Η πολιτεία μετατρέπει την Πράσινη Ανάπτυξη σε φούσκα
Και φυσικά αναφερόμαστε στη «φούσκα», όπως τελικά κατέληξε και χαρακτηρίσθηκε από το σύνολο του επιχειρηματικού και πολιτικού κόσμου της χώρας, των εγκαταστάσεων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από φωτοβολταϊκά.
Το μόνο σίγουρο είναι ότι τα επόμενα χρόνια η περίπτωση αυτή θα αποτελεί αντικείμενο μελέτης (case study) για τα πανεπιστημιακά ιδρύματα που διδάσκουν επιχειρηματική στρατηγική, αφού μόνο μια χώρα σαν την Ελλάδα θα μπορούσε, μέσα σε διάστημα μόλις 5 ετών, να ανατρέψει ολοκληρωτικά τα δεδομένα και να οδηγήσει σε καταστροφή μερικές χιλιάδες μικροεπενδυτές που πίστεψαν στις εξαγγελίες της και επένδυσαν τα χρήματά τους για να εξασφαλίσουν μελλοντικές ικανοποιητικές αποδόσεις.
Μόνο μια χώρα σαν την Ελλάδα, όπου το πολιτικό σύστημα συνεχίζει ακόμη και σήμερα σε μεγάλο βαθμό να ελέγχεται από συγκεκριμένα επιχειρηματικά συμφέροντα μεγάλων και ισχυρών οικογενειών, στραγγαλίζοντας κάθε προσπάθεια επιχειρηματικότητας και διείσδυσης μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε αγορές όπως αυτή της ενέργειας που θεωρούνταν «ταμπού» και ελέγχονταν κατ’ αποκλειστικότητα από το κράτος και λίγους αλλά ισχυρούς επιχειρηματίες, θα μπορούσε να αθετήσει τις υπογραφές της, να αποσύρει κακήν κακώς όλα όσα διακήρυττε περί πράσινης επιχειρηματικότητας και ανάπτυξης, να απειλεί με τον πιο απαράδεκτο και αντιδημοκρατικό τρόπο ότι αν δεν συμμορφωθούν οι επενδυτές με τις μονομερείς παρεμβάσεις στα συμβόλαιά τους θα πάψει να προμηθεύεται την ενέργεια που παράγουν και να προσπαθεί με ψεύτικα διλήμματα προς τους βουλευτές να εκβιάσει ψήφιση αντισυνταγματικών νόμων.
Οι επενδύσεις στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από φωτοβολταϊκά συστήματα αποτέλεσαν μια από τις ελάχιστες ευχάριστες εξαιρέσεις την περίοδο της κρίσης, 2009-2013, που έδωσαν δουλειά σε 50.000 ελληνικά χέρια και έριξαν στην αγορά χρήματα της τάξης των 5 δις €, δίνοντας σημαντική βοήθεια και ανάσα στην ελληνική οικονομία.
Οι άνθρωποι που αποφάσισαν αυτή τη δύσκολη περίοδο να επενδύσουν τα χρήματά τους στη συγκεκριμένη δραστηριότητα γιατί εμπιστεύτηκαν τις εξαγγελίες του κράτους, μελέτησαν τα οικονομοτεχνικά δεδομένα που είχαν διαθέσιμα στα χέρια τους, ενισχύθηκαν από το τραπεζικό σύστημα το οποίο επίσης αξιολόγησε και έκρινε τις επενδύσεις αυτές ως βιώσιμες και κερδοφόρες, σήμερα θεωρούνται κορόιδα, τζογαδόροι, κερδοσκόποι και ως τέτοιοι πρέπει να τιμωρηθούν από το δήθεν κράτος δικαίου. Πρέπει να τους επιβληθούν αναδρομικές περικοπές στις τιμές πώλησης της ενέργειας, να τους αφαιρεθεί αναδρομικά η παραγωγή 5 περίπου μηνών και να τους επιβληθούν μια σειρά μέτρων που παραβιάζουν κάθε έννοια δικαίου και καταστρέφουν την επιχειρηματική δραστηριότητα, ενώ ταυτόχρονα στέλνουν και το αρνητικό μήνυμα προς τις αγορές να μην επιχειρήσουν ποτέ να επενδύσουν σε αυτή τη χώρα η οποία δεν τηρεί τις συμβάσεις και επιχειρεί να τις μεταβάλει μονομερώς.
Κάποιοι, αναλαμβάνοντας το ρίσκο της πρωτοποριακής τεχνολογίας και του υψηλού αρχικού κεφαλαίου επένδυσης, επένδυσαν τα χρήματά τους προκειμένου να κερδίσουν μελλοντικές αποδόσεις γιατί πράγματι αυτή είναι η βασική αρχή των επενδύσεων. Χάρη σε αυτούς του κάποιους, σήμερα, βρισκόμαστε στην ευχάριστη θέση να συζητάμε για ευθέως ανταγωνιστικό κόστος της ενέργειας που προέρχεται από τις ΑΠΕ σε σχέση με το αντίστοιχο των συμβατικών πηγών. Χάρη σε αυτούς τους κάποιους μπορούμε να σχεδιάζουμε έναν κόσμο πιο φιλικό προς τον άνθρωπο. Χάρη σε αυτούς τους κάποιους οι τοπικές οικονομίες καρπώθηκαν έσοδα που αναδιανεμήθηκαν και ενίσχυσαν τη ρευστότητα. Και όμως, αυτούς τους κάποιους έρχεται σήμερα το ελληνικό κράτος και τους τιμωρεί και τους καταστρέφει. Είναι οι επιχειρηματίες που πρέπει να θυσιαστούν στο βωμό των μεγάλων συμφερόντων για να αποδειχθεί περίτρανα για μια ακόμη φορά ότι σε αυτή τη χώρα όπου το κράτος ακουμπά την επιχειρηματικότητα, τη διαλύει, την καταστρέφει, την εξοντώνει.
Η περίπτωση των φωτοβολταϊκών είναι ακόμη μια χαρακτηριστική περίπτωση πολιτικής ανικανότητας σχεδιασμού, οργάνωσης και ελέγχου μιας αγοράς με ξεκάθαρους επιχειρηματικούς όρους. Είναι το σύνδρομο του πολιτικού αμοραλισμού που κατατρέχει όλες σχεδόν τις εκφάνσεις του πολιτικού μας βίου και καταστρέφει κάθε προσπάθεια ορθής επιχειρηματικής πρακτικής που θα αποτελούσε πολλαπλασιαστή εγγύησης για το μέλλον των παιδιών μας.
Ενώ το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για τις ΑΠΕ προέβλεπε συνολική παραγωγή από φωτοβολταϊκά 2.200 MW μέχρι το 2020, ήδη το 2007 στην ΡΑΕ είχαν κατατεθεί αιτήσεις για πάνω από 3.500 MW. Ούτε όμως τότε η πολιτεία πάτησε φρένο, αλλά το 2010 με τον Ν3851/2010 αντί να λάβει μέτρα, καλλιέργησε προσδοκίες για εγγυημένο εισόδημα και προσέλκυσε και το ενδιαφέρον χιλιάδων αγροτών (μικροπολιτική ακόμη και από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης). Μόνο το Νοέμβριο του 2012 το ΥΠΕΚΑ, με τρόπο πρόχειρο και αντισυνταγματικό επιχείρησε να θέσει υπό έλεγχο την κατάσταση μέσω της αναστολής νέων αδειοδοτήσεων για τα φωτοβολταϊκά, της επιβολής έκτακτης εισφοράς στους παραγωγούς πράσινης ενέργειας και της μείωσης των αποζημιώσεων για τους καινούριους επενδυτές, χωρίς ωστόσο σημαντικό αποτέλεσμα, αφού ήδη ήταν αργά.
Σε κάθε περίπτωση, είναι ανεπίτρεπτο να μην μπορούμε να συμμαζέψουμε την αγορά ενέργειας όταν γύρω μας υπάρχουν ήδη πρότυπα άλλων χωρών που λειτουργούν με όρους υγιούς ανταγωνισμού έχοντας εντάξει στο σύστημα με ομαλότητα και προγραμματισμό τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, προ όφελος πάντα της χώρας τους και των πολιτών της.
(του του Β’ Αντιπροέδρου της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων Ελλάδος και Προέδρου του Επιμελητηρίου Πέλλας, Ιορδάνη Τσώτσου)