Βλέπουμε τα «ουρανοκατέβατα» και χάνουμε το μέτρο
Τα νούμερα σχετικά με τα «ουρανοκατέβατα» κέρδη είναι πλέον πάνω στο τραπέζι και το δίλημμα για την κυβέρνηση, ανάμεσα σε δύο καταφανώς προβληματικές για την ίδια αποφάσεις είναι σαφές:
Αν φορολογήσει τα καθαρά κέρδη που μένουν στο ταμείο των ηλεκτρικών εταιρειών, τα έσοδα που θα εισπράξει θα είναι ελάχιστα και συνεπώς η σχετική εξαγγελία Μητσοτάκη, στην οποία προχώρησε ο πρωθυπουργός υπό την οργή των καταναλωτών και την πίεση της αντιπολίτευσης, θα αποδειχθεί ατελέσφορη.
Αν από την άλλη, δεν αποδεχθεί την επιχειρηματολογία των εταιρειών παραγωγής (αλλά και της ΡΑΕ), και προχωρήσει στη φορολόγηση των υπερεσόδων, χωρίς να εξετάζει εάν το μεγαλύτερο μέρος τους διοχετεύθηκε σε εκπτώσεις προς τους καταναλωτές, τότε θα πλήξει κατά κύριο λόγο τη ΔΕΗ, δεδομένου ότι το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος από τα επιπλέον έσοδα που κατέγραψε η ΡΑΕ αφορούν έσοδα της ΔΕΗ. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένα νέο πρόβλημα για την επιχείρηση, όπως άλλωστε φαίνεται από την πίεση που δέχεται η μετοχή της τις τελευταίες ημέρες.
Σε κάθε περίπτωση η υπερβολική επικέντρωση του δημόσιου διαλόγου στο θέμα των «ουρανοκατέβατων» μεταφέρει τη συζήτηση στο μικροπολιτικό παιχνίδι και αποκρύπτει τρείς βασικές αλήθειες:
Πρώτον, η εξαρχής παραπλανητική κυβερνητική ρητορική ότι θα καλύψει το 80% ή το 90% των επιβαρύνσεων που θα είχαν οι πολίτες και οι επιχειρήσεις από τις αυξήσεις ρεύματος, ρητορική που δημιούργησε εφησυχασμό χωρίς να είναι δυνατόν να επιβεβαιωθεί στην πράξη, δεν επέτρεψε να συνειδητοποιήσουν οι πολίτες έγκαιρα το μέγεθος του προβλήματος και να αυτοπροστατευθούν με το μόνο τρόπο που έχουν στη διάθεσή τους: Τη μείωση της κατανάλωσης ρεύματος με περιορισμό της σπατάλης.
Δεύτερον, με δεδομένο ότι η χώρα ανήκει στην Ε.Ε. και δεν μπορεί παρά να ασκεί την ενιαία ευρωπαϊκή πολιτική (target mοdel), εκκρεμούν σημαντικές παρεμβάσεις για την ωρίμανση των εγχώριων χρηματιστηριακών ενεργειακών αγορών έτσι ώστε να λειτουργούν χωρίς στρεβλώσεις και σε όφελος των καταναλωτών. Ταυτόχρονα υπάρχουν εργαλεία στο έκτακτο σχέδιο REPowerEU της Κομισιόν για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης που μπορούν πλέον να αξιοποιηθούν.
Τρίτον, πρέπει να γνωρίζουμε ότι η διεθνής αύξηση των τιμών του φυσικού αερίου έχει αυξήσει περίπου κατά 10 δις. ευρώ το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας στη χώρα μας σε ετήσια βάση. Το βάρος αυτό καλείται να πληρώσει ο καταναλωτής είτε απευθείας μέσω των λογαριασμών, είτε έμμεσα μέσω του εθνικού προϋπολογισμού.
Το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος αυτού του ποσού πηγαίνει στη Ρωσία του Πούτιν και στους άλλους παραγωγούς αερίου (των ΗΠΑ περιλαμβανομένων) αλλά και σε κάποιους πολύ μεγάλους διεθνείς traders που έχουν τη δυνατότητα να παίξουν και να κερδοσκοπήσουν στο χρηματιστήριο TTF της Ολλανδίας και αλλού. Συνεπώς, για τη χώρα μας είναι περισσότερο αναγκαία από ποτέ μια κεντρική Ευρωπαϊκή απάντηση που θα καλύψει χρηματοδοτικά τις πολιτικές ελάφρυνσης νοικοκυριών και επιχειρήσεων.
(από το editorial του Energy Weekly Review)