“Dutch Disease” – Η Ολλανδική Νόσος στην εποχή της Πράσινης Τεχνολογίας
Η έννοια της Ολλανδικής Νόσου (“Dutch Disease”) κατέχει κεντρική θέση στη διεθνή μακροοικονομική θεωρία και τη συλλογιστική για την οικονομική θεωρία ανάπτυξη. Αρχικά επινοήθηκε για να περιγράψει τις αρνητικές επιπτώσεις των ανακαλύψεων φυσικού αερίου στην Ολλανδία κατά τη δεκαετία του 1960, και έχει εξελιχθεί σε ένα ευρύτερο αναλυτικό πλαίσιο για την κατανόηση του ερωτήματος: γιατί οι οικονομίες που ανακαλύπτουν ξαφνικά πόρους και αποκτούν υψηλές εισροές χρημάτων (ουρανοκατέβατα, απροσδόκητα έσοδα), όπως από εξορυσσόμενους υδρογονάνθρακες (πετρέλαιο, φυσικό αέριο) συχνά αναπτύσσονται ασύμμετρα και λιγότερο αποτελεσματικά συγκριτικά με εκείνες που είναι λιγότερο προικισμένες. Στον πυρήνα της βρίσκεται ένα παράδοξο: η αφθονία πόρων και εξ αυτών τα μεγάλα ξαφνικά εισοδήματα μπορούν να οδηγήσουν σε μακροοικονομικές στρεβλώσεις, να αποδυναμώσουν τους εμπορεύσιμους τομείς της οικονομίας και να μειώσουν την μακροπρόθεσμη αναπτυξιακή δυναμική. Στην κλασική της μορφή, η θεωρία έδινε έμφαση στην ανατίμηση των συναλλαγματικών ισοτιμιών και στην ασύμμετρη ανάπτυξη των παραγωγικών τομέων της οικονομίας, ως αποτέλεσμα των απροσδόκητων προσόδων.
Στη σύγχρονη παγκόσμια οικονομία, η Ολλανδική Νόσος παραμένει εξαιρετικά επίκαιρη, αλλά το πλαίσιο έχει αλλάξει. Η μετάβαση σε ενεργειακά συστήματα χαμηλών εκπομπών άνθρακα έχει δημιουργήσει ένα νέο πεδίο βιομηχανικού ανταγωνισμού με επίκεντρο τις πράσινες τεχνολογίες. Οι επενδύσεις, η καινοτομία και η δημόσια πολιτική επικεντρώνονται ολοένα και περισσότερο στις μπαταρίες, την παραγωγή ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, τον εκσυγχρονισμό του δικτύου, την αποθήκευση, το υδρογόνο, τα ηλεκτρονικά ισχύος και την απαλλαγή από τον άνθρακα στη βιομηχανία. Ωστόσο, σε αρκετές χώρες, όπως και πρόσφατα και στην Ελλάδα, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής θεωρούν την εξερεύνηση υδρογονανθράκων ως μια άμεση και πιο αποτελεσματική διέξοδο προς την οικονομική ανάπτυξη, συχνά με το σκεπτικό ότι οι επενδύσεις σε πράσινες τεχνολογίες είναι δαπανηρές, αβέβαιες και αργές στην απόδοση, ενώ μια σημαντική ανακάλυψη πετρελαίου ή φυσικού αερίου μπορεί να δημιουργήσει γρήγορα δημοσιονομικά και κατ’ επέκταση αναπτυξιακά οφέλη.
Αυτός ο συλλογισμός αποδεικνύεται λανθασμένος από την σκοπιά της ορθολογικής οικονομικής στρατηγικής. Αντιμετωπίζει την εξερεύνηση υδρογονανθράκων και τις επενδύσεις σε πράσινη τεχνολογία ως δήθεν αμοιβαία αποκλειόμενες στρατηγικές ανάπτυξης και υποθέτει ότι η επιλογή της δεύτερης σημαίνει θυσία της ευκαιρίας ανάπτυξης που αντιπροσωπεύει η πρώτη. Το πραγματικό ζήτημα, ωστόσο, δεν είναι αν κάποιος πρέπει να προτιμά τους υδρογονάνθρακες από την καθαρή τεχνολογία ή το αντίστροφο αφηρημένα. Το ζήτημα είναι τι είδους μοντέλο ανάπτυξης επιδιώκει να χτίσει μια χώρα υπό τις παρούσες συνθήκες έντονου τεχνολογικού ανταγωνισμού. Σε αυτό το πλαίσιο, η λογική της Ολλανδικής Νόσου αποκτά νέα σημασία. Ο κίνδυνος σήμερα δεν είναι απλώς ότι τα απροσδόκητα έσοδα από τους πόρους μπορεί να εκτοπίσουν την βιομηχανική ανάπτυξη. Είναι ότι μπορεί επίσης να εκτοπίσουν τη συμμετοχή στους τομείς το οικοσύστημα των οποίων διαμορφώνει τον τεχνολογικό ανταγωνισμό στο μέλλον.
Το σύγχρονο στρατηγικό δίλημμα
Η «Ολλανδική Νόσος» περιέγραφε αρχικά τον οικονομικό μετασχηματισμό που θα επέφερε το ξαφνικό απροσδόκητο έσοδο από ανακάλυψη πλούσιου πόρου. Θεωρείτο ότι η συναγόμενη εισροή κεφαλαίων μπορεί να αυξήσει την πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία και να πολλαπλασιάσει τις εγχώριες δαπάνες, αλλά ταυτόχρονα να στρέψει την εργασία και το κεφάλαιο προς μη παραγωγικούς τομείς της οικονομίας όπου θα καταναλώνονται τα απροσδόκητα έσοδα, σε βάρος των διεθνώς ανταγωνιστικών τομέων υπονομεύοντας την παραγωγικότητα για τα εμπορεύσιμα και εξαγώγιμα προϊόντα. Ο συλλογισμός αυτός ποτέ δεν οδήγησε στο συμπέρασμα ότι οι φυσικοί πόροι και η ανακάλυψή τους είναι επιβλαβείς για την οικονομία. Ήταν ότι τα απροσδόκητα κέρδη είναι επικίνδυνα όταν προκαλούν εφησυχασμό, υπερκατανάλωση και μη αποδοτική κατανομή των επενδύσεων.
Αυτό το συμπέρασμα ισχύει διαχρονικά, αλλά οι συνθήκες και κατά συνέπεια το αντικείμενο έχουν αλλάξει. Για πολλές χώρες σήμερα, το αν θα ανακαλύψουν πετρέλαιο ή φυσικό αέριο δεν είναι η κομβική στρατηγική επιλογή για την ανάπτυξη και η εξερεύνηση υδρογονανθράκων δεν αποτελεί υποκατάστατο της πράσινης τεχνολογικής εκβιομηχάνισης. Βεβαίως, είναι ελκυστικό πολιτική αφήγημα ότι αν ανακαλυφτούν πόροι θα ανακουφιστεί η χώρα δημοσιονομικά και μακροοικονομικά. Αλλά, ταυτόχρονα, η υγιής μακροχρόνια στρατηγική πρέπει να στηρίζεται στο αφήγημα ότι κάθε ευρώ που δαπανάται για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, καινοτομία, δίκτυα και βιομηχανική αναβάθμιση είναι χρήματα που δεν εκτρέπονται από επενδύσεις εξερεύνησης υδρογονανθράκων και δεν μειώνουν τις πιθανότητες απροσδόκητου κέρδους από υδρογονάνθρακες.
Είναι δηλαδή παραπλανητικό κάθε αφήγημα που έμμεσα αναφέρεται σε αντιπαλότητα των επενδύσεων αυτών. Η εξερεύνηση υδρογονανθράκων είναι ουσιαστικά μια αναζήτηση προσόδων από ένα πιθανολογούμενο υπόγειο περιουσιακό στοιχείο. Η επένδυση στην πράσινη τεχνολογία είναι μια αναζήτηση παραγωγικής ικανότητας, σωρευτικής μάθησης, διάχυσης της καινοτομίας και μείωσης του μοναδιαίου κόστους των αγαθών και υπηρεσιών. Το πρώτο μπορεί να αυξήσει το εισόδημα. Η πράσινη μετάβαση που βασίζεται σε βιομηχανικό οικοσύστημα καινοτόμων τεχνολογιών είναι πιο πιθανό να μεταμορφώσει την παραγωγική δομή της οικονομίας. Μια χώρα που ανακαλύπτει υδρογονάνθρακες μπορεί πράγματι να έχει απροσδόκητα έσοδα. Αλλά, μια χώρα που αναπτύσσει πράσινη τεχνολογική βιομηχανία αποκτά τη βάση για μακροπρόθεσμη οικονομική ανταγωνιστικότητα και ανάπτυξη.
Αυτή η διάκριση έχει μεγαλύτερη σημασία στο πλαίσιο των σημερινών συνθηκών από ό,τι σε προηγούμενες περιόδους, επειδή η δομή του παγκόσμιου ανταγωνισμού έχει αλλάξει. Στη σημερινή εποχή, η βιομηχανική και γεωπολιτική ισχύς εξαρτάται όλο και περισσότερο από την ταχύτητα με την οποία οι χώρες μπορούν να δημιουργήσουν, να απορροφήσουν και να κλιμακώσουν την καινοτομία. Το στρατηγικό ερώτημα δεν είναι πλέον απλώς ποιος ελέγχει ένα φυσικό αγαθό που φέρνει πρόσκαιρο πλούτο, αλλά ποιος μπορεί να κινηθεί ταχύτερα κατά μήκος της καμπύλης τεχνολογίας. Οι χώρες ανταγωνίζονται όχι μόνο για αποθέματα αλλά και για τροχιές εκμάθησης. Σε έναν τέτοιο κόσμο, το κόστος ευκαιρίας από τυχόν ολιγωρία ή αναβολή της συγκρότησης του οικοσυστήματος των πράσινων τεχνολογιών μπορεί να είναι μεγαλύτερο από το κόστος ευκαιρίας από τυχόν απώλεια μιας πιθανολογούμενης ανακάλυψης υδρογονανθράκων.
Ο μηχανισμός της Ολλανδικής Νόσου
Στην οικονομική θεωρία έχει γίνει αποδεκτό ότι η Ολλανδική Νόσος λειτουργεί μέσω του εξής μηχανισμού: Τα απροσδόκητα έσοδα από πόρους αυξάνει το εθνικό εισόδημα και χρηματοδοτεί αύξηση της κατανάλωσης η οποία εύλογα αφορά κυρίως σε αγαθά και υπηρεσίες στα οποία οι καταναλωτές δεν θα είχαν πρόσβαση χωρίς το απροσδόκητο εισόδημα. Αυτά έχουν μικρό πολλαπλασιαστικό αποτύπωμα στην εγχώρια οικονομία και βέβαια δεν συνεισφέρουν σε επενδύσεις για την ανάπτυξη καινοτόμου βιομηχανικής βάσης. Η αύξηση της κατανάλωσης συμβάλλει σε άνοδο των τιμών και των μισθών, που περαιτέρω αποδυναμώνουν την ανταγωνιστικότητα των εμπορεύσιμων τομέων, δηλαδή των βιομηχανικών προϊόντων που συμμετέχουν στο διεθνές εμπόριο. Το κράτος εξυγιαίνει το δημοσιονομικό του ισοζύγιο και τείνει να χρησιμοποιεί τα πλεονάσματα σε επιδοτήσεις εισοδήματος για τμήματα του πληθυσμού, τις οποίες αδυνατούσε να παράσχει χωρίς τα απροσδόκητα έσοδα. Είναι φανερό ότι ο μηχανισμός αυτός δεν προσανατολίζεται από μόνος του στην ανάπτυξη βιομηχανικής βάσης και καινοτομίας. Τα απροσδόκητα έσοδα δεν συνεισφέρουν σε αύξηση της παραγωγικότητας της οικονομίας. Έχει παρατηρηθεί ότι τα απροσδόκητα αυτά έσοδα έχουν επιπλέον θεσμικές και αναδιανεμητικές επιπτώσεις. Αποδυναμώνουν την κρατική πειθαρχία, επιτρέπουν δαπάνες με πολιτικά και όχι παραγωγικά κίνητρα, μειώνουν την προσφορά εργασίας και χωρίς πολιτική διόρθωση δρουν σε βάρος επενδύσεων με μακροχρόνια απόδοση για την παραγωγικότητα.
Βεβαίως υπάρχουν πολιτικές στρατηγικές που μπορούν να μετριάσουν τις αρνητικές επιπτώσεις στην παραγωγικότητα και στις επενδύσεις αλλά αυτές μπορούν να επιτευχθούν μόνο από συγκεκριμένες επιλογές του Κράτους, όπως η χρήση των απροσδόκητων εσόδων για χρηματοδότηση επενδύσεων σε υποδομές, βιομηχανία και καινοτομία, αντί της διανομής εισοδήματος. Υπάρχουν αρκετά τέτοια παραδείγματα, όπως η Νορβηγία, η οποία συγκρότησε ειδικό ταμείο χρηματοδότησης επενδύσεων για επόμενες γενιές, η Σαουδική Αραβία και άλλες χώρες που χρηματοδοτούν μεγάλες υποδομές για συγκρότηση παραγωγικής βάσης για την περίοδο μετά την εξάντληση των απροσδόκητων εσόδων. Οι επενδύσεις αυτές δεν προέρχονται από μηχανισμούς της αγοράς, δεν είναι πάντα ελκυστικές για ψηφοφόρους, και σε κάθε περίπτωση η αποδοτικότητά τους είναι περιορισμένη επειδή ακριβώς προέρχονται μόνο από το Κράτος.
Η ύπαρξη της Ολλανδικής Νόσου δεν υπονοεί ότι ο πλούτος των πόρων οδηγεί απαραίτητα σε αποτυχία. Η Νορβηγία είναι το τυπικό αντιπαράδειγμα. Αντιμετώπισε πολιτική πίεση, αλλά κατάφερε να επιτύχει πολιτικά τη συσσώρευση του πετρελαϊκού πλούτου σε ένα ταμείο που επένδυσε σε μεγάλο βαθμό στο εξωτερικό για να επιτύχει μακροπρόθεσμη πρόσοδο.
Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις χωρών που δεν είχαν την ωριμότητα και το πολιτικό σθένος της Νορβηγίας. Σε χώρες όπου η διακυβέρνηση είναι εύθραυστη και ο πλούτος είναι συγκεντρωμένος, οι μεγάλες εισροές από τους πόρους ενίσχυσαν την μη παραγωγική κατανάλωση, τη συγκρότηση ολιγαρχικών και απολυταρχικών δομών εξουσίας και οδήγησαν σε αύξηση της εξάρτησης από εισαγωγές τεχνολογίας και προϊόντων. Το πρόβλημα δεν είναι η ύπαρξη της απροσδόκητης προσόδου, αλλά το θεσμικό και πολιτικό περιβάλλον στο οποίο εμφανίζεται. Όμως δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι το απροσδόκητο έσοδο μπορεί να συμβάλλει στην επιδείνωση του θεσμικού και πολιτικού περιβάλλοντος τροφοδοτώντας ένα σπιράλ αρνητικών επιπτώσεων για την παραγωγική βάση της οικονομίας και την αποτελεσματική διακυβέρνηση.
Ο μηχανισμός της ανάπτυξης που βασίζεται στην πράσινη βιομηχανία και καινοτομία
Η εμπειρία σχετικά με την βιομηχανική ανάπτυξη μέσω της πράσινης τεχνολογικής καινοτομίας καταδεικνύουν ένα διαφορετικό οικονομικό μηχανισμό. Οι επενδύσεις σε πράσινη τεχνολογία μπορούν να δημιουργήσουν πολλαπλασιαστικές επιπτώσεις στην οικονομία, επειδή επηρεάζουν τις μεθόδους παραγωγής, τις υποδομές, τις βιομηχανικές διαδικασίες, την εκμάθηση του ανθρώπινου δυναμικού και τις δυνατότητες καινοτομίας σε πολλαπλούς τομείς. Το πράσινο βιομηχανικό οικοσύστημα είναι αυτό που στηρίζει την παραγωγή, κατασκευή, συντήρηση και εφοδιασμό για μονάδες ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, δικτυακές υποδομές, συστήματα αποθήκευσης, βιομηχανικά προϊόντα που παράγονται με τεχνολογίες χαμηλών εκπομπών άνθρακα, ηλεκτρονικά ισχύος, εξοπλισμοί και οχήματα ηλεκτροκίνησης, τεχνολογίες εξηλεκτρισμού της θέρμανσης και εξοπλισμούς που στηρίζουν την αυξημένη ενεργειακή αποδοτικότητα κτιρίων και βιομηχανικών μονάδων. Οι τεχνολογίες αυτές συνεπάγονται παραγωγή εξοπλισμού και υλικών με πολλαπλασιαστική επίδραση στην οικονομική δραστηριότητα όλων των τομέων, τεχνικές υπηρεσίες, λογισμικό, εφοδιαστική αλυσίδα και εξειδικευμένο ανθρώπινο κεφάλαιο. Η ανάπτυξή τους τείνει επομένως να ενισχύει την ευρύτερη παραγωγική βάση.
Οι διαφορές των οικονομικών μηχανισμών επιπτώσεων εξηγούν γιατί ένα πολιτικό αφήγημα που προβάλλει δήθεν αντίθεση μεταξύ υδρογονανθράκων και πράσινων επενδύσεων είναι χονδροειδές και παραπλανητικό. Ένα κοίτασμα υδρογονανθράκων μπορεί να αυξήσει το εθνικό εισόδημα μέσω της απροσδόκητης προσόδου, αλλά δεν αυξάνει αυτόματα την παραγωγικότητα σε ολόκληρη την οικονομία ούτε ενισχύει την βιομηχανική της βάση.
Οι πράσινες επενδύσεις συχνά επικρίνονται με το σκεπτικό ότι απαιτούν μεγάλο κεφάλαιο, εξαρτώνται από πολιτικές και είναι δαπανηρές στα αρχικά τους στάδια. Αυτό είναι αλήθεια, αλλά μόνο εν μέρει. Η πρώιμη ανάπτυξη απαιτεί ουσιαστική υποστήριξη, είτε μέσω δημόσιων υποδομών, βιομηχανικής πολιτικής, χρηματοδότησης με ευνοϊκούς όρους, κανονιστικής μεταρρύθμισης ή στοχευμένων κινήτρων. Ωστόσο, τα οικονομικά της πράσινης τεχνολογίας είναι σωρευτικά. Καθώς αυξάνεται η ανάπτυξη, το κόστος τείνει να μειώνεται μέσω της εκμάθησης μέσω της πράξης (learning by doing), των οικονομιών κλίμακας και της τεχνολογικής καινοτομίας. Αυτό δημιουργεί ένα πολύ διαφορετικό αναπτυξιακό προφίλ από την εξόρυξη υδρογονανθράκων, όπου η βάση των πόρων εξαντλείται καθώς αυξάνεται η παραγωγή.
Για το λόγο αυτό, η πράσινη τεχνολογία μοιάζει περισσότερο με μια βάση παραγωγής καινοτομίας παρά με τη ροή προσόδων. Οι εταιρείες και οι χώρες που αναπτύσσουν αυτά τα βιομηχανικά οικοσυστήματα μπορούν να εξάγουν τεχνογνωσία, εξοπλισμό και υπηρεσίες, όχι μόνο ακατέργαστα προϊόντα. Τέτοιες δραστηριότητες δημιουργούν τη δυνατότητα δυναμικού συγκριτικού πλεονεκτήματος. Η αξία δεν έγκειται μόνο στην τρέχουσα παραγωγή αλλά και στην ικανότητα να παραμείνει κανείς στην αιχμή της μελλοντικής καινοτομίας.
Αυτός ο παραγωγικός μηχανισμός είναι εφικτός μόνο με κατάλληλη κρατική πολιτική. Η εξερεύνηση υδρογονανθράκων μπορεί να είναι ορθολογική στο πλαίσιο ευνοϊκών γεωλογικών και γεωπολιτικών συνθηκών και βέβαια θα πρέπει να μην απεμπολείται η σχετική πιθανότητα επίτευξης απροσδόκητης προσόδου. Ωστόσο, δεν θα πρέπει να αναφέρεται πολιτικά ως εναλλακτική λύση ή αντίπαλος στον βιομηχανικό μετασχηματισμό με βάση τις πράσινες τεχνολογίες. Είναι κατανοητή ως ένα δυνητικό περιουσιακό στοιχείο, αλλά αν πράγματι γίνει μια ανακάλυψη, το καίριο ζήτημα πολιτικής είναι εάν τα σχετικά έσοδα μπορούν να μετατραπούν σε παραγωγικές, διαφοροποιημένες και προσανατολισμένες στο μέλλον επενδύσεις.
Η σημερινή παγκόσμια οικονομία ανταμείβει ολοένα και περισσότερο τις χώρες που κινούνται γρήγορα στον τομέα των καθαρών τεχνολογιών. Η ζήτηση διαμορφώνεται από την κλιματική πολιτική, τη βιομηχανική στρατηγική, τους περιορισμούς εκπομπών άνθρακα, την ασφάλεια της αλυσίδας εφοδιασμού και τον γεωπολιτικό ανταγωνισμό. Οι πράσινοι ενεργειακοί πόροι είναι εθνικοί, μειώνουν την εξάρτηση και μετριάζουν την γεωπολιτική ευαλοτώτητα. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η ανάπτυξη εξαρτάται λιγότερο από την κατοχή ενός πιθανολογούμενου φυσικού πόρου και περισσότερο από την οικοδόμηση θεσμών ικανών να επιταχύνουν την καινοτομία και να κλιμακώσουν τη βιομηχανική εκμάθηση.
Η ενδεδειγμένη κρατική πολιτική
Το βασικό συμπέρασμα για την κρατική πολιτική δεν είναι ότι οι χώρες πρέπει να εγκαταλείψουν τους υδρογονάνθρακες ή να απαγορεύσουν κάθε είδους εξερεύνηση. Η ενδεδειγμένη όπως πολιτική είναι ότι η εξερεύνηση δεν πρέπει ποτέ να υποκαθιστά μια συνεκτική αναπτυξιακή στρατηγική. Εάν μια κυβέρνηση αποφασίσει να επιδιώξει ευκαιρίες στον τομέα των υδρογονανθράκων, θα πρέπει να το κάνει βάσει αυστηρών δημοσιονομικών κανόνων, κανόνων διαφάνειας και σταθεροποίησης. Οποιαδήποτε έσοδα θα πρέπει να κατανεμηθούν με μακροπρόθεσμο σχέδιο για να μετατραπούν σε παραγωγικά περιουσιακά στοιχεία, όπως υποδομές, εκπαίδευση, ερευνητική ικανότητα και βιομηχανική αναβάθμιση. Χωρίς αυτήν την πειθαρχία, η εξερεύνηση μπορεί εύκολα να γίνει μια πολιτική ψευδαίσθηση ανάπτυξης και να δημιουργήσει προσδοκίες ευημερίας, ενώ παράλληλα θα αποδυναμώνει τα κίνητρα για διαφοροποίηση.
Ισχυρότερη στρατηγική είναι η θεώρηση των πράσινων επενδύσεων ως κεντρικού στοιχείου της εθνικής αναπτυξιακής πολιτικής και όχι ως ευκαιριακού περιβαλλοντικού κόστους. Αυτό περιλαμβάνει επενδύσεις σε δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας, αποθήκευση, τεχνική εκπαίδευση, εφαρμοσμένη έρευνα, βιομηχανικές δυνατότητες, συστήματα αδειοδότησης και χρηματοδότηση για την ανάπτυξη καθαρών τεχνολογιών. Για τις αναπτυσσόμενες και μεσαίου εισοδήματος οικονομίες, αυτό δεν είναι απλώς πολιτική για το κλίμα. Είναι μια ατζέντα ανταγωνιστικότητας, ανθεκτικότητας και τεχνολογικής στρατηγικής.
Υπάρχει επίσης μια αναδιανεμητική διάσταση. Η Ολλανδική Νόσος τείνει να είναι πιο επιζήμια όταν τα απροσδόκητα κέρδη κατανέμονται με τρόπο που ενισχύει τη συγκέντρωση πλούτου, επειδή έτσι η εγχώρια ζήτηση κυριαρχείται από πολυτελή μη εμπορεύσιμα αγαθά, ενώ η βασική παραγωγική ικανότητα παραμένει ρηχή. Αυτή η αναδιανεμητική διάσταση αφορά και την πράσινη βιομηχανική πολιτική, η οποία θα πρέπει να σχεδιαστεί έτσι ώστε να διαχέεται σε ολόκληρη την οικονομία μέσω περιφερειακών δομών, τοπικών δικτύων, ανάπτυξης δεξιοτήτων και ευρύτερης πρόσβασης στην ενέργεια και τη χρηματοδότηση.
Μια πρακτική σύνθεση προκύπτει από αυτήν την ανάλυση. Εάν ανακαλυφθούν υδρογονάνθρακες, τα έσοδά τους θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως προσωρινή γέφυρα προς μια διαφοροποιημένη και ολοένα και πιο χαμηλών εκπομπών άνθρακα οικονομία. Εάν δεν υπάρξει ανακάλυψη, οι κυβερνήσεις δεν θα πρέπει να αναβάλλουν τον διαρθρωτικό μετασχηματισμό με την ελπίδα ότι τελικά θα φτάσει ένα απροσδόκητο εξορυκτικό όφελος. Η ίδια η πράσινη μετάβαση μπορεί να χρησιμεύσει ως αναπτυξιακή στρατηγική, επειδή ευθυγραμμίζει τις επενδύσεις με τους τομείς που είναι πιο πιθανό να διαμορφώσουν τη μελλοντική παραγωγικότητα και τη στρατηγική ανταγωνιστικότητα.
Συμπερασμα
Η Ολλανδική Νόσος παραμένει μια ισχυρή αναλυτική έννοια επειδή περιγράφει ένα επαναλαμβανόμενο λάθος στην πολιτική οικονομία: τη σύγχυση των απροσδόκητων κερδών με την ανάπτυξη. Αυτό το λάθος είναι ακόμη πιο σημαντικό σήμερα από ό,τι στο παρελθόν. Στη σημερινή εποχή, ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι ότι μπορεί να εκτοπίσει τη συμμετοχή στην επανάσταση της πράσινης τεχνολογίας.
Το λανθασμένο και παραπλανητικό πολιτικό αφήγημα είναι τα περί καθυστέρησης των επενδύσεων σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και άλλων πράσινων τεχνολογιών επειδή προέχει η εξασφάλιση υδρογονανθράκων για την ασφάλεια ενεργειακού εφοδιασμού και μεγιστοποίησης της πιθανότητας ανακάλυψης κοιτασμάτων. Είναι ένα αφήγημα που άρχισε να αναφύεται σε ορισμένες χώρες ταυτόχρονα με τάσεις επικράτησης προβληματικής θεσμικής διακυβέρνησης. Αλλά ακούστηκε και στην Ελλάδα, πιθανόν γιατί είναι ελκυστικό σε ψηφοφόρους ή για αμφιβόλου αποτελεσματικότητας γεωπολιτικές επιδιώξεις.
Ήταν χρήσιμο λοιπόν να θυμηθούμε την Ολλανδική Νόσο (Dutch Disease) που είχε κάπως ξεχαστεί. Η ανακάλυψη υδρογονανθράκων μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξη μόνο εάν υποταχθεί σε μια ευρύτερη στρατηγική παραγωγικού μετασχηματισμού. Αντιθέτως, οι επενδύσεις σε πράσινη τεχνολογία δεν είναι απλώς μια δαπανηρή περιβαλλοντική επιλογή που πρέπει να αναβληθεί μέχρι να εμφανιστεί ένα μελλοντικό απροσδόκητο κέρδος. Αποτελεί ολοένα και περισσότερο ένα από τα κύρια κανάλια μέσω των οποίων οι χώρες μπορούν να εξασφαλίσουν διαρκή ανάπτυξη, τεχνολογική πρόοδο και οικονομική ανθεκτικότητα.
Με αυτή την έννοια, η Ολλανδική Νόσος δεν έχει εξαφανιστεί. Έχει εξελιχθεί. Η σύγχρονη μορφή της φωτίζει τους κινδύνους που προκύπτουν όταν οι χώρες επιτρέπουν στις κερδοσκοπικές ελπίδες από πιθανολογούμενους πόρους να εκτοπίσουν τις επενδύσεις στις τεχνολογίες, τους θεσμούς και τις δυνατότητες που καθορίζουν τον σύγχρονο οικονομικό ανταγωνισμό.
Βιβλιογραφία
- Acemoglu, D., Akcigit, U., Hanley, D., & Kerr, W. (2016). Transition to clean technology. Journal of Political Economy, 124(1), 52–104.
- Aghion, P., Dechezleprêtre, A., Hémous, D., Martin, R., & Van Reenen, J. (2016). Carbon taxes, path dependency, and directed technical change: Evidence from the auto industry. Journal of Political Economy, 124(1), 1–51.
- Brunnschweiler, C. N., & Bulte, E. H. (2008). The resource curse revisited and revised: A tale of paradoxes and red herrings. Journal of Environmental Economics and Management, 55(3), 248–264.
- Bruno, M., & Sachs, J. D. (1982). Energy and resource allocation: A dynamic model of the Dutch disease. Review of Economic Studies, 49(5), 843–854.
- Frankel, J. A. (2010). The natural resource curse: A survey. NBER Working Paper No. 15836.
- Kojo, N. C. (Ed.). (2014). Demystifying Dutch disease. World Bank Group, Policy Research Working Paper, No. 6981
- Mazzucato, M. (2013). The entrepreneurial state: Debunking public vs. private sector myths. Anthem Press, ISBN 978-1-906693-73-2
- Rodrik, D. (2014). Green industrial policy. Oxford Review of Economic Policy, 30(3), 469–491.
- Sachs, J. D., & Warner, A. M. (2001). The curse of natural resources. European Economic Review, 45(4–6), 827–838.
- van Wijnbergen, S. (1984). The “Dutch disease”: A disease after all? The Economic Journal, 94(373), 41–55.
Ο κ. Παντελής Κάπρος είναι Καθηγητής Ενεργειακής Οικονομίας στο ΕΜΠ
Το άρθρο περιλαμβάνεται στον υπό έκδοση τόμο GREEK ENERGY 2026 που ετοίμασε για 15η συνεχή χρονιά η ομάδα του energypress