Τα κέρδη των μεγάλων πετρελαϊκών εταιρειών που σχετίζονται με τον πόλεμο προκαλούν οργή στις κυβερνήσεις

Τα κέρδη των μεγάλων πετρελαϊκών εταιρειών που σχετίζονται με τον πόλεμο προκαλούν οργή στις κυβερνήσεις

Τα κέρδη των μεγάλων πετρελαϊκών εταιρειών που σχετίζονται με τον πόλεμο προκαλούν οργή στις κυβερνήσεις

Αντιμέτωπες με την αντίδραση των κυβερνήσεων αναμένεται να βρεθούν οι μεγαλύτερες πετρελαϊκές εταιρείες του κόσμου καθώς ετοιμάζονται να ανακοινώσουν ακόμη έναν γύρο εντυπωσιακών τριμηνιαίων αποτελεσμάτων, εν μέσω μιας παγκόσμιας κρίσης.

Το δεύτερο τρίμηνο αναμένεται να αποδειχθεί εξαιρετικά κερδοφόρο για τους ενεργειακούς κολοσσούς, με την ExxonMobil και τη Chevron να προβλέπεται ότι θα εμφανίσουν κέρδη πολλαπλάσια εκείνων του προηγούμενου τριμήνου. Η άνοδος αυτή δεν οφείλεται σε θεαματική αύξηση της παραγωγής, αλλά στην εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, που προκάλεσε η στρατιωτική σύγκρουση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών, του Ισραήλ και του Ιράν.

Για τις κυβερνήσεις, που ήδη παλεύουν με τον πληθωρισμό, το υψηλό κόστος δανεισμού και την επιβράδυνση της οικονομικής ανάπτυξης, η συγκυρία είναι εξαιρετικά δυσμενής.

Η σύγκρουση εκτόξευσε τις τιμές

Η τελευταία άνοδος των τιμών της ενέργειας ξεκίνησε όταν οι αμερικανικές και ισραηλινές επιθέσεις κατά του Ιράν προκάλεσαν μία από τις σημαντικότερες διαταραχές στο παγκόσμιο εμπόριο πετρελαίου των τελευταίων δεκαετιών. Η Τεχεράνη υλοποίησε τελικά τις επί χρόνια απειλές της να διακόψει τη ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών του Ορμούζ, ενός στρατηγικής σημασίας θαλάσσιου περάσματος από το οποίο διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου.

Η διαταραχή αυτή στην προσφορά εκτόξευσε τις τιμές του αργού. Το Brent ξεπέρασε τα 100 δολάρια το βαρέλι, ενώ αυξήθηκαν σημαντικά και οι τιμές του φυσικού αερίου, καθώς οι αγορές προεξόφλησαν παρατεταμένη αβεβαιότητα στις παγκόσμιες ενεργειακές αγορές.

Παρότι οι τιμές δεν έφτασαν στα ιστορικά υψηλά της ενεργειακής κρίσης του 2022, το σημερινό οικονομικό περιβάλλον είναι σαφώς πιο εύθραυστο. Πολλές κυβερνήσεις έχουν εξαντλήσει μεγάλο μέρος των δημοσιονομικών περιθωρίων που διέθεσαν κατά την πανδημία και την προηγούμενη ενεργειακή κρίση, αφήνοντας τους καταναλωτές περισσότερο εκτεθειμένους στις αυξήσεις του ενεργειακού κόστους.

Οι επιπτώσεις έγιναν άμεσα αισθητές. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η τιμή της βενζίνης ξεπέρασε τα 4 δολάρια ανά γαλόνι, αναζωπυρώνοντας τους φόβους ότι το αυξημένο κόστος μεταφορών και ενέργειας θα μπορούσε να επιβραδύνει την οικονομική ανάπτυξη και να οδηγήσει τη χώρα πιο κοντά σε ύφεση.

Ο Τραμπ και η πετρελαϊκή βιομηχανία

Η απότομη άνοδος των τιμών των καυσίμων προκάλεσε έντονη πολιτική αντίδραση από τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος κατηγόρησε τους λιανοπωλητές καυσίμων και τη βιομηχανία πετρελαίου ότι δεν μετακυλίουν αρκετά γρήγορα στους καταναλωτές τη μείωση των τιμών του αργού.

Ο Τραμπ υποστήριξε δημόσια ότι οι οδηγοί υφίστανται «αισχροκέρδεια» στα πρατήρια καυσίμων και έδωσε εντολή στο Υπουργείο Δικαιοσύνης να διερευνήσει κατά πόσο αντιανταγωνιστικές πρακτικές συμβάλλουν στη διατήρηση των υψηλών τιμών της βενζίνης.

Παράλληλα, κάλεσε τους λιανοπωλητές να μειώσουν άμεσα τις τιμές, εκτιμώντας ότι η βενζίνη θα έπρεπε να πωλείται περίπου στα 2,50 δολάρια ανά γαλόνι, καθώς οι τιμές του αργού είχαν ήδη υποχωρήσει από τα υψηλά επίπεδα που σημειώθηκαν κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης.

Οι δηλώσεις αυτές αναδεικνύουν τη μεγάλη πολιτική σημασία που έχουν οι τιμές των καυσίμων στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αν και το αργό πετρέλαιο κυριαρχεί στις οικονομικές ειδήσεις, οι πολίτες αξιολογούν τις κυβερνήσεις με βάση την τιμή που πληρώνουν στο πρατήριο.

Επιστροφή στα κέρδη-ρεκόρ

Παρά ταύτα, οι υψηλότερες τιμές των ενεργειακών εμπορευμάτων μεταφράζονται σε τεράστια κέρδη για τους παραγωγούς.

Οι αναλυτές εκτιμούν ότι η ExxonMobil θα ανακοινώσει προσαρμοσμένα κέρδη δεύτερου τριμήνου που θα προσεγγίσουν τα 16 δισ. δολάρια, ενώ ορισμένες προβλέψεις ανεβάζουν τα καθαρά κέρδη ακόμη και κοντά στα 19 δισ. δολάρια. Η Chevron αναμένεται να εμφανίσει κέρδη περίπου 10 δισ. δολαρίων, υπερτριπλάσια από εκείνα του πρώτου τριμήνου.

Ιδιαίτερα ισχυρές επιδόσεις αναμένονται και από τις εταιρείες διύλισης.

Η Marathon Petroleum προβλέπεται να παρουσιάσει τα υψηλότερα τριμηνιαία κέρδη των τελευταίων τεσσάρων ετών, ενώ και η Valero Energy αναμένεται να επωφεληθεί από τα υψηλά περιθώρια διύλισης.

Για τους επενδυτές, οι επιδόσεις αυτές αποτελούν ιδιαίτερα θετική εξέλιξη ύστερα από αρκετά τρίμηνα πιο συγκρατημένων αποδόσεων. Για τους πολιτικούς, όμως, δημιουργούν μια δυσάρεστη αντίθεση με τα νοικοκυριά που δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στο αυξημένο κόστος των καυσίμων.

Όπως χαρακτηριστικά σημείωσε ο Kevin Book, διευθύνων σύμβουλος της ClearView Energy Partners, οι επενδυτές θα χαρούν τις αποδόσεις, ενώ οι κυβερνήσεις θα αντικρίσουν μόνο την αυξανόμενη δυσαρέσκεια των πολιτών.

Η Ευρώπη επαναφέρει τη συζήτηση για φόρο στα υπερκέρδη

Η πολιτική αντίδραση δεν περιορίζεται στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στην Ευρώπη, ομάδα ευρωβουλευτών των Πρασίνων επανέφερε το αίτημα για την επιβολή φόρου στα υπερκέρδη των εταιρειών ορυκτών καυσίμων, υποστηρίζοντας ότι τα έκτακτα κέρδη που προκύπτουν από γεωπολιτικές κρίσεις και τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής θα πρέπει να αξιοποιηθούν για δημόσιες επενδύσεις.

Οι ευρωβουλευτές υποστηρίζουν ότι οι μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες πρέπει να συμβάλουν στη χρηματοδότηση έργων που θα προστατεύσουν τις ευρωπαϊκές κοινωνίες από τα ολοένα συχνότερα και εντονότερα κύματα καύσωνα, μέσω της αναβάθμισης κατοικιών, σχολείων και δημόσιων κτιρίων.

Η πρόταση αυτή εντάσσεται στη γενικότερη συζήτηση που αναζωπυρώθηκε μετά την ενεργειακή κρίση του 2022, όταν αρκετές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επέβαλαν προσωρινούς φόρους στα υπερκέρδη των ενεργειακών εταιρειών για να χρηματοδοτήσουν μέτρα στήριξης των καταναλωτών.

Οι υποστηρικτές αυτής της πολιτικής θεωρούν ότι οι έκτακτες συνθήκες δικαιολογούν έκτακτη φορολόγηση, ιδιαίτερα όταν τα υπερκέρδη δεν οφείλονται σε αυξημένη παραγωγικότητα ή καινοτομία αλλά σε γεωπολιτικά γεγονότα.

Οι επικριτές, αντίθετα, προειδοποιούν ότι η επαναλαμβανόμενη επιβολή φόρων στα υπερκέρδη αποθαρρύνει τις επενδύσεις σε μια περίοδο κατά την οποία ο κόσμος χρειάζεται μεγαλύτερη ενεργειακή παραγωγή για να ενισχύσει τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια εφοδιασμού.

Πολιτική εναντίον αγορών

Η τελευταία αυτή αντιπαράθεση αναδεικνύει τη διαρκή σύγκρουση μεταξύ των πολιτικών προσδοκιών και της λειτουργίας των αγορών.

Οι κυβερνήσεις επιδιώκουν προσιτές τιμές ενέργειας για να προστατεύσουν τους καταναλωτές και να στηρίξουν την οικονομική ανάπτυξη. Οι ενεργειακές εταιρείες, από την άλλη, επιδιώκουν τη μεγιστοποίηση των αποδόσεων σε μια ιδιαίτερα ευμετάβλητη παγκόσμια αγορά, η οποία διαμορφώνεται από γεωπολιτικούς κινδύνους που βρίσκονται πέρα από τον έλεγχό τους.

Όσο οι συγκρούσεις συνεχίζουν να διαταράσσουν τον παγκόσμιο ενεργειακό εφοδιασμό, αυτή η ένταση δύσκολα θα εκλείψει.

Οι μεγαλύτερες πετρελαϊκές εταιρείες του κόσμου ενδέχεται να ανακοινώσουν σύντομα από τα υψηλότερα τριμηνιαία κέρδη των τελευταίων ετών, ανταμείβοντας τους μετόχους τους και ενισχύοντας περαιτέρω την οικονομική τους ισχύ. Ταυτόχρονα, όμως, τα ίδια αυτά κέρδη αναμένεται να εντείνουν τις πολιτικές πιέσεις στην Ουάσιγκτον, τις Βρυξέλλες και άλλες πρωτεύουσες.

Για τις κυβερνήσεις που βρίσκονται αντιμέτωπες με τον πληθωρισμό και την κοινωνική δυσαρέσκεια, η Big Oil εξακολουθεί να αποτελεί έναν εύκολο πολιτικό στόχο. Για την ίδια τη βιομηχανία, όμως, η σημερινή κερδοφορία αντανακλά λιγότερο τις δικές της επιλογές και περισσότερο τις απρόβλεπτες συνέπειες ενός πολέμου σε μία από τις σημαντικότερες ενεργειακές περιοχές του κόσμου.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM