Δεν είναι μύθος ότι το μη ανταγωνιστικό κόστος ενέργειας αποτελεί τροχοπέδη για τις βιομηχανίες έντασης ενέργειας
του Αντώνη Κοντολέοντος

Δεν είναι μύθος ότι το μη ανταγωνιστικό κόστος ενέργειας αποτελεί τροχοπέδη για τις βιομηχανίες έντασης ενέργειας

22 12 2024 | 20:41

Για τις βιομηχανίες έντασης ενέργειας δεν έχουν σημασία οι υψηλές ή οι χαμηλές τιμές ενέργειας, αλλά οι ανταγωνιστικές τιμές έναντι των ευρωπαίων ανταγωνιστών τους. Για αυτές κυρίαρχο πρόβλημα παραμένει το μη ανταγωνιστικό συνολικό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, που καθορίζει κύρια τη διεθνή ανταγωνιστικότητα τους.

Και τούτο διότι αφενός οι τιμές του χρηματιστηρίου ενέργειας είναι διαχρονικά κατά μέσο όρο 30% υψηλότερες των αντίστοιχων ευρωπαϊκών κύρια λόγω της ολιγοπωλιακής δομής της εγχώριας αγοράς, γεγονός που δεν επιτρέπει ούτε καν την ανάπτυξη στοιχειώδους ανταγωνισμού, αλλά και λόγω των βασικών επιλογών στο σχεδιασμό του target model στη χώρα μας, που υπαγορεύτηκαν από τη δήθεν ανάγκη να διασφαλιστούν τα κέρδη των νέων παικτών στην αγορά με την επίκληση του μπαμπούλα του δεσπόζοντα παίκτη.

Επιλογές που διαφοροποιούν τη λειτουργία της αγοράς σημαντικά από τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε την επιλογή του μοντέλου κεντρικής κατανομής για την αγορά εξισορρόπησης (central dispatch) και την επιλογή του μοντέλου συμμετοχής στη χονδρεμπορική αγορά ανά μονάδα και όχι ανά portfolio μονάδων.

Αφετέρου, ενώ δίνεται η δυνατότητα μέσω εγκεκριμένων σε ευρωπαϊκό επίπεδο μηχανισμών κρατικής ενίσχυσης να μειωθεί το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας για συγκεκριμένους βιομηχανικούς κλάδους έντασης ενέργειας, οι αρμόδιοι επιλέγουν να περικόπτουν τα προβλεπόμενα ποσά. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι η Αντιστάθμιση της επιβάρυνσης λόγω της τιμής των αερίων ρύπων CO2, αλλά και ο προσωρινός μηχανισμός κρίσης και μετάβασης (TCTF). Σημειώνουμε δε ότι υπάρχει ο κίνδυνος να επιβαρυνθούν τα μειωμένα ποσά ενίσχυσης και με χαρτόσημο !!

Όταν λοιπόν διαμορφώθηκαν συνθήκες υψηλής ζήτησης στην ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, που η ικανοποίηση τους ήταν δυνατή μόνο μέσω του διαδρόμου Ελλάδας-Βουλγαρίας-Ρουμανίας, καθώς περιορίστηκαν εντέχνως οι διασυνδέσεις από τις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης, υπήρχαν ήδη οι κατάλληλες συνθήκες για ενδεχόμενη χειραγώγηση των τιμών στη χονδρεμπορική αγορά.

Συγκεκριμένα από τον περασμένο Ιούλιο παρατηρήθηκε εκτόξευση των τιμών στην εγχώρια χονδρεμπορική αγορά, που ξεπερνούν και τα 600€/MWh με τη δύση του ηλίου στις ώρες αιχμής, τιμές όμως που δεν δικαιολογούνται από το κόστος παραγωγής.

Από τα στοιχεία που διαθέτουμε είναι βέβαιο ότι οι υψηλές τιμές διαμορφώθηκαν από Έλληνες παίκτες, σύμφωνα με τις τιμές που αποκαλύφθηκαν τις ώρες που η ελληνική αγορά αποσυνδεόταν από την αγορά της Βουλγαρίας. Η δε ιταλική αγορά για όλο το εν λόγω χρονικό διάστημα παρέμεινε μόνιμα αποσυνδεδεμένη από την ελληνική διατηρώντας τις τιμές στο επίπεδο των 100-200€/MWh.

Την ίδια στιγμή από τον Οκτώβριο καταγράφεται διπλασιασμός των λογαριασμών προσαυξήσεων του συστήματος στα 25€/MWh, ίδε το κόστος της αγοράς εξισορρόπησης, που διαμορφώνεται από τις προσφορές των ίδιων παικτών που καθορίζουν και τις υψηλές τιμές στη χονδρεμπορική αγορά.

Είναι βέβαιο ότι η κατάσταση είναι εκτός ελέγχου. Εάν η κυβέρνηση δεν πάρει άμεσα μέτρα που να αφορούν τα υπερκέρδη των παραγωγών από την αγορά, οι συμπεριφορές αυτές χειραγώγησης των τιμών θα συνεχιστούν όλο το χειμώνα, καθώς οι συνθήκες στην ευρύτερη περιοχή το ευνοούν.

Την ίδια στιγμή οι ίδιοι παίκτες πιέζουν για ένα μηχανισμό αποζημίωσης (capacity mechanism - reliability option) για να είναι διαθέσιμοι στη αγορά (μήπως εκβιάζουν;), κόστους όμως εκατοντάδων εκ ευρώ, με αντάλλαγμα τη συγκράτηση των τιμών στην αγορά, παραγνωρίζοντας ότι ο νέος ευρωπαϊκός κανονισμός δίνει προτεραιότητα σε μηχανισμούς διαθεσιμότητας ισχύος μηδενικού αποτυπώματος άνθρακα, όπως ζήτηση και αποθήκευση.

Την ίδια στιγμή η Βουλγαρία επιδοτεί οριζόντια όλες τις επιχειρήσεις για τιμές αγοράς υψηλότερες των 90€/Mwh.

Σε μια ευνομούμενη αγορά η εκτόξευση των τιμών της χονδρεμπορικής αγοράς σε τέτοια επίπεδα θα προκαλούσε την αντίδραση των προμηθευτών. Αυτό δεν συνέβη γιατί ήταν επιλογή της κυβέρνησης οι τιμές του χρηματιστηρίου ενέργειας να περάσουν αυτόματα στα οικιακά πράσινα τιμολόγια από την 1 Ιανουαρίου του 2024.

Τιμολόγια που ήρθαν να αντικαταστήσουν τη γνωστή σε όλους μας ρήτρα αναπροσαρμογής με πιο πολύπλοκες φόρμουλες, τα οποία όμως έχουν το ίδιο αποτέλεσμα. Το παζλ συμπληρώθηκε με την αυτόματη ένταξη όλων των καταναλωτών στα πράσινα τιμολόγια.

Είναι επομένως προφανές ότι οι καθετοποιημένοι παίκτες, ως παραγωγοί, διαμορφώνουν τις τιμές στη χονδρεμπορική αγορά σε όποια επίπεδα επιθυμούν, όταν οι συνθήκες το ευνοούν, όπως αυξημένη εγχώρια ζήτηση ή μειωμένη παραγωγή ΑΠΕ και αυξημένη ζήτηση για εξαγωγές, αφού ως προμηθευτές δεν είναι εκτεθειμένοι στο ρίσκο των υψηλών τιμών της χονδρεμπορικής αγοράς.

Με δεδομένο μέχρι στιγμής ότι δεν προβλέπεται κάποιο σχήμα επιδότησης της υπέρμετρης επιβάρυνσης των βιομηχανιών λόγω της χειραγώγησης των τιμών στην αγορά, τίθεται εύλογα το ερώτημα εάν υπάρχει εναλλακτικό σχέδιο για την επιβίωση της βιομηχανίας;

Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η ζήτηση τα επόμενα έτη δύσκολα θα αυξηθεί, ενώ η παραγωγή από ΦΒ συνεχώς θα αυξάνεται, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι για τις βιομηχανίες έντασης ενέργειας η σύναψη μακροχρόνιων συμβάσεων με ΑΠΕ (ΡΡΑ) και ειδικότερα με ΦΒ, εμπεριέχουν σημαντικό ρίσκο.

Διότι αφενός δεν θα τις προστατεύσουν αποτελεσματικά στις μεγάλες διακυμάνσεις των τιμών στην αγορά στις ώρες αιχμής μετά τη δύση του ηλίου, αφετέρου διότι σε περιόδους μη υψηλής ζήτησης (Φθινόπωρο, Άνοιξη) παρατηρούμε να συμβαίνει κανιβαλισμός των τιμών στις ώρες ηλιοφάνειας.

Σε βαθμό μάλιστα που η τιμή που ανακτούν οι παραγωγοί των ΦΒ να υστερεί κατά 30-50€/MWh ως προς τη μέση τιμή της αγοράς και που πιθανότατα να διαμορφώνεται σε τιμή χαμηλότερη της συμφωνημένης τιμής του ΡΡΑ.

Δυστυχώς η ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν ενέκρινε την πρόταση της χώρας μας για ένα μηχανισμό που θα κάλυπτε ένα μέρος του ανωτέρω ρίσκου των βιομηχανικών ΡΡΑ. Η Ιταλία σχεδιάζει μια πρόταση να διατίθεται μέσω διαγωνισμών για περίοδο τριών ετών με εύλογο τίμημα στις βιομηχανίες έντασης ενέργειας (cfds) μείγμα από ποσότητες ενέργειας ΦΒ, αιολικών αλλά και Υ/Η, με αντάλλαγμα να προχωρήσουν στην ανάπτυξη έργων ΑΠΕ ίδιας ισχύος μετά τα τρία έτη. Μήπως αποτελεί μια εναλλακτική λύση;

Οι βιομηχανίες έντασης ενέργειας στη χώρα μας δεν ζητούν τίποτα περισσότερο τίποτα λιγότερο, παρά την προσπάθεια ορισμένων κύκλων να δείξουν ότι η βιομηχανία διαμαρτύρεται αδικαιολόγητα για την περικοπή των εγκεκριμένων ενισχύσεων, που όμως εφαρμόζονται χωρίς περικοπές στην υπόλοιπη Ευρώπη. Διεκδικούν το αυτονόητο, ήτοι να έχουν ανταγωνιστικό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας.

Παραμένει προς απάντηση το ερώτημα εάν η διακηρυγμένη πρόθεση της κυβέρνησης να στηρίξει τη βιομηχανία θα φανεί με την άμεση λήψη μέτρων ώστε οι εγχώριες βιομηχανίες έντασης ενέργειας να τύχουν ανταγωνιστικού κόστους ηλεκτρικής ενέργειας ως προς τους ευρωπαίους ανταγωνιστές τους.

Ο κ. Αντώνης Κοντολέων είναι Πρόεδρος της ΕΒΙΚΕΝ

Το άρθρο περιλαμβάνεται στο αφιέρωμα που εξέδωσε energypress για τις προκλήσεις και τις προοπτικές της νέας χρονιάς.

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM