Η αγορά των καυσίμων απαιτεί αποφασιστικότητα και συνέπεια από την πλευρά της Πολιτείας
Ο Σύνδεσμος Εταιριών Εμπορίας Πετρελαιοειδών Ελλάδος (ΣΕΕΠΕ) έχει τη θεσμική ευθύνη της διαμόρφωσης συνθηκών και περιβάλλοντος ομαλής λειτουργίας ενός κλάδου, βρισκόμενος σε καθημερινή επικοινωνία με την κοινωνία. Οι εταιρείες του κλάδου, με έναν ανθρωποκεντρικό προσανατολισμό, έχουν συνδέσει τη διαδρομή τους με την αναπτυξιακή προοπτική της ελληνικής οικονομίας και με τη στήριξη της ελληνικής κοινωνίας.
Η διεθνής συγκυρία παράγει για ακόμη μια φορά καινούριες προκλήσεις και αβεβαιότητες, με επίκεντρο την πολιτική των δασμών από την καινούρια κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά και στη σκιά της κόπωσης των κοινωνιών, από τις διαδοχικές και ανατροφοδοτούμενες κρίσεις των τελευταίων ετών. Από την παγκόσμια κρίση του 2008, στην οικονομική κρίση της ευρωζώνης την προηγούμενη δεκαετία, στην πανδημική κρίση του κορονοϊού και στις πολυεπίπεδες συνέπειες από τα ανοικτά πολεμικά μέτωπα, στην Ουκρανία, τη Μέση Ανατολή, το Πακιστάν και την Ινδία.
Κάθε φορά που μετακινείται το κοινωνικό εκκρεμές σε περισσότερο ταραχώδεις συνθήκες, ο κλάδος της ενέργειας εισπράττει το σχετικό κλίμα αβεβαιότητας. Η ενέργεια άλλωστε, που είναι συνυφασμένη με τη ζωή, διαδραματίζει θεμελιώδη ρόλο στην τόσο αναγκαία μετάβαση, στο περιθώριο και της κλιματικής κρίσης την οποία βιώνουν οι σημερινές γενιές του πλανήτη. Το πρόσφατο μπλακ-άουτ στην Ιβηρική Χερσόνησο, απέδειξε περίτρανα ότι δεν είμαστε έτοιμοι και κατάλληλα προετοιμασμένοι για μια απρόσμενη ανατροπή στα δεδομένα του σύγχρονου τρόπου ζωής.
Σε ένα τόσο ευμετάβλητο διεθνές περιβάλλον, η Ελλάδα διατηρεί το συγκριτικό πλεονέκτημα της σταθερότητας και της ασφάλειας. Μια ευχάριστη εξαίρεση για την εποχή που διανύουμε. Έχοντας αφήσει πίσω τις πολυπαραγοντικές συνέπειες της οικονομικής κρίσης της προηγούμενης δεκαετίας, η πολιτική σταθερότητα έχει επανέλθει στη χώρα μας. Και η ελληνική οικονομία έχει αποκαταστήσει τη διεθνή εικόνα και φήμη της, με τη σφραγίδα και των μεγάλων Οίκων Αξιολόγησης του εξωτερικού, με τους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης στην Ε.Ε. και τη διαμόρφωση ενός ελκυστικού επενδυτικού περιβάλλοντος. Με σημαντική μείωση του δείκτη ανεργίας, αυξήσεις στον χαμηλό μισθό, αλλά και συνολικά μια βελτίωση του μισθολογικού επιπέδου, όπου όμως εξακολουθεί να υπολείπεται σημαντικά του μέσου όρου της Ε.Ε.
Η αγορά των καυσίμων, την οποία ζούμε στην καθημερινότητά μας, απαιτεί αποφασιστικότητα και συνέπεια από την πλευρά της Πολιτείας, για την εφαρμογή μιας σύγχρονης νομοθεσίας, που θα διευκολύνει τη λειτουργία της, θα ενισχύει την αναπτυξιακή δυναμική της και θα θεραπεύει χρόνιες παθογένειες, οι οποίες υπονομεύουν το παρόν και το μέλλον.
Αναμφίβολα, η σημαντικότερη παθογένεια στον κλάδο των καυσίμων είναι η παραβατικότητα. Αυτός άλλωστε ήταν και ο μοναδικός λόγος που δεν μείναμε σιωπηλοί, αλλά διατρανώσαμε την έντονη αντίθεσή μας, στην πρόσφατη απόφαση της Πολιτείας, μέσω του αρμόδιου Υπουργείου Ανάπτυξης, να παρατείνει το μέτρο της επιβολής πλαφόν στο μικτό περιθώριο κέρδους. Οι συνθήκες οικονομικής ασφυξίας που δημιουργεί το πλαφόν, οδηγεί ένα ποσοστό πρατηριούχων προς την παραβατικότητα. Η σύνδεση πλαφόν, παραβατικότητας και λαθρεμπορίου είναι δυστυχώς αδιαμφησβήτητη.
Παρότι καταθέσαμε συγκεκριμένες και ολιστικές προτάσεις, βασισμένες στην εμπειρία της καθημερινότητάς μας, η Πολιτεία, σε αρκετές περιπτώσεις, δεν έχει προχωρήσει στις παρεμβάσεις που απαιτούνται για την ουσιαστική αντιμετώπιση της παραβατικότητας και του λαθρεμπορίου. Η παράταση του πλαφόν επιβεβαιώνει αυτή την απογοητευτική διαπίστωση, καθώς ωθεί τις επιχειρήσεις που λειτουργούν τηρώντας τους νόμους, είτε σε λουκέτο, είτε σε συμβιβασμό με τους παραβατικούς.
Το πλαφόν δεν έχει κανένα όφελος για τον καταναλωτή. Αντιθέτως, λειτουργεί ως «οξυγόνο» για τους παραβατικούς. Είναι κάτι που ο ΣΕΕΠΕ έχει αποδείξει τεκμηριωμένα και εμπεριστατωμένα, κρούοντας εγκαίρως τον κώδωνα του κινδύνου στην κυβέρνηση. Η Πολιτεία χρησιμοποιεί το πλαφόν ως άλλοθι για την προστασία του καταναλωτή, για το πρόβλημα των υψηλών τιμών που όντως υπάρχουν στη χώρα, όταν η πραγματική αιτία του προβλήματος είναι η υπερφορολόγηση στα καύσιμα, η οποία είναι η υψηλότερη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Πρόκειται για ένα μέτρο που ξεκίνησε στην Ελλάδα και σε λιγοστές ακόμη άλλες ευρωπαϊκές χώρες με αφορμή την πανδημία του κορονοϊού και στη συνέχεια την ενεργειακή κρίση που προκάλεσε η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Το μέτρο έβλαψε τον ανταγωνισμό, δεν προστάτευσε το καταναλωτικό κοινό, και όλες οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες που το είχαν υιοθετήσει, το απέσυραν. Η χώρα μας είναι η μόνη που συνεχίζει να το εφαρμόζει, με διαδοχικές παρατάσεις, ως εξαίρεση και παραφωνία των ευρωπαϊκών πρακτικών.
Έχουμε επισημάνει πολλές φορές ότι, η Πολιτεία οφείλει να δίνει πρώτη το στίγμα της τήρησης και εφαρμογής των νόμων που η ίδια έχει θεσπίσει, αναφορικά με την πάταξη της παραβατικότητας και του λαθρεμπορίου. Να μην ακυρώνει τον εαυτό της, διαμορφώνοντας συνθήκες επικίνδυνων στρεβλώσεων, οι οποίες απειλούν ευθέως τη βιωσιμότητα του κλάδου μας.
Σε καμία άλλη ευρωπαϊκή χώρα οι καταναλωτές δεν αντιμετωπίζουν τόσο αρνητικές συνθήκες, όπως αυτές που δημιουργεί στην Ελλάδα το πλαφόν. Το αποτέλεσμα είναι η ενίσχυση της παραβατικότητας εις βάρος της υγιούς και νόμιμης επιχειρηματικότητας.
Στον αγώνα κατά της παραβατικότητας, θα έπρεπε να είμαστε σύμμαχοι. Ο ΣΕΕΠΕ το έχει αποδείξει με την υπεύθυνη στάση του διαχρονικά, με τελευταίο παράδειγμα την πλήρη στήριξη του Νόμου περί Δέουσας Επιμέλειας. Η Πολιτεία οφείλει να βρίσκεται στο πλευρό μας, και να μην επιμένει σε στρεβλωτικές επιλογές οι οποίες αντιβαίνουν ακόμη και την κοινή λογική, όπως προκύπτει από την καθημερινή εμπειρία του κλάδου μας.
_______
Ο Γιάννης Αληγιζάκης είναι Πρόεδρος του ΣΕΕΠΕ
Το άρθρο περιλαμβάνεται στον τόμο GREEK ENERGY 2025 που εξέδωσε για 14η χρονιά η ομάδα του energypress.