IEA - World Energy Outlook 2013: Ενέργεια και Ανταγωνιστικότητα
Το ενεργειακό κόστος θα μπορούσε να αποτελέσει παράγοντα ζωτικής σημασίας για τη διεθνή ανταγωνιστικότητα των ενεργοβόρων βιομηχανιών, ειδικά στις περιπτώσεις όπου η ενέργεια κατέχει σημαντικό μερίδιο στα συνολικά κόστη παραγωγής, όπως συμβαίνει για παράδειγμα στον κλάδο των χημικών, σημειώνει η ΙΕΑ στο World Energy Outlook 2013.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι διαφοροποιήσεις που παρατηρούνται μεταξύ των περιφερειακών αγορών όσον αφορά τις τιμές ενέργειας (κυρίως σε ηλεκτρισμό και φυσικό αέριο) έχουν πλέον τεθεί σε πρώτο πλάνο, ειδικά τα τελευταία χρόνια όπου παρατηρείται διεύρυνση αυτών των διαφορών. Πρόκειται για διεύρυνση στην οποία σημαντικό ρόλο έχει παίξει η αξιοσημείωτη πτώση των τιμών αερίου που έχει καταγραφεί στις ΗΠΑ, χάρη στην έκρηξη στην παραγωγή σχιστολιθικού αερίου που βρίσκεται σε εξέλιξη τα τελευταία χρόνια.
Σύμφωνα με την έκθεση, παρόλο που το χάσμα στις τιμές αερίου μεταξύ των περιφερειακών αγορών μικραίνει, οι τιμές ηλεκτρισμού και αερίου για τη βιομηχανία σε Ευρωπαϊκή Ένωση και Ιαπωνία είναι σχεδόν διπλάσιες σε σχέση με τις αντίστοιχες στις ΗΠΑ το 2035.
Αυτές οι ανισότητες αναμένεται να επιδράσουν αρνητικά στις εξαγωγές των ευρωπαϊκών και ιαπωνικών ενεργοβόρων βιομηχανιών. Ωστόσο, η ΕΕ καταφέρνει να διατηρήσει την πρωτιά της στο συγκεκριμένο κλάδο.
Η ΙΕΑ μελετά εξάλλου την επίδραση κι άλλων παραγόντων στο βιομηχανικό ενεργειακό κόστος, όπως για παράδειγμα η φορολογία και οι επιδοτήσεις.
Οι διαφοροποιήσεις στις τιμές
Οι χαμηλές τιμές φυσικού αερίου που έχει εξασφαλίσει στις ΗΠΑ το σχιστολιθικό αέριο καθιστούν πλέον τη χώρα σημείο αναφοράς για τη μελέτη των διαφοροποιήσεων που παρατηρούνται μεταξύ των διαφόρων περιφερειακών αγορών.
Η ΙΕΑ στέκεται ιδιαίτερα στις αγορές της Ευρώπης και της Ιαπωνίας, όπου οι συγκρίσεις με τις ΗΠΑ είναι εντυπωσιακές: στη μεν περίπτωση της Ευρώπης οι τιμές εισαγωγής φυσικού αερίου είναι αυτή τη στιγμή σχεδόν τριπλάσιες συγκριτικά με τις ΗΠΑ ενώ στην Ιαπωνία σχεδόν πενταπλάσιες. Όσον αφορά τον ηλεκτρισμό, οι βιομηχανικοί καταναλωτές σε Ευρώπη και Ιαπωνία πληρώνουν κατά μέσο όρο πάνω από τις διπλάσιες τιμές συγκριτικά με τους ανταγωνιστές τους στις ΗΠΑ.
Πέραν ωστόσο από το θέμα του αμερικανικού σχιστολιθικού αερίου, το οποίο έχει μειώσει σημαντικά τις χονδρικές τιμές αερίου στις ΗΠΑ, υπάρχουν κι άλλοι παράγοντες που έχουν συμβάλει στη διαμόρφωση των προαναφερθέντων διαφορών στις τιμές. Στους σημαντικότερους παράγοντες περιλαμβάνεται η αύξηση στην τιμολόγηση του φυσικού αερίου βάσει των τιμών του πετρελαίου (ιδιαίτερα σε Ευρώπη και Ασία/Ειρηνικό) αλλά και οι υψηλότερες τιμές spot για το LNG στην Ασία.
Το μεγαλύτερο πάντως χάσμα καταγράφηκε στα μέσα του 2012 οπότε οι τιμές αερίου στην Ευρώπη ήταν σχεδόν πενταπλάσιες από τις αντίστοιχες στις ΗΠΑ ενώ στην Ιαπωνία σχεδόν επταπλάσιες. Από το 2012 έως σήμερα οι διαφορές έχουν καταγράψει αξιόλογη μείωση.
Όσον αφορά τον ηλεκτρισμό οι τελικές τιμές για τη βιομηχανία διαφοροποιούνται σημαντικά μεταξύ των περιφερειακών αγορών. Έως κάποιο βαθμό αυτές οι διαφοροποιήσεις οφείλονται στα διαφορετικά κόστη των καυσίμων ηλεκτροπαραγωγής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η θετική επίδραση που είχε στις τιμές ηλεκτρισμού στις ΗΠΑ η πτώση των τιμών του φυσικού αερίου, ενός από τα βασικότερα καύσιμα ηλεκτροπαραγωγής.
Οι φθηνότερες πάντως τιμές ηλεκτρισμού καταγράφονται στη Μέση Ανατολή, κάτι που οφείλεται στα ιδιαίτερα χαμηλά κόστη παραγωγής αλλά και στις διάφορες επιδοτήσεις.
Στα παρακάτω διαγράμματα φαίνονται i) οι αναλογίες μεταξύ των τιμών εισαγωγής αερίου σε Ευρώπη/Ιαπωνία και της τιμής spot στις ΗΠΑ και ii) τα ενεργειακά κόστη της βιομηχανίας ανά καύσιμο και χώρα για το 2012 (κλικ στην εικόνα για πλήρες μέγεθος):
Όσον αφορά το σταθμισμένο μέσο κόστος των τιμών όλων των καυσίμων που χρησιμοποιούνται στη βιομηχανία, συμπεριλαμβανομένων των φόρων, αυτό έχει αυξηθεί, την τελευταία δεκαετία, σε όλες σχεδόν τις χώρες αλλά με διαφορετικούς ρυθμούς. Για παράδειγμα, στην Ινδία έχει καταγραφεί συγκρατημένη αύξηση των τιμών, κυρίως λόγω των επιδοτήσεων. Αντιθέτως, στη Βραζιλία, την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Κίνα, οι τιμές, από το 2002 έως το 2012 κατέγραψαν αύξηση άνω του 100%. Στο παρακάτω διάγραμμα φαίνεται η εξέλιξη των μέσω ενεργειακών τιμών για τη βιομηχανία ανά περιοχή:
Ο ρόλος των φόρων και των επιδοτήσεων
Όπως σημειώνεται στην έκθεση, μέρος των διαφοροποιήσεων στις τιμές οφείλεται στους επιβαλλόμενους φόρους. Μάλιστα, η ΙΕΑ τονίζει ότι ειδικά σε κάποιες αγορές, όπως για παράδειγμα στην Ευρώπη, οι φόροι που πληρώνει η βιομηχανία για την προμήθεια ενέργειας είναι υψηλοί.
Είναι χαρακτηριστικό για παράδειγμα ότι στη Γερμανία οι φόροι αποτελούν το 1/3 του συνολικού κόστους ηλεκτρισμού για τη βιομηχανία ενώ στη Γαλλία το αντίστοιχο μερίδιο ανέρχεται σε 15%. Αντιθέτως, στην περίπτωση των ΗΠΑ, παρόλο που δεν είναι γνωστός ο μέσος όρος, η συμμετοχή των φόρων είναι σε σαφώς χαμηλότερα επίπεδα.
Στον παρακάτω πίνακα φαίνεται το μερίδιο που κατέχουν οι φόροι στο ενεργειακό κόστος σε 7 επιλεγμένες αγορές:
Σχετικά με τις επιδοτήσεις, η ΙΕΑ σημειώνει ότι η χορήγηση επιδοτήσεων κατανάλωσης ενέργειας μπορεί να κάνουν τις ενεργοβόρες βιομηχανίες πιο ανταγωνιστικές, ωστόσο στην πραγματικότητα, στη συνολική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, οι επιπτώσεις είναι αρνητικές. Και αυτό διότι οι επιδοτήσεις δημιουργούν στρεβλώσεις στην αγορά οι οποίες είναι πιθανό να οδηγήσουν σε ανορθολογική κατανομή των πόρων και σε απώλεια οικονομικής αποδοτικότητας και κοινωνικής ευημερίας.
Πάντως, η ΙΕΑ τονίζει ότι οι επιδοτήσεις συμβάλουν στις διαφοροποιήσεις των τιμών μεταξύ των περιφερειακών αγορών ενώ ειδικά σε κάποιες χώρες εκτός ΟΟΣΑ (και κυρίως σε εξαγωγείς πετρελαίου) ο ρόλος τους είναι ιδιαίτερα σημαντικός. Για παράδειγμα, οι τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου για τη βιομηχανία, στις περισσότερες περιοχές της Μέσης Ανατολής είναι κατά πολύ χαμηλότερες από τις διεθνείς τιμές, προσδίδοντας έτσι στη βιομηχανία των εν λόγω περιοχών ένα σημαντικό συγκριτικό πλεονέκτημα. Την ίδια στιγμή όμως υπάρχουν σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στο σύνολο της οικονομίας αλλά και στο περιβάλλον (αύξηση ρύπων λόγω υπερκατανάλωσης ενέργειας κλπ).
Οι προβλέψεις για το ενεργειακό κόστος
Σύμφωνα με το σενάριο New Policies, οι διαφορές στις τιμές του φυσικού αερίου μεταξύ των περιφερειακών αγορών αναμένεται να μειωθούν. Ωστόσο, οι διαφορές παραμένουν υψηλές έως το 2035, οπότε οι τιμές στις ΗΠΑ, όπως φαίνεται και στο ακόλουθο διάγραμμα, είναι σχεδόν οι μισές σε σχέση με την Ευρώπη και την Ιαπωνία.
Σε απόλυτους όρους, οι τιμές ηλεκτρισμού για τη βιομηχανία προβλέπεται να αυξηθούν στις περισσότερες χώρες έως το 2035. Αυτό οφείλεται κυρίως στην εξέλιξη των τιμών χονδρικής, οι οποίες αυξάνονται καθώς αυξάνονται οι τιμές των ορυκτών καυσίμων, στις απαιτήσεις επενδύσεων αλλά και στην τιμολόγηση του CO2 σε ορισμένες χώρες. Η Ιαπωνία αποτελεί ωστόσο μία σημαντική εξαίρεση καθώς οι τιμές της είναι ήδη πολύ υψηλές λόγω του ατυχήματος στη Φουκουσίμα. Είναι περίπου τριπλάσιες συγκριτικά με αυτές των ΗΠΑ, 65% υψηλότερες σε σχέση με την Κίνα και 35% υψηλότερες σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι τιμές ηλεκτρισμού στην Ιαπωνία αναμένεται τα επόμενα χρόνια να κινηθούν πιο κοντά στις μέσες τιμές της τελευταίες δεκαετίας, καταγράφοντας πτώση μέχρι τις αρχές του 2020 και σταθεροποιούμενες μετά. Αυτό συμβαίνει καθώς οι πυρηνικές μονάδες ξαναξεκινούν την παραγωγή ενέργειας, όπως προβλέπεται στο σενάριο New Policies, ενώ παράλληλα η ανάπτυξη των ΑΠΕ μειώνει την ανάγκη παραγωγής από ακριβές μονάδες πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Στις ΗΠΑ, οι τιμές ηλεκτρισμού για τη βιομηχανία αυξάνονται καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου που μελετά η έκθεση, ωστόσο παραμένουν σε αρκετά χαμηλότερα επίπεδα συγκριτικά με την ΕΕ, την Ιαπωνία και την Κίνα. Η αύξηση των τιμών στις ΗΠΑ οφείλεται κυρίως στην αύξηση των τιμών των ορυκτών καυσίμων, στην ανάκτηση του κόστους επενδύσεων για τις νέες μονάδες ηλεκτροπαραγωγής αλλά και στην επέκταση του δικτύου.
Όσον αφορά την Ευρωπαϊκή Ένωση, οι τιμές ηλεκτρισμού για τους τελικούς βιομηχανικούς καταναλωτές είναι αυτή τη στιγμή πάνω από διπλάσιες συγκριτικά με τις ΗΠΑ. Η διαφορά στις τιμές μεταξύ ΕΕ και ΗΠΑ αυξάνεται ελαφρώς στο σενάριο New Policies κυρίως λόγω της αύξησης των τιμών χονδρικής στην ΕΕ. Ο βασικός λόγος αύξησης των τιμών χονδρικής στην ΕΕ είναι η ανάκτηση του κόστους επενδύσεων για τις νέες μονάδες ηλεκτροπαραγωγής. Το κόστος του CO2 συμβάλει επίσης, λιγότερο ωστόσο, στην αύξηση των τιμών χονδρικής. Παράλληλα, αυξάνονται και οι επιδοτήσεις για τις ΑΠΕ μέχρι το 2030, συνεισφέροντας και αυτές στην αύξηση των τιμών για τη βιομηχανία.
Στην Κίνα, οι τιμές ηλεκτρισμού για τη βιομηχανία το 2012 ήταν σχεδόν διπλάσιες συγκριτικά με αυτές των ΗΠΑ. Σε απόλυτους όρους, οι διαφοροποιήσεις στις τιμές διευρύνονται ελαφρώς στο σενάριο New Policies.
Στα διαγράμματα που ακολουθούν αποτυπώνονται: i) οι προβλέψεις για το κόστος ηλεκτρισμού στη βιομηχανία και ii) οι αναλογίες μεταξύ του κόστους ηλεκτρισμού στη βιομηχανία σε ΕΕ/Κίνα/Ιαπωνία και ΗΠΑ:
Ενεργειακό κόστος και βιομηχανική ανταγωνιστικότητα
Η «ευαισθησία» κάθε τομέα της βιομηχανίας, ανά χώρα, στις αυξήσεις του ενεργειακού κόστους εξαρτάται κατά κύριο λόγο από την ενεργειακή ένταση του εκάστοτε κλάδου, δηλ. πόσο ενεργοβόρος είναι, αλλά και από τον βαθμό εμπορευσιμότητας των παραγόμενων προϊόντων (όπου εκεί υπεισέρχονται θέματα κόστους μεταφοράς κλπ). Στις κυριότερες ενεργοβόρες βιομηχανίες περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, τα χημικά, το αλουμίνιο, το τσιμέντο και η παραγωγή χαρτιού.
Κατά μέσο όρο, σε παγκόσμιο επίπεδο, το 2011, κάθε δολάριο βιομηχανικής προστιθέμενης αξίας περιελάμβανε τη χρήση περίπου 135 γραμμάρια ισοδύναμου πετρελαίου, αξίας 0,07 δολ. Εάν μία βιομηχανία σε κάποια περιοχή πληρώνει 50% περισσότερο από τον παγκόσμιο μέσο όρο για την ενέργεια που καταναλώνει, τα συνολικά της κόστη θα είναι κατά 3,5% υψηλότερα (υποθέτοντας ότι όλα τα υπόλοιπα κόστη που σχετίζονται με την παραγωγή είναι ίδια). Ωστόσο, για κάποιους σημαντικούς βιομηχανικούς κλάδους, η ενέργεια αποτελεί σημαντικό μέρος του παραγωγικού κόστους. Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι υψηλές ενεργειακές τιμές μπορούν να αποτελέσουν σημαντικό μειονέκτημα.
Στο παρακάτω διάγραμμα αποτυπώνεται η ενεργειακή ένταση διαφόρων υπο – κλάδων της βιομηχανίας ανά περιοχή για το 2011:
Όπως επισημαίνει η ΙΕΑ, υπάρχουν διάφορες ενδείξεις ότι η βιομηχανία των ΗΠΑ γίνεται πιο ανταγωνιστική σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση, την Ιαπωνία και κάποιες άλλες χώρες – εισαγωγείς ενέργειας (συμπεριλαμβανομένης της Κίνας), λόγω των χαμηλών ενεργειακών τιμών (τουλάχιστον εν μέρει). Ωστόσο, στην έκθεση τονίζεται ότι παρά τις ενδείξεις ότι οι επενδύσεις στη βιομηχανία των ΗΠΑ έχουν αρχίσει να ενισχύονται, είναι ακόμη νωρίς ώστε οι πρόσφατες αλλαγές που έχουν σημειωθεί στην ενεργειακή ανταγωνιστικότητα να έχουν άμεσα αποτελέσματα στην παραγωγή της βιομηχανίας και την απασχόληση.
Οι προβλέψεις
Συνολικά, η χρήση ενέργειας στη βιομηχανία κατέγραψε αύξηση της τάξης του 55% το διάστημα 1987 – 2011 ενώ, σύμφωνα με το σενάριο New Policies, έως το 2035 αναμένεται να σημειωθεί περαιτέρω αύξηση 37%.
Βάσει του ίδιου σεναρίου, ενεργοβόρες βιομηχανίες όπως αυτή του τσιμέντου αναμένεται να σημειώσουν επιβράδυνση όσον αφορά την ενεργειακή ζήτηση ενώ σε αντίθετη τροχιά θα κινηθούν κλάδοι όπως τα χημικά. Στο παρακάτω διάγραμμα φαίνεται η πρόσθετη ενεργειακή ζήτηση ανά βιομηχανικό υπο – κλάδο και καύσιμο για το διάστημα 1987 – 2011 και οι αντίστοιχες προβλέψεις για το διάστημα 2011 – 2035:
Πάντως, η ενεργειακή ζήτηση στο σύνολο των βιομηχανικών κλάδων προβλέπεται να διπλασιαστεί σχεδόν, κυρίως λόγω της αυξανόμενης παραγωγής σε τομείς όπως η κλωστοϋφαντουργία και η παραγωγή αυτοκινήτων.
Μειώνεται το μερίδιο των εξαγωγών των ευρωπαϊκών ενεργοβόρων βιομηχανιών
Σε δυσχερή θέση αναμένεται να βρεθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση όσον αφορά τις εξαγωγές των ενεργοβόρων βιομηχανιών της καθώς πέρα από το υψηλό ενεργειακό κόστος, ανακύπτουν ζητήματα όπως για παράδειγμα οι μεγαλύτερες πλέον αποστάσεις από καταναλωτικά κέντρα όπως η Ασία.
Ανάλογη πτώση προβλέπεται να σημειωθεί και στην περίπτωση της Ιαπωνίας.
Μάλιστα, και οι δύο αγορές μαζί (Ιαπωνία & ΕΕ) εκτιμάται ότι θα χάσουν 30% από το σημερινό τους μερίδιο, παρόλο που η ΕΕ θα παραμείνει η κορυφαίος εξαγωγέας τέτοιου τύπου προϊόντων. Ειδικότερα, το 2035, οι εξαγωγές της ευρωπαϊκής ενεργοβόρου βιομηχανίας είναι υψηλότερες από το σύνολο των αντίστοιχων εξαγωγών των ΗΠΑ, της Κίνας και της Ιαπωνίας μαζί.
Πάντως οι ΗΠΑ αναμένεται να καταγράψουν μικρή αύξηση του μεριδίου τους στις εξαγωγές των ενεργοβόρων βιομηχανιών, ειδικά στην αγορά της Ασίας.
Στο παρακάτω διάγραμμα φαίνονται οι προβλέψεις για τα μερίδια των ενεργειακών αγορών όσον αφορά τις εξαγωγές των ενεργοβόρων βιομηχανιών:
(Απόδοση - Επιμέλεια: Έλενα Κοτσίφη)