Κατακόρυφη μείωση στην Οριακή Τιμή ρεύματος έφερε η 5η Ημέρα Αναφοράς

Κατακόρυφη μείωση στην Οριακή Τιμή ρεύματος έφερε η 5η Ημέρα Αναφοράς

Κατακόρυφη μείωση στην Οριακή Τιμή ρεύματος έφερε η 5η Ημέρα Αναφοράς
19 12 2010 | 21:15

Σε μια νέα φάση στρεβλώσεων φαίνεται ότι μπήκε η αγορά ηλεκτρισμού μετά την εφαρμογή - με το συγκεκριμένο τρόπο που εφαρμόστηκε – της λεγόμενης «πέμπτης ημέρας αναφοράς» από τον Οκτώβριο. Κάποιοι μάλιστα σπεύδουν να αποδώσουν τις αποχωρήσεις ξένων εταιρειών (παραγωγής ή εμπορίας ) από τη χώρα μας στη συνεχή μετάθεση στο μέλλον της πραγματικής απελευθέρωσης της αγοράς.

«Παρότι μιλάμε για απελευθέρωση της αγοράς, εκτιμάται ότι πάνω από το 30% του κόστους της ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα, καλύπτεται μέσω διοικητικών / ρυθμιζόμενων μηχανισμών, εκτός αγοράς (ΑΔΙ, «κάλυψη μεταβλητού κόστους», τέλος ΑΠΕ). Και μιλάμε μόνον για τα υποτιθέμενα «ανταγωνιστικά» τμήματα της αγοράς, όχι τις μονοπωλιακές δραστηριότητες της ΔΕΗ στα δίκτυα και στα νησιά» υποστηρίζει, μιλώντας στο energypress παράγοντας του χώρου από εκείνους που έχουν αντιταχθεί σφόδρα στις τελευταίες ρυθμίσεις.

Το εντυπωσιακό αποτέλεσμα που καταγράφεται πάντως μετά την εφαρμογή της «πέμπτης ημέρας αναφοράς» είναι ότι η Οριακή Τιμή του Συστήματος διαμορφώνεται πλέον σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα (42,3 €/MWh για τον Δεκέμβριο, έναντι 52,2 €/MWh από την αρχή του έτους έως τέλος Σεπτεμβρίου). Οι τιμές της αγοράς στην Ελλάδα είναι από τον Οκτώβριο και μετά για πρώτη φορά σταθερά χαμηλότερες από αυτές της Ιταλίας σε επίπεδα άνω των 10 €/MWh (έναντι 5,76 από την αρχή του έτους έως τέλος Σεπτεμβρίου).

Σύμφωνα με τα δεδομένα, οι παρεμβάσεις που έγιναν έχουν ως αποτέλεσμα να οδηγούνται οι τιμές της ημερήσιας αγοράς όσο πιο χαμηλά γίνεται ενώ αυξήθηκαν ή τείνουν να αυξηθούν, παράλληλα, όλες οι διοικητικές χρεώσεις: το τέλος ΑΠΕ που πληρώνουν όλοι οι καταναλωτές και οι χρεώσεις που πληρώνουν οι ανεξάρτητοι προμηθευτές (ΑΔΙ, κόστος κάλυψης μεταβλητού κόστους μονάδων και λοιπές προσαυξήσεις).

Οι παρεμβάσεις

Από τον Οκτώβριο 2010 υποτίθεται ότι ενεργοποιήθηκαν πλήρως οι διατάξεις του Κώδικα Συναλλαγών της Αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, επήλθε δηλαδή η «Πέμπτη Ημέρα Αναφοράς». Κατά τις αρχικές διατάξεις του Κώδικα, μετά την Πέμπτη Ημέρα Αναφοράς θα έπρεπε η αγορά να λειτουργεί πλήρως (τόσο για την ενέργεια, όσο και για την ισχύ - ΑΔΙ).

Όμως, τρεις καθοριστικές παρεμβάσεις οδήγησαν την αγορά σε ένα μεταβατικό - και πάλι –καθεστώς, του οποίου τα αποτελέσματα έχουν αρχίσει να φαίνονται:

1. Παρατάθηκε η λειτουργία της αγοράς για τα Αποδεικτικά Διαθεσιμότητας Ισχύος (ΑΔΙ). Η τιμή των ΑΔΙ, δηλαδή η αμοιβή των παραγωγών για την ισχύ, συνεχίζει να καθορίζεται διοικητικά, με απόφαση της Υπουργού. Μάλιστα, για προστασία των ιδιωτών παραγωγών ρεύματος που έχουν προχωρήσει σε μεγάλες επενδύσεις, παρότι υπάρχει υπερπροσφορά ισχύος λόγω της μείωσης του φορτίου και την είσοδο νέων μονάδων, η τιμή των ΑΔΙ αυξήθηκε από 35.000 σε 45.000 € το χρόνο.

2. Έγινε μόνιμος μηχανισμός της αγοράς η «ανάκτηση του μεταβλητού κόστους» των μονάδων. Με αυτόν, όταν μία μονάδα παραγωγής λειτουργεί, ο ΔΕΣΜΗΕ εγγυάται ότι θα λάβει αμοιβή τουλάχιστον ίση με το μεταβλητό της κόστος προσαυξημένο κατά ένα ποσοστό (για το οποίο υπάρχουν σκέψεις να αυξηθεί από 5% σε 10%). Άρα, οι «ακριβές» μονάδες παραγωγής (φυσικού αερίου) αμείβονται πάντα βάσει του κόστους τους (όσο και αν είναι αυτό) συν ένα κέρδος.

3. Αναβλήθηκε η εφαρμογή του μηχανισμού των ποινών για «αποκλίσεις», ο οποίος διασφάλιζε ότι οι μονάδες παραγωγής ακολουθούν τις εντολές του ΔΕΣΜΗΕ. Λόγω της αδρανοποίησης του μηχανισμού αυτού, η ΔΕΗ μπορεί, εάν το επιθυμεί, να δηλώνει όλες τις μονάδες διαθέσιμες για παραγωγή και με τον τρόπο αυτό να πέφτουν οι τιμές της αγοράς (υπερβολική προσφορά), αλλά όταν ο ΔΕΣΜΗΕ τις καλεί να λειτουργήσουν αυτό να μην μπορεί να γίνει και παράλληλα να μην υπάρχει κανένα κόστος για τη ΔΕΗ.

Σύμφωνα με την «ανάγνωση» που κάνουν παράγοντες της αγοράς για όσα συμβαίνουν με την Οριακή Τιμή, με τις δύο πρώτες παρεμβάσεις, οι ανεξάρτητοι παραγωγοί έγιναν «αδιάφοροι» για τις τιμές της αγοράς: αμείβονται με σταθερό τίμημα για την ισχύ και την ενέργεια που προσφέρουν. Αρκεί, να δίνουν πολύ χαμηλές προσφορές για να ενταχθούν στα προγράμματα του ΔΕΣΜΗΕ, ρίχνοντας έτσι τις τιμές. Οι ίδιοι αμείβονται σε διπλάσιες σχεδόν τιμές (περίπου 68 €/MWh) από αυτές της αγοράς (περίπου 40 €/MWh).

Πρέπει να σημειωθεί ότι η ΔΕΗ έχει άμεσο συμφέρον να μένουν οι τιμές στην Ημερήσια Αγορά όσο πιο χαμηλά γίνεται καθώς αγοράζει πολύ μεγαλύτερες ποσότητες ενέργειας από τους εισαγωγείς από αυτές που πουλά (μέσω της ημερήσιας αγοράς) στους εξαγωγείς και στους προμηθευτές για τη λιανική. Επιπλέον, σημαντικό όφελος έχει και από την υπόθεση των ΑΠΕ. Οι ΑΠΕ αμείβονται καταρχήν από την οριακή τιμή της αγοράς και η διαφορά (έως τη συνολική υψηλότερη αμοιβή που πληρώνονται βάσει νόμου οι ΑΠΕ) καλύπτεται από το Ειδικό Τέλος ΑΠΕ. Με μειωμένες λοιπόν τις τιμές της αγοράς, το έλλειμμα που πρέπει να καλύψει το Τέλος ΑΠΕ είναι μεγαλύτερο. Γι αυτό άλλωστε διεξάγεται και σήμερα συζήτηση για εκ νέου αύξηση του Τέλους ΑΠΕ. Η αύξηση, δε, ως γνωστόν, του Τέλους ΑΠΕ επιβαρύνει τους καταναλωτές. Αντίθετα αν είχαμε υψηλότερες τιμές της Οριακής Τιμής, η ΔΕΗ ως προμηθευτής που αγοράζει τις μεγάλες ποσότητες από την αγορά θα κάλυπτε η ίδια πολύ μεγαλύτερο ποσοστό της αμοιβής των ΑΠΕ που τώρα πρέπει να καλύψει μια αύξηση του ειδικού τέλους. Με βάση αυτό το σκεπτικό, η ΔΕΗ έχει κάθε λόγο να αξιοποιήσει την τρίτη από της παρεμβάσεις του μεταβατικού καθεστώτος για να κρατήσει την Οριακή Τιμή χαμηλά.

Πρέπει τέλος να σημειωθεί και το εξής: Οι χαμηλές τιμές στην ημερήσια αγορά, εκτός από τη ΔΕΗ, είναι συμφέρουσες και για τους ανεξάρτητους προμηθευτές – εμπόρους, οι οποίοι έτσι αγοράζουν φθηνά ρεύμα και μπορούν να ανταγωνιστούν, για παράδειγμα, τη ΔΕΗ στη λιανική. Αυτό ισχύει εν μέρει, ωστόσο οι ανεξάρτητοι προμηθευτές που αγοράζουν ενέργεια από την ημερήσια αγορά (για εξαγωγές ή λιανική) χρεώνονται με πολύ υψηλές πρόσθετες χρεώσεις (για την κάλυψη όλων των διοικητικών μηχανισμών αμοιβής των παραγωγών). Έτσι, ένας προμηθευτής που αγοράζει 1 MWh από την αγορά (για να την προμηθεύσει σε πελάτη του ή να την εξάγει) πληρώνει 8 έως 20 € παραπάνω από την τιμή με την οποία ο ίδιος πουλά την ίδια MWh στην αγορά.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM