Montel EnAppSys: Διπλασιάστηκαν οι αρνητικές τιμές σε Ιβηρική, Γαλλία και Ελλάδα – Η ιδιαίτερη περίπτωση της χώρας μας
Η ενεργειακή μετάβαση της Ευρώπης επιτυγχάνει έναν από τους βασικούς της στόχους: οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερο μερίδιο στην παραγωγή ηλεκτρισμού. Ωστόσο, η ταχεία ανάπτυξη της ηλιακής και της αιολικής ενέργειας δημιουργεί μια νέα πραγματικότητα στις αγορές ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία μέχρι πριν από λίγα χρόνια φάνταζε αδιανόητη. Σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας περνούν πλέον όλο και περισσότερες ώρες κάτω από το μηδέν, αναδεικνύοντας τόσο την επιτυχία όσο και τις προκλήσεις της πράσινης μετάβασης.
Σύμφωνα με στοιχεία της Montel EnAppSys, κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους, οι αρνητικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας υπερδιπλασιάστηκαν κατά μέσο όρο στην Ιβηρική Χερσόνησο, τη Γαλλία και την Ελλάδα.
Η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Ελλάδα και η Γαλλία κατέγραψαν σημαντική αύξηση στις ώρες κατά τις οποίες οι χονδρεμπορικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας διαμορφώθηκαν στο μηδέν ή σε αρνητικά επίπεδα, καθώς η συνεχώς αυξανόμενη παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές υπερέβη τη ζήτηση σε ορισμένες περιόδους της ημέρας.
Η Ισπανία στην κορυφή
Η Ισπανία βρέθηκε στην κορυφή της σχετικής λίστας, με 842 ώρες μηδενικών ή αρνητικών τιμών ηλεκτρικής ενέργειας μεταξύ Ιανουαρίου και Ιουνίου, αριθμός αυξημένος κατά 39% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους. Αξιοσημείωτο είναι ότι μέχρι το τέλος Ιουνίου η χώρα είχε ήδη καταγράψει περισσότερες ώρες αρνητικών τιμών από όσες είχε συνολικά σε ολόκληρο το 2025.
Το φαινόμενο αντανακλά μια θεμελιώδη μεταβολή στις ευρωπαϊκές αγορές ηλεκτρισμού. Καθώς η εγκατεστημένη ισχύς από φωτοβολταϊκά και αιολικά πάρκα αυξάνεται με ταχύ ρυθμό, οι συμβατικές μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας εκτοπίζονται ολοένα και περισσότερο από την αγορά κατά τις περιόδους υψηλής παραγωγής από ΑΠΕ. Την ίδια στιγμή, όμως, η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας δεν αυξάνεται με αντίστοιχους ρυθμούς.
«Η Ισπανία αποτελεί το καλύτερο παράδειγμα του τι συμβαίνει όταν η ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας προχωρά πολύ ταχύτερα από την αύξηση της ζήτησης», δήλωσε ο Rodrigo Garcia, διευθύνων επιχειρησιακός σύμβουλος (COO) της ισπανικής συμβουλευτικής εταιρείας Optimize Energy.
Η Ισπανία προσθέτει κάθε χρόνο περίπου 8 έως 10 GW νέας ισχύος από ανανεώσιμες πηγές, ενώ η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας παραμένει ουσιαστικά στάσιμη. Παράλληλα, η ραγδαία εξάπλωση των φωτοβολταϊκών στις στέγες μειώνει περαιτέρω τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας από το δίκτυο κατά τις ώρες της ημέρας, εντείνοντας την ανισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης.
Η περίσσεια ηλεκτρισμού
Το αποτέλεσμα είναι ότι αυξάνονται οι ώρες κατά τις οποίες οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας ουσιαστικά πληρώνουν τους καταναλωτές για να απορροφήσουν την περίσσεια ηλεκτρισμού.
Για τον Garcia, πάντως, η ύπαρξη αρνητικών τιμών δεν αποτελεί από μόνη της το βασικό πρόβλημα.
«Δεν ανησυχώ τόσο για τις αρνητικές τιμές αυτές καθαυτές, καθώς η διαφορά μεταξύ 1 ευρώ/MWh και -0,50 ευρώ/MWh δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Το πρόβλημα θα προκύψει εάν οι αρνητικές τιμές γίνουν πολύ βαθύτερες», σημείωσε.
Αν και η χαμηλότερη τιμή που καταγράφηκε φέτος στην Ισπανία ήταν περίπου -10 ευρώ/MWh, άλλες ευρωπαϊκές αγορές βρέθηκαν αντιμέτωπες με πολύ εντονότερες καταρρεύσεις των τιμών. Η Αυστρία και το Βέλγιο έφτασαν την 1η Μαΐου στο κατώτατο επιτρεπτό όριο της ευρωπαϊκής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, στα -500 ευρώ/MWh, καταδεικνύοντας πόσο ακραία μπορεί να γίνει η υπερπροσφορά.
Οι… Κασσάνδρες
Η αύξηση των αρνητικών τιμών είχε προβλεφθεί εδώ και χρόνια από αναλυτές, οι οποίοι προειδοποιούσαν ότι η ταχεία ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών, χωρίς παράλληλες επενδύσεις σε αποθήκευση ενέργειας, ευέλικτη ζήτηση και ενίσχυση των ηλεκτρικών δικτύων, θα οδηγούσε αναπόφευκτα στο φαινόμενο της «κανιβαλοποίησης των τιμών». Πρόκειται για την κατάσταση κατά την οποία μεγάλος αριθμός φωτοβολταϊκών και αιολικών μονάδων παράγει ταυτόχρονα, πλημμυρίζοντας την αγορά με ηλεκτρική ενέργεια και μειώνοντας τα έσοδα όλων των παραγωγών.
Η τάση αυτή δεν περιορίζεται πλέον στην Ισπανία.
Η Πορτογαλία, η οποία μοιράζεται με την Ισπανία την ίδια αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, κατέγραψε 705 ώρες μηδενικών ή αρνητικών τιμών κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους. Ακολούθησε η Ελλάδα με 631 ώρες — καταγράφοντας επταπλάσια αύξηση σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025 — ενώ στη Γαλλία οι αντίστοιχες ώρες έφτασαν τις 571, αυξημένες κατά 18% σε ετήσια βάση.
Σύμφωνα με τον Jean-Paul Harreman, διευθυντή της Montel EnAppSys, το φαινόμενο εξαπλώνεται σε όλες τις χώρες όπου οι ανανεώσιμες πηγές συνεχίζουν να αναπτύσσονται με γρήγορους ρυθμούς.
«Ο χάρτης των μηδενικών και αρνητικών τιμών ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη δείχνει ότι το φαινόμενο εντείνεται στις χώρες όπου η ανάπτυξη των ΑΠΕ παραμένει ταχεία. Οι ανανεώσιμες πηγές εκτοπίζουν πλέον ουσιαστικά τις συμβατικές μονάδες από τη σειρά προτεραιότητας στην αγορά, περιορίζοντας σημαντικά την καθοδική ευελιξία του συστήματος», ανέφερε.
Η περίπτωση της Γαλλίας
Η Γαλλία αποτελεί μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα περίπτωση. Αν και η χώρα βασίζεται διαχρονικά στην πυρηνική ενέργεια, βιώνει πλέον τις ίδιες δυναμικές της αγοράς με τους Ευρωπαίους εταίρους της, καθώς αυξάνεται η συμμετοχή των ανανεώσιμων πηγών στο ενεργειακό της μείγμα.
Παράγοντες της αγοράς επισημαίνουν ότι αρκετοί παράγοντες ενίσχυσαν τις αρνητικές τιμές κατά το δεύτερο τρίμηνο. Εκτός από την ισχυρή παραγωγή από φωτοβολταϊκά και αιολικά πάρκα, η έντονη χιονοκάλυψη του χειμώνα και η τήξη των χιονιών αύξησαν σημαντικά και την υδροηλεκτρική παραγωγή. Αντίθετα, με την έναρξη του καλοκαιριού, η αυξημένη χρήση κλιματιστικών κατά τις περιόδους καύσωνα απορροφά μέρος της πλεονάζουσας παραγωγής, περιορίζοντας τα φαινόμενα αρνητικών τιμών.
Οι γαλλικές αρχές έχουν ήδη αρχίσει να εφαρμόζουν μέτρα για τη διατήρηση της ευστάθειας του ηλεκτρικού συστήματος, περιορίζοντας την παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές όταν η προσφορά υπερβαίνει τη ζήτηση. Σύμφωνα με πηγές του γαλλικού υπουργείου Ενέργειας, οι παρεμβάσεις αυτές έχουν ήδη επηρεάσει σημαντικά τη λειτουργία της αγοράς.
Το άτυπο όριο
Ορισμένοι traders εκτιμούν ότι τα μέτρα αυτά θα μπορούσαν μακροπρόθεσμα να λειτουργήσουν ως ένα άτυπο κατώτατο όριο μηδενικής τιμής, αποτρέποντας τα ακραία επεισόδια υπερπροσφοράς.
Παρ' όλα αυτά, η μεταβλητότητα των τιμών παραμένει ιδιαίτερα υψηλή. Στη γαλλική αγορά επόμενης ημέρας, οι τιμές κυμάνθηκαν κατά το πρώτο εξάμηνο μεταξύ περίπου -497 ευρώ/MWh και 313 ευρώ/MWh, γεγονός που αποτυπώνει πόσο γρήγορα μπορούν να αλλάξουν οι συνθήκες της αγοράς μέσα σε λίγες ώρες.
Αν και αυτή η έντονη μεταβλητότητα δημιουργεί προκλήσεις για τους παραγωγούς, θεωρείται ολοένα και περισσότερο ευκαιρία για έναν άλλο ταχέως αναπτυσσόμενο κλάδο: την αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας με μπαταρίες.
Οι επενδυτές μπορούν να φορτίζουν τις μπαταρίες όταν οι τιμές είναι αρνητικές και να διοχετεύουν την αποθηκευμένη ενέργεια στο δίκτυο όταν οι τιμές ανακάμπτουν, αξιοποιώντας τη μεταβλητότητα της αγοράς. Καθώς οι αρνητικές τιμές γίνονται συχνότερες, οι επενδύσεις στην αποθήκευση εξελίσσονται σε βασικό πυλώνα της ευρωπαϊκής ενεργειακής μετάβασης.
Οι προκλήσεις για την Ελλάδα
Η Ελλάδα αντιμετωπίζει τις δικές της ιδιαίτερες προκλήσεις.
Σύμφωνα με τον αναλυτή της Montel EnAppSys Georgios Merachtsakis, η ταχεία αύξηση της εγκατεστημένης ισχύος φωτοβολταϊκών, σε συνδυασμό με την αιολική και την υδροηλεκτρική παραγωγή, οδηγεί συχνά σε υπερπροσφορά ηλεκτρικής ενέργειας στο σύστημα.
Η χώρα έχει εξελιχθεί σε σταθερό καθαρό εξαγωγέα ηλεκτρικής ενέργειας, ωστόσο οι δυνατότητες του δικτύου δεν επαρκούν για να απορροφήσουν το σύνολο της παραγόμενης ενέργειας από ΑΠΕ. Ως αποτέλεσμα, οι περικοπές παραγωγής αυξάνονται με ταχείς ρυθμούς. Ήδη μέχρι τον Απρίλιο, ο όγκος των περικοπών είχε φθάσει στο ήμισυ του συνόλου της περσινής χρονιάς, ξεπερνώντας παράλληλα το σύνολο των περικοπών που είχαν καταγραφεί το 2024.
Αντίστροφη πορεία
Δεν ακολούθησαν, ωστόσο, όλες οι ευρωπαϊκές αγορές την ίδια πορεία.
Η Γερμανία και αρκετές σκανδιναβικές αγορές κατέγραψαν λιγότερες ώρες αρνητικών τιμών σε σχέση με το πρώτο εξάμηνο του προηγούμενου έτους. Στη Σκανδιναβία, οι περιορισμένες χιονοπτώσεις του χειμώνα οδήγησαν σε χαμηλότερη υδροηλεκτρική παραγωγή, αποτρέποντας τις μεγάλες πλεονάζουσες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας που συνήθως εμφανίζονται την άνοιξη.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της σουηδικής ζώνης τιμών SE2, όπου καταγράφηκαν μόλις 64 ώρες μηδενικών ή αρνητικών τιμών κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους, έναντι 536 ωρών την αντίστοιχη περίοδο του 2025.
Ο Harreman αποδίδει την εξέλιξη αυτή και στην αλλαγή της συμπεριφοράς των συμμετεχόντων στην αγορά.
Σε χώρες όπως η Γερμανία, η Γαλλία και η Ολλανδία, οι παραγωγοί ανανεώσιμων πηγών περιορίζουν πλέον οικειοθελώς την παραγωγή τους όταν επικρατούν συνθήκες έντονης υπερπροσφοράς, αντί να συνεχίζουν να παράγουν ηλεκτρική ενέργεια με αρνητικές τιμές.
Η πιο ώριμη αυτή συμπεριφορά συμβάλλει στον περιορισμό των ακραίων διακυμάνσεων των τιμών και στη μεγαλύτερη ευελιξία του ηλεκτρικού συστήματος.