Σύλλογος HELIOS: Οι πολλές ώρες μηδενικών ή αρνητικών τιμών δεν αποτελούν «επιτυχία» του συστήματος, αλλά ένδειξη δυσλειτουργίας

Σύλλογος HELIOS: Οι πολλές ώρες μηδενικών ή αρνητικών τιμών δεν αποτελούν «επιτυχία» του συστήματος, αλλά ένδειξη δυσλειτουργίας

Σύλλογος HELIOS: Οι πολλές ώρες μηδενικών ή αρνητικών τιμών δεν αποτελούν «επιτυχία» του συστήματος, αλλά ένδειξη δυσλειτουργίας
04 05 2026 | 10:49

Απάντηση στις δηλώσεις του υφυπουργού ΠΕΝ, Νίκου Τσάφου, σχετικά με τα φωτοβολταϊκά και το κόστος που επωμίζονται λόγω των περικοπών και των μηδενικών τιμών έδωσε ο Νίκος Πανόπουλος εκ μέρους του ΔΣ του συλλὀγου HELIOS και της Πρωτοβουλίας για την ενότητα των μικρών παραγωγών ενέργειας των φωτοβολταϊκών πάρκων.

Όπως ανέφερε σχετικά σε ανακοίνωση:

Η συζήτηση που άνοιξε με τις δηλώσεις του συμβούλου του Πρωθυπουργού , Νίκου Τσάφου για τις περικοπές και τις μηδενικές τιμές στο χρηματιστήριο ενέργειας φέρνει στο προσκήνιο ένα κρίσιμο ερώτημα: ποιος τελικά πληρώνει το κόστος της ενεργειακής μετάβασης στην Ελλάδα;

Η βασική θέση ότι η αποζημίωση των παραγωγών φωτοβολταϊκών θα αναιρούσε το πλεονέκτημα των χαμηλών τιμών για τον καταναλωτή ακούγεται εύλογη. Όμως, στην πράξη, αποτυπώνει μια μερική μόνο εικόνα της αγοράς. Διότι οι πολλές ώρες μηδενικών ή αρνητικών τιμών δεν αποτελούν «επιτυχία» του συστήματος, αλλά ένδειξη δυσλειτουργίας του: υπερπροσφορά χωρίς επαρκή αποθήκευση, έλλειψη ευελιξίας και αδυναμία διαχείρισης της παραγωγής.

Το κρίσιμο σημείο είναι ότι η ενέργεια αυτή παράγεται και απορροφάται από το σύστημα, αλλά δεν αμείβεται. Αυτό δεν συνιστά εξοικονόμηση για την Ελληνική οικονομία, αλλά μεταφορά κόστους. Με απλά λόγια, το σύστημα λειτουργεί φθηνά για τον καταναλωτή επειδή κάποιος άλλος –ο μικρός παραγωγός– πληρώνει τη διαφορά.

Η πραγματικότητα είναι ότι οι μικροί παραγωγοί δεν είναι «παίκτες αγοράς» με δυνατότητα διαχείρισης ρίσκου. Είναι επενδυτές που ανταποκρίθηκαν σε μια ρητή πολιτική επιλογή της Πολιτείας να αναπτύξει τις ΑΠΕ μέσω αποκεντρωμένων μονάδων. Επένδυσαν με βάση ένα πλαίσιο προβλεψιμότητας, το οποίο σταδιακά μετατράπηκε σε ένα καθεστώς πλήρους έκθεσης στις διακυμάνσεις της αγοράς, χωρίς τα αντίστοιχα εργαλεία προστασίας.

Η επίκληση της «στάθμισης συμφερόντων παραγωγών και καταναλωτών» είναι θεμιτή. Όμως, η στάθμιση αυτή σήμερα είναι μονομερής. Το ρίσκο της αγοράς έχει μετακυλιστεί σχεδόν αποκλειστικά στους μικρούς παραγωγούς, ενώ οι μεγαλύτεροι παίκτες διαθέτουν μηχανισμούς εξισορρόπησης, χαρτοφυλάκια και πρόσβαση σε εργαλεία διαχείρισης.

Το αποτέλεσμα αυτής της ανισορροπίας είναι προβλέψιμο: οικονομική ασφυξία για χιλιάδες μικρές επενδύσεις και σταδιακή συγκέντρωση της αγοράς σε λίγους. Αυτό, όμως, αντιβαίνει στον αρχικό στόχο της ενεργειακής μετάβασης, που ήταν η διεύρυνση της συμμετοχής και η ενίσχυση της ενεργειακής δημοκρατίας.

Το πραγματικό δίλημμα, λοιπόν, δεν είναι «χαμηλές τιμές ή αποζημίωση». Είναι αν θέλουμε μια αγορά που να λειτουργεί δίκαια και βιώσιμα ή μια αγορά που επιτυγχάνει χαμηλές τιμές μεταφέροντας το κόστος σε εκείνους που έχουν τη μικρότερη δυνατότητα να το αντέξουν.

Η λύση δεν βρίσκεται στην πλήρη αποζημίωση χωρίς όρους, αλλά ούτε και στη μη αποζημίωση. Βρίσκεται σε έναν ορθολογικό σχεδιασμό της αγοράς: με μηχανισμούς κατώτατης τιμής, με δίκαιη αποζημίωση των περικοπών, με επιτάχυνση της αποθήκευσης και κυρίως με συμμετρική κατανομή του κινδύνου.

Αν η ενεργειακή μετάβαση θέλουμε να είναι βιώσιμη, τότε δεν μπορεί να βασίζεται στη αφανή επιδότηση της αγοράς από τους μικρούς παραγωγούς. Χρειάζεται μια νέα ισορροπία – και αυτή είναι ζήτημα πολιτικής επιλογής.

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM