Το μοντέλο για την ελάφρυνση της βιομηχανίας από το υψηλό ενεργειακό κόστος αναζητά η κυβέρνηση – Παραμένουν στο τραπέζι παραλλαγές του «ιταλικού μοντέλου»
Πεπεισμένη φέρεται να είναι η κυβέρνηση και ειδικότερα η πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΝ για την ανάγκη λήψης μέτρων προς αντιστάθμιση του αυξημένου ενεργειακού κόστους που «δοκιμάζει» τους τελευταίους μήνες τις αντοχές των επιχειρήσεων και ειδικά της ενεργοβόρου βιομηχανίας, όταν την ίδια στιγμή, γειτονικές και ανταγωνιστικές χώρες λαμβάνουν μέτρα στήριξης.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το συνολικότερο θέμα της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας με την ειδική διάσταση του ενεργειακού κόστους βρέθηκε στο επίκεντρο του απολογισμού για τον ένα χρόνο από την δημοσίευση της έκθεσης Ντράγκι με την Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και ακολούθως τον Μάριο Ντράγκι (δείτε εδώ και εδώ) να αναγνωρίζουν ότι επείγουν παρεμβάσεις προς μια κατεύθυνση εξομάλυνσης της κατάστασης που παραμένει σημαντικά προβληματική.
Στα της Ελλάδας, αρμόδιες πηγές αναφέρουν ότι το θέμα βρίσκεται υψηλά στην κυβερνητική ατζέντα με την βιομηχανία από την πλευρά της να επιχειρηματολογεί σταθερά το τελευταίο διάστημα υπέρ της λήψης μέτρων, ιδίως μετά και την έγκριση του νέου πλαισίου CISAF για τις κρατικές ενισχύσεις όπου κάνει ξεκάθαρα λόγο για μέτρα στήριξης της βιομηχανίας.
Άλλωστε, ήδη αρκετά κράτη μέλη έχουν «πατήσει» πάνω σε αυτό για να εγκαινιάσουν σειρά σχημάτων που καταλήγουν να αντιμετωπίζουν το βασικό πρόβλημα του ενεργειακού κόστους, παρέχοντας μια ορισμένη αλλά κρίσιμη ορατότητα στις βιομηχανίες τους για το επόμενο διάστημα.
Στα ελληνικά πεπραγμένα, οι συζητήσεις διεξάγονται αμείωτες με εκατέρωθεν παρεμβάσεις χωρίς ωστόσο να έχει καταληχθεί ένα συγκεκριμένο σχήμα προς την κατεύθυνση αυτή. Υπάρχουν και εξετάζονται, όπως επισημαίνουν οι ίδιες πηγές, μια σειρά σενάρια στο τραπέζι, μεταξύ των οποίων και το λεγόμενο «ιταλικό μοντέλο» (ή παραλλαγές του) που τελευταία έχει τραβήξει τα βλέμματα του κλάδου, δεδομένου ότι χαίρει σχετικής έγκρισης από την Κομισιόν και επομένως συνιστά ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο στήριξης από την αρχή μέχρι το τέλος χωρίς ημίμετρα και αστερίσκους.
Βασική επιδίωξη της βιομηχανίας αλλά και της πολιτικής ηγεσίας του ΥΠΕΝ, τουλάχιστον σε επίπεδο προθέσεων, είναι να μην χρονίσει περαιτέρω το πρόβλημα, δεδομένου ότι έχει επιτακτικό χαρακτήρα με τον ανταγωνισμό διαρκώς να κερδίζει έδαφος έναντι των ελληνικών βιομηχανικών επιχειρήσεων.
Σε αυτή την κατεύθυνση, το όποιο μοντέλο επιλεγεί ακόμη κι αν πρόκειται για το ιταλικό μοντέλο, όπου υπάρχει η «πεπατημένη» της Ιταλίας, είναι πιθανό να χρειαστεί να συγκροτηθεί σε σχήμα στήριξης που με την σειρά του θα υποβληθεί προς έγκριση στην Κομισιόν, με ότι αυτό συνεπάγεται ως προς τους χρόνους του όλου εγχειρήματος.
Υπενθυμίζεται, όπως έχει γράψει το energypress, ότι στη γειτονική χώρα, οι ενεργοβόρες βιομηχανίες ομαδοποιήθηκαν και μέσω της υπογραφής σύμβασης CfD (Contract for Difference) με την κρατική εταιρεία GSE, εξασφάλισαν πράσινη ενέργεια από ΑΠΕ σε τιμή 65 ευρώ/MWh για 3 χρόνια, για το 25% της συνολικής κατανάλωσής τους. Η συμφωνία προβλέπει επίσης επιστροφή ισόποσης ποσότητας ενέργειας από ΑΠΕ εντός 20ετίας, δημιουργώντας μια win-win κατάσταση τόσο για τους παραγωγούς όσο και για τους καταναλωτές.
Σημειώνεται ότι παραμένει σε εκκρεμότητα αν θα προκριθεί το εν λόγω μοντέλο και πολύ περισσότερο με ποιους όρους θα προκριθεί καθώς οι «υποστηρικτές» του στηρίζουν μια λύση «copy-paste» της Ιταλίας μιας και χαίρει στήριξης από την Κομισιόν, ωστόσο, οι δύο αγορές παρουσιάζουν διαφορές που ενδέχεται να επηρεάσουν τα γνωρίσματα του τελικού σχήματος στην Ελλάδα.
Σε κάθε περίπτωση, η κατάσταση βαίνει σε αδιέξοδο για την βιομηχανία με τις εναλλακτικές να ναυαγούν η μία μετά την άλλη (δείτε εδώ και εδώ) και την αγορά ενέργειας να επιμένει σε ρυθμούς αστάθειας και έντονης μεταβλητότητας, γεγονός που καθιστά «επικίνδυνο σπορ» την spot αγορά για την κάλυψη της συνολικής ζήτησης, πέρα από την μεσημεριανή ζώνη που οι τιμές υποχωρούν στα κατώτερα επίπεδα.