Στα πλάνα του ΥΠΕΝ επιδότηση ρεύματος στη βιομηχανία μέσω CISAF και METSAF – «Κατεπείγον» αίτημα για όσους αποκλείονται της αντιστάθμισης – Υπό εξέταση η περίμετρος

Στα πλάνα του ΥΠΕΝ επιδότηση ρεύματος στη βιομηχανία μέσω CISAF και METSAF – «Κατεπείγον» αίτημα για όσους αποκλείονται της αντιστάθμισης – Υπό εξέταση η περίμετρος

Στα πλάνα του ΥΠΕΝ επιδότηση ρεύματος στη βιομηχανία μέσω CISAF και METSAF – «Κατεπείγον» αίτημα για όσους αποκλείονται της αντιστάθμισης – Υπό εξέταση η περίμετρος

Στην «ατζέντα» του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας περιλαμβάνεται η αξιοποίηση του έκτακτου μηχανισμού που προβλέπει η ευρωπαϊκή «Συμφωνία για Καθαρή Βιομηχανία» (Clean Industrial Deal State Aid Framework/CISAF) και εξειδικεύει περαιτέρω το «πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων για την κρίση στη Μέση Ανατολή» METSAF, με τις οριστικές ωστόσο αποφάσεις να παραπέμπονται για αργότερα και αφότου μελετηθεί καλύτερα η «περίμετρος» που δύναται να λάβει το μέτρο.

Τα παραπάνω προκύπτουν από συνάντηση που πραγματοποιήθηκε την περασμένη εβδομάδα ανάμεσα σε εκπροσώπους της ελληνικής βιομηχανίας και τον Υφυπουργό ΠΕΝ Νίκο Τσάφο με τον τελευταίο, όπως επισημαίνουν οι ίδιες πηγές, να αναγνωρίζει την ορθότητα του αιτήματος, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι θα πρέπει να διερευνηθεί περαιτέρω, ώστε να τύχει ευρύτερης εφαρμογής για την ελληνική βιομηχανία, λαμβάνοντας βέβαια υπόψη και το κόστος που συνεπάγεται κάτι τέτοιο.

Σημειώνεται ότι το εν λόγω αίτημα αποκτά επείγοντα χαρακτήρα σε περιπτώσεις βιομηχανικών κλάδων που αποκλείονται από τον μηχανισμό αντιστάθμισης και δεν διαθέτουν κάποιο έτερο εργαλείο για την μείωση του ενεργειακού τους κόστους. Σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές της ΕΕ, κλάδοι όπως τσιμέντα, κλωστοϋφαντουργία, ένδυση, βιομηχανία ξυλεία, δέρματα, χημικά, φάρμακα, προϊόντα από καουτσούκ και πλαστικό, μη μεταλλικά ορυκτά και γυαλί, αποκλείονται από το «carbon leakage», δηλαδή δεν συνιστούν επιλέξιμες βιομηχανίες για αντιστάθμιση CO2 με αποτέλεσμα να προσβλέπουν περισσότερο και πιο επιτακτικά στον έκτακτο μηχανισμό ενίσχυσης.

 Σε αυτή την βάση άλλωστε, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε μέσω των ευρωπαϊκών πλαισίων CISAF και METSAF να προχωρήσει σε χαλάρωση των κρατικών ενισχύσεων, δίνοντας την δυνατότητα στα κράτη μέλη να επιδοτήσουν την εγχώρια βιομηχανία  προς αντιμετώπιση του υψηλού ενεργειακού κόστους που τους τελευταίους μήνες «δοκιμάζει» τις αντοχές και την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.

Υπενθυμίζεται ότι ο έκτακτος μηχανισμός μπορεί να εφαρμοστεί παράλληλα με τον μηχανισμό αντιστάθμισης CO2 με την Κομισιόν να επιτρέπει τη «σώρευση ενισχύσεων» στη βάση ότι πρόκειται για έκτακτο και επείγον μέτρο, που για να είναι αποτελεσματικό και επαρκώς «πυροσβεστικό» θα πρέπει να τύχει πλατιάς εφαρμογής. Ως γνωστόν, ο εν λόγω μηχανισμός έχει βραχεία διάρκεια, καλύπτοντας τα επόμενα τρία χρόνια (2026-2028) και προϋποθέτει να υποβληθεί αίτημα από το κράτος μέλος με καταληκτική ημερομηνία στις 31 Δεκεμβρίου 2026. Η ενίσχυση υπολογίζεται ως μείωση του 70% της μέσης ετήσιας χονδρικής τιμής, η οποία εφαρμόζεται στο 50% της κατανάλωσης κάθε επιχείρησης με την τελική τιμή να μην μπορεί να υποχωρήσει κάτω από τα 50 ευρώ ανά μεγαβατώρα.

Χρειάζεται να σημειωθεί ότι οι επιλέξιμες βιομηχανίες που θα τύχουν ενίσχυσης μέσω του παραπάνω μηχανισμού, υποχρεούνται να διαθέσουν το 50% του ποσού που θα λάβουν σε επενδύσεις απανθρακοποίησης, πράγμα που θα μπορούσε να λειτουργήσει «ευεργετικά» για τους συνολικότερους ενεργειακούς και κλιματικούς στόχους της χώρας. Αναλυτικότερα, οι βιομηχανίες, όπως αναφέρουν αρμόδιες πηγές, προτίθενται να προχωρήσουν σε έργα αποθήκευσης πράγμα που θα μπορούσε να στηρίξει περαιτέρω τον συνολικότερο ενεργειακό σχεδιασμό της χώρας, που θέλει με την σειρά της, όπως διατείνεται η πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΝ, να βηματίσει γοργά προς την κατεύθυνση ενός ευμεγέθους χαρτοφυλακίου μπαταριών για αποθήκευση ενέργειας μέσα στα αμέσως επόμενα χρόνια.  

Από την πλευρά τους οι βιομηχανίες υποστηρίζουν το «δίκαιο» του αιτήματος, υπογραμμίζοντας ότι αφενός συμβάλουν στην ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας με πολυάριθμες εξαγωγές όπως συμβαίνει στην περίπτωση των τσιμέντων με το 40% της παραγωγής να καταλήγει εκτός συνόρων και αφετέρου «επιβαρύνονται» με υψηλότερη κατανάλωση ενέργειας σε συνέχεια των έργων απανθρακοποίησης που έχουν υλοποιήσει και εφαρμόσει στο παραγωγικό τους κύκλο.

Αν και η «βαρύτητα» του ενεργειακού κόστους είναι διαφορετική από βιομηχανικό κλάδο σε βιομηχανικό κλάδο δεν παύει να συνιστά ένα κρίσιμο μέγεθος συλλήβδην για την βιομηχανία που επηρεάζει το κόστος παραγωγής και εν τέλει τον βαθμό ανταγωνιστικότητας. Ενδεικτικά, η διοίκηση της ElvalHalcor, σε πρόσφατη ενημερωτική συνάντηση με δημοσιογράφους, απαντώντας σε σχετική ερώτηση, τόνισε μεταξύ άλλων, ότι πράγματι για τον Όμιλο η ενέργεια δεν αποτελεί τόσο μεγάλη συνιστώσα του κόστους παραγωγής, όπως παραδείγματος χάριν ισχύει για τις χαλυβουργίες. Ωστόσο, όπως συμπλήρωσαν τα στελέχη της εταιρείας, αυτό δεν σημαίνει πως για τον Όμιλο δεν αποτελεί αγκάθι το γεγονός ότι το κόστος ηλεκτρισμού για τις ελληνικές βιομηχανίες είναι διαχρονικά από τα μεγαλύτερα στην Ευρώπη.

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM