Ευρώπη: Ο καύσωνας φέρνει έκρηξη στην ηλιακή παραγωγή και αρνητικές τιμές στην ηλεκτρική ενέργεια
Η εικόνα μοιάζει εκ πρώτης όψεως παράδοξη. Την ώρα που η Ευρώπη δοκιμάζεται από ολοένα ισχυρότερα κύματα καύσωνα και οι πολίτες ανησυχούν για το ενεργειακό κόστος, σε αρκετές αγορές ηλεκτρικής ενέργειας οι τιμές χονδρικής υποχωρούν ακόμη και κάτω από το μηδέν. Η έντονη ηλιοφάνεια και οι ευνοϊκές καιρικές συνθήκες εκτοξεύουν την παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, δημιουργώντας σε ορισμένες περιπτώσεις τόσο μεγάλη προσφορά ηλεκτρισμού ώστε το σύστημα αδυνατεί να την απορροφήσει.
Το φαινόμενο καταγράφεται όλο και συχνότερα σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες και αποκαλύπτει τόσο τις δυνατότητες όσο και τις αδυναμίες της ενεργειακής μετάβασης. Παρά τη μεγάλη παραγωγή πράσινης ενέργειας, οι καταναλωτές δεν βλέπουν απαραίτητα χαμηλότερους λογαριασμούς, ενώ η αυξανόμενη εξάρτηση από τις ΑΠΕ αναδεικνύει την ανάγκη για εκσυγχρονισμό των δικτύων και μεγαλύτερη αποθηκευτική ικανότητα.
Ο καύσωνας εκτοξεύει την παραγωγή και πιέζει τις τιμές
Το πρώτο μεγάλο κύμα καύσωνα του φετινού καλοκαιριού έφερε θερμοκρασίες-ρεκόρ σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες. Η παρατεταμένη ηλιοφάνεια ενίσχυσε σημαντικά την παραγωγή από φωτοβολταϊκά συστήματα, αυξάνοντας τη συμμετοχή της ηλιακής ενέργειας στο ενεργειακό μείγμα.
Σε αρκετές αγορές η προσφορά ξεπέρασε τη ζήτηση, με αποτέλεσμα οι τιμές να γυρίσουν σε αρνητικό έδαφος για αρκετές ώρες μέσα στην ημέρα. Το φαινόμενο παρατηρείται ιδιαίτερα σε περιόδους μειωμένης κατανάλωσης, όπως αργίες ή ώρες χαμηλής βιομηχανικής δραστηριότητας, όταν η παραγωγή από ΑΠΕ παραμένει υψηλή αλλά η ζήτηση δεν ακολουθεί αντίστοιχη πορεία.
Η Γαλλία, η Ισπανία και η Πορτογαλία συγκαταλέγονται στις χώρες που έχουν καταγράψει επανειλημμένα αρνητικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ στην Ιβηρική Χερσόνησο το πρώτο τρίμηνο του 2026 σημειώθηκαν ιστορικά υψηλά επίπεδα ωρών με τιμές κάτω από το μηδέν.
Γιατί εμφανίζονται οι αρνητικές τιμές
Οι αρνητικές τιμές δεν σημαίνουν ότι οι πολίτες πληρώνονται για να καταναλώσουν ρεύμα. Αντίθετα, αποτελούν ένδειξη ανισορροπίας μεταξύ προσφοράς και ζήτησης στο σύστημα.
Οι παραγωγοί ενέργειας συμμετέχουν καθημερινά στις αγορές ηλεκτρισμού καταθέτοντας προσφορές για την επόμενη ημέρα. Όταν η παραγωγή από αιολικά και φωτοβολταϊκά αυξάνεται υπερβολικά και δεν υπάρχει αντίστοιχη κατανάλωση, οι παραγωγοί προτιμούν συχνά να συνεχίσουν να λειτουργούν ακόμη και με αρνητικές τιμές, καθώς το κόστος διακοπής και επανεκκίνησης της παραγωγής μπορεί να είναι μεγαλύτερο.
Σε αρκετές περιπτώσεις, οι υφιστάμενες επιδοτήσεις ή τα συμβόλαια στήριξης επιτρέπουν τη διατήρηση της λειτουργίας των μονάδων ακόμη και όταν η αγορά κινείται σε αρνητικό έδαφος. Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία στρεβλώσεων που επιβαρύνουν συνολικά το ενεργειακό σύστημα.
Το μεγάλο πρόβλημα των ευρωπαϊκών δικτύων
Ένας από τους βασικούς λόγους που οι αρνητικές τιμές εμφανίζονται όλο και συχνότερα είναι η αδυναμία των υφιστάμενων δικτύων να διαχειριστούν αποτελεσματικά τη νέα πραγματικότητα της πράσινης ενέργειας.
Το ευρωπαϊκό ηλεκτρικό σύστημα σχεδιάστηκε ιστορικά γύρω από μεγάλους κεντρικούς σταθμούς παραγωγής. Σήμερα όμως μεγάλο μέρος της ενέργειας παράγεται από αποκεντρωμένες εγκαταστάσεις αιολικών και φωτοβολταϊκών, οι οποίες συχνά βρίσκονται μακριά από τα μεγάλα κέντρα κατανάλωσης.
Παρά τη σημαντική αύξηση των επενδύσεων στα δίκτυα τα τελευταία χρόνια, οι ανάγκες παραμένουν τεράστιες. Η περιορισμένη μεταφορική ικανότητα δημιουργεί συμφόρηση και δεν επιτρέπει την πλήρη αξιοποίηση της διαθέσιμης πράσινης παραγωγής. Ως αποτέλεσμα, μεγάλα έργα ΑΠΕ κινδυνεύουν να αντιμετωπίσουν καθυστερήσεις ή περιορισμούς σύνδεσης.
Οι μπαταρίες στο επίκεντρο της λύσης
Η αποθήκευση ενέργειας θεωρείται πλέον κρίσιμος παράγοντας για την επιτυχία της ενεργειακής μετάβασης.
Οι τεχνολογίες μπαταριών επιτρέπουν τη συγκέντρωση της πλεονάζουσας παραγωγής κατά τις ώρες υψηλής ηλιοφάνειας και τη διοχέτευσή της στο δίκτυο όταν η ζήτηση αυξάνεται. Για τον λόγο αυτό, η Ευρώπη επιταχύνει τις επενδύσεις στα συστήματα αποθήκευσης BESS.
Η εγκατεστημένη χωρητικότητα αυξάνεται με γρήγορους ρυθμούς, ωστόσο οι αναλυτές εκτιμούν ότι η σημερινή πρόοδος δεν επαρκεί για την επίτευξη των στόχων της επόμενης δεκαετίας. Για να μπορέσει η Ευρωπαϊκή Ένωση να στηρίξει την περαιτέρω διείσδυση των ΑΠΕ, θα χρειαστεί πολλαπλάσια αποθηκευτική ικανότητα από αυτή που διαθέτει σήμερα.
Η ζέστη δεν ευνοεί όλες τις ΑΠΕ
Παρά το γεγονός ότι η ηλιοφάνεια αυξάνει την παραγωγή των φωτοβολταϊκών, οι ακραίες θερμοκρασίες δεν αποτελούν απαραίτητα ευνοϊκή εξέλιξη για όλες τις μορφές ανανεώσιμης ενέργειας.
Οι υψηλές θερμοκρασίες επηρεάζουν τη διαθεσιμότητα υδροηλεκτρικών και πυρηνικών μονάδων, καθώς η άνοδος της θερμοκρασίας των υδάτων δυσκολεύει τις διαδικασίες ψύξης. Παράλληλα, τα φαινόμενα καύσωνα συχνά συνοδεύονται από χαμηλότερες ταχύτητες ανέμου, γεγονός που περιορίζει την παραγωγή αιολικής ενέργειας σε μεγάλες αγορές της Ευρώπης.
Ακόμη και τα φωτοβολταϊκά πάνελ δεν λειτουργούν ιδανικά σε ακραία θερμικά περιβάλλοντα. Η απόδοσή τους αρχίζει να μειώνεται όταν η θερμοκρασία ξεπερνά συγκεκριμένα επίπεδα, καθώς τα φωτοβολταϊκά στοιχεία, ως ημιαγωγοί, εμφανίζουν μικρότερη ενεργειακή απόδοση όσο αυξάνεται η θερμοκρασία λειτουργίας τους. Έτσι, η αντίληψη ότι περισσότερος ήλιος συνεπάγεται πάντοτε και μεγαλύτερη παραγωγή ενέργειας δεν επιβεβαιώνεται στην πράξη.
Η εμπειρία του φετινού καλοκαιριού δείχνει ότι η ενεργειακή μετάβαση δεν εξαρτάται μόνο από την εγκατάσταση περισσότερων ανανεώσιμων πηγών, αλλά και από τη δημιουργία ενός πιο ευέλικτου και ανθεκτικού συστήματος που θα μπορεί να αποθηκεύει, να μεταφέρει και να αξιοποιεί αποτελεσματικά την πράσινη ενέργεια όταν αυτή παράγεται.
(της Κατερίνας Αλεξίου, newmoney.gr)