ενεργειακό τους μίγμα.
Η δεύτερη κατηγορία κριτηρίων, όπως προαναφέρθηκε, αφορά περισσότερο την τεχνική διάσταση του πράγματος με τους μελετητές να εξετάζουν την συνάφεια των θέσεων με τις υφιστάμενες ενεργειακές και μεταφορικές υποδομές ή την διαθεσιμότητα γης και υδάτινων πόρων. Μια ακόμη κρίσιμη παράμετρος αφορά την εγγύτητα με τα αστικά κέντρα προς εξυπηρέτηση της συνολικής εφοδιαστικής αλυσίδας τόσο για την κατασκευή του σταθμού όσο και για την λειτουργία του.
Η μελέτη της EBASCO
Χρειάζεται να σημειωθεί ότι δεν είναι η πρώτη φορά που διεξάγεται η σχετική «άσκηση» περί χωροθέτησης πυρηνικού σταθμού στην Ελλάδα με τα «πρωτεία» να κατέχει η αμερικανική εταιρεία EBASCO (σήμερα δεν υπάρχει). Ειδικότερα, η εν λόγω εταιρεία προχώρησε σε σχετικές μελέτες την δεκαετία του 1980 κατόπιν εντολής της ελληνικής κυβέρνησης και της ΔΕΗ με το σχέδιο ωστόσο να εγκαταλείπεται σε μια πορεία χρόνου υπό το βάρος και των κοινωνικών αντιδράσεων που είχαν προκληθεί.
Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι και η τότε μελέτη είχε υποδείξει τις ίδιες περιοχές ως ενδεδειγμένες για την εγκατάσταση πυρηνικού σταθμού με την προσοχή αρχικά να εστιάζει σε Θεσσαλία και Λάρισα και μεταγενέστερα, λόγω και αντιδράσεων, να επαναπροσανατολίζεται σε Θράκη και Νότια Εύβοια όπως υποδεικνύεται και τώρα με την ανάλυση της Athlos Energy. Βέβαια, η ανάλυση της Athlos Energy δεν υποδεικνύει μόνο τις δύο αυτές περιοχές αλλά αναγνωρίζει προκαταρκτικά και άλλες περιοχές ανά την Ελλάδα με την επισήμανση προϋποθέσεων και λοιπών παραμέτρων που θα πρέπει να εξεταστούν διεξοδικότερα.
Συμβολή στην «πυρηνική» συζήτηση – Έρχεται 2η ανάλυση για ουράνιο
Άλλωστε, όπως αναφέρεται στη σχετική ανακοίνωση που δημοσιεύτηκε εχθές, «η παρούσα μελέτη δεν αποσκοπεί στην επιλογή ή πρόταση συγκεκριμένης θέσης για κατασκευή πυρηνικού αντιδραστήρα.
Πρόκειται για μια πρώτη προκαταρκτική αξιολόγηση, η οποία μπορεί να λειτουργήσει ως βάση για πιο εξειδικευμένες μελέτες και τεκμηριωμένη αξιολόγηση των προϋποθέσεων υπό τις οποίες η πυρηνική ενέργεια θα μπορούσε να εξεταστεί στο πλαίσιο της μακροπρόθεσμης ενεργειακής στρατηγικής».
Υπό αυτό το πρίσμα, η Athlos Energy προετοιμάζει πρόσθετες αναλύσεις επί του θέματος με το αμέσως επόμενο θέμα να αφορά τον κύκλο ζωής του πυρηνικού καυσίμου, πράγμα που αναμένεται να παρουσιαστεί το φθινόπωρο.
Σε αυτή την ανάλυση, ο σκοπός είναι να καταγραφούν αρχικά οι ανάγκες της χώρας σε ουράνιο στην περίπτωση που επιλέξει να προχωρήσει στην ανάπτυξη της πυρηνικής ενέργειας και ακολούθως οι πηγές προμήθειας του καυσίμου, το κόστος αυτού, καθώς και τα θέματα διαχείρισης και εναπόθεσής του επί ελληνικού εδάφους.