Λουμάκης: Η ταχύτητα της μετάβασης καθορίζεται ταυτόχρονα από την διείσδυση των ΑΠΕ και τον ρυθμό της αποθήκευσης
«Η ατζέντα της κυβέρνησης για τις ΑΠΕ είναι ειλικρινής. Τα τελευταία δυο χρόνια νομίζω διανύουμε την καλύτερη περίοδο, τουλάχιστον από το 2006. Ωστόσο, οι προκλήσεις της αγοράς είναι μπροστά μας. Αυτό γιατί από διεισδύσεις άνω του 50% που στοχεύουμε έως το 2030, τίθεται η πρόκληση της αποθήκευσης», υπογράμμισε στο περιθώριο του Renewable & Storage Forum, ο Στέλιος Λουμάκης, πρόεδρος του ΣΠΕΦ, προσθέτοντας στη συνέχεια τα εξής:
«Αυτό σημαίνει ότι η ταχύτητα προόδου, δεν μπορεί να καθορίζεται πλέον μόνο από την εγκατάσταση ανανεώσιμων, αλλά και από το ρυθμό που ακολουθεί η αποθήκευση. Δυστυχώς, σε αυτό τον τομέα είμαστε πίσω. Με χαρά όμως διάβασα, ότι ξεκινάει ένα αντλησιοταμιευτικό έργο στην Αμφιλοχία, το οποίο θα λειτουργεί ως υποδομή του συστήματος. Αυτό είναι κάτι που ανέκαθεν υποστηρίζαμε σαν ΣΠΕΦ, υπό την έννοια ότι η λειτουργία ενός έργου σαν αυτό, είναι προς όφελος όλων των παραγωγών και των καταναλωτών και όχι μόνο του ομίλου που το κατασκευάζει. Μακάρι το παράδειγμα αυτό να επαναληφθεί, να δούμε και άλλα τέτοια έργα αποθήκευσης, ωφέλιμα για όλο το σύστημα.
Το τονίζω αυτό, γιατί η πράσινη μετάβαση δε γίνεται για το όφελος των παραγωγών, αλλά για το όφελος των πολιτών. Το καθαρό περιβάλλον και η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής δηλαδή, αφορούν τον πολίτη. Ο παραγωγός, οι υποδομές και τα δίκτυα είναι εργαλεία για να τον εξυπηρετήσουν και επειδή οι ίδιοι οι πολίτες πληρώνουν, θα πρέπει όλα να γίνονται με επωφελή τρόπο, γι’ αυτούς.
Νομίζω ότι συνεχίζοντας σ’ αυτή την κατεύθυνση, με πιο γρήγορους ρυθμούς, ειδικά στην συγκεντροποιημένη αποθήκευση, που είναι οικονομικά και τεχνολογικά πιο ώριμη αυτή τη στιγμή, οι προκλήσεις της συμφόρησης των ΑΠΕ και των απαιτούμενων έργων δικτύου θα αμβλυνθούν».
Επιπλέον, αναφορικά με τις ενεργειακές κοινότητες, ο κ. Λουμάκης σημείωσε: «Είναι ένας θεσμός που δυστυχώς ξεκίνησε με λάθος εφαρμογή, υπό την έννοια ότι είχαμε κοινότητες από κάποιους που απλά ήθελαν να καταχραστούν την προτεραιότητα που τους έδινε ο νόμος, για σύνδεση στο δίκτυο. Ουσιαστικά, είχαμε εταιρείες που φορούσαν τον «μανδύα» της ενεργειακής κοινότητας, κάτι που διορθώθηκε με την άρση των απόλυτων προτεραιοτήτων.
Αυτή τη στιγμή έχουν μπει σε ένα ρυθμό, έχοντας μεγάλη σημασία στην αυτοπαραγωγή και το net metering. Ωστόσο, ακούω κάποιες υπερβολές, σχετικά με τη δημιουργία κοινοτήτων που θα παράγουν για κατηγορίες μεγάλων καταναλωτών, όπου η παραγωγή θα γίνεται, για παράδειγμα στην Ορεστιάδα και η κατανάλωση στην Πελοπόννησο. Δε νομίζω ότι θα γίνει αυτό. Γι’ αυτό άλλωστε υπάρχει γεωγραφικός περιορισμός από το νόμο, ώστε να έχουμε έργα εντός της ίδιας περιφερειακής ενότητας ή περιφέρειας, ακριβώς γιατί δεν είναι οικονομικά βέλτιστο να φτιάξεις τέτοιο δίκτυο, που η παραγωγή και η κατανάλωση να χωρίζονται με τόσο μεγάλη απόσταση. Πρόκειται για πολύ ακριβά έργα δικτύου, τα οποία μάλιστα δε θα τα εκμεταλλεύεται η κοινότητα και ενδεχομένως να είναι εντελώς περιττά.
Άρα, αν αποφύγουμε τον μαξιμαλισμό, η ενεργειακή κοινότητα είναι ένα εργαλείο που μπορεί να λειτουργήσει σε τοπικό επίπεδο, προς όφελος και των καταναλωτών, της βιομηχανίας, της τοπικής οικονομίας συνολικότερα. Όμως με το μέτρο του ηλεκτρικού χώρου που υπάρχει, όπου δεν εννοούμε μόνο το δίκτυο. Ηλεκτρικός χώρος σημαίνει κυρίως η ζήτηση σε μια περιοχή, την οποία έρχονται να εξυπηρετήσουν τα δίκτυα».