Η νέα πραγματικότητα της οικονομίας του υδρογόνου και οι ευκαιρίες για την Ελλάδα
του Νικόλαου Ντάβου

Η νέα πραγματικότητα της οικονομίας του υδρογόνου και οι ευκαιρίες για την Ελλάδα

19 12 2025 | 12:01

Η ευρωπαϊκή οικονομία του υδρογόνου εισέρχεται πλέον σε μία φάση ωρίμανσης, η οποία χαρακτηρίζεται λιγότερο από φιλόδοξες εξαγγελίες και περισσότερο από ουσιαστικές επενδυτικές αποφάσεις. Μετά την περίοδο 2020–2023, όταν ανακοινώθηκαν δεκάδες GW μονάδων ηλεκτρόλυσης και μεγαλόπνοα σχέδια πανευρωπαϊκών δικτύων, τα έτη 2024–2025 ανέδειξαν με σαφήνεια το χάσμα μεταξύ στρατηγικών στόχων και πραγματικής υλοποίησης. Σύμφωνα με στοιχεία της ACER και της Διεθνούς Υπηρεσίας Ενέργειας (IEA), η εγκατεστημένη ισχύς ηλεκτρόλυσης στην Ευρώπη παραμένει λίγο πάνω από τα 200 MW, με περίπου 1,8 GW υπό κατασκευή, την ώρα που περισσότερα από 60 GW εξακολουθούν να βρίσκονται στο επίπεδο εξαγγελιών χωρίς τελική επενδυτική απόφαση. Παράλληλα, η σημερινή κατανάλωση υδρογόνου στην ΕΕ εξακολουθεί να καλύπτεται σχεδόν εξ ολοκλήρου από ορυκτές πηγές, ενώ η ρεαλιστικά δεσμευμένη ζήτηση ανανεώσιμου και χαμηλών εκπομπών υδρογόνου για το 2030 εκτιμάται μόλις στα 2–4 εκατ. τόνους, πολύ χαμηλότερα από τους αρχικούς πολιτικούς στόχους.

Η εξέλιξη αυτή δεν συνιστά αποτυχία της ευρωπαϊκής στρατηγικής, αλλά μία αναγκαία μετάβαση από τη φάση των προσδοκιών στη φάση της εφαρμογής. Η ευρωπαϊκή πολιτική μετατοπίζεται σταδιακά από την απλή αύξηση της παραγωγικής ικανότητας προς τη δημιουργία πραγματικών αγορών. Εργαλεία όπως η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Υδρογόνου, επιχειρούν να μειώσουν το χάσμα κόστους μεταξύ υδρογόνου και συμβατικών καυσίμων, μέσω επιλεγμένων έργων συνολικής δημόσιας στήριξης που προσεγγίζουν το 1 δισ. ευρώ. Ωστόσο, η απόσυρση ορισμένων έργων μετά τις δημοπρασίες καταδεικνύει ότι η επιδότηση από μόνη της δεν επαρκεί χωρίς σαφή και αξιόπιστο τελικό χρήστη. Αντίστοιχα, οι υποδομές υδρογόνου εξελίσσονται με πιο ρεαλιστικούς ρυθμούς. Τα ευρωπαϊκά σχέδια προβλέπουν δεκάδες χιλιάδες χιλιόμετρα αγωγών έως το 2040, αλλά στην πράξη βασίζονται κυρίως στην επαναχρησιμοποίηση (repurposing) υφιστάμενων δικτύων φυσικού αερίου και τοποθετούνται χρονικά μετά το 2030. Το μήνυμα πλέον είναι σαφές, η αγορά του υδρογόνου θα αναπτυχθεί σταδιακά και όχι μέσω άμεσων, οριζόντιων λύσεων. Το πλαίσιο αυτό εξηγεί γιατί τα έργα που προχωρούν σήμερα στην Ευρώπη και αντίστοιχα στην Ελλάδα, συνδέονται πρωτίστως με συγκεκριμένες βιομηχανικές, ενεργειακές και μεταφορικές χρήσεις, και όχι με γενικευμένες εφαρμογές χωρίς σαφή τελικό χρήστη.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον εξορθολογισμού, η Ελλάδα αρχίζει πλέον να εντάσσεται ουσιαστικά στην πραγματική οικονομία του υδρογόνου. Τα έργα που προχωρούν συνδέονται με συγκεκριμένες ενεργειακές και βιομηχανικές ανάγκες και όχι με αφηρημένες εξαγωγικές προσδοκίες. Το έργο NORTH-1 της Hellenic Hydrogen στη Δυτική Μακεδονία, με μονάδα ηλεκτρόλυσης των 50 MW και δυνατότητα επέκτασης έως τα 200 MW, καθώς και δυνητική παραγωγή περίπου 15.000 τόνων πράσινου υδρογόνου ετησίως, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα έργου με σαφή ρόλο στο ενεργειακό σύστημα της χώρας. Αντίστοιχα, η επένδυση της Motor Oil στους Αγίους Θεοδώρους, με μονάδα ηλεκτρόλυσης 50 MW και εγκεκριμένη ενίσχυση άνω των 110 εκατ. ευρώ, συνδέει την παραγωγή υδρογόνου με τη διύλιση και τα συνθετικά καύσιμα, ενισχύοντας τη βιομηχανική ζήτηση από τα πρώτα κιόλας στάδια. Η ύπαρξη τέτοιων «anchor users» μειώνει σημαντικά τον επενδυτικό κίνδυνο, καθώς διασφαλίζει σταθερή απορρόφηση του παραγόμενου υδρογόνου και επιτρέπει τη σταδιακή ανάπτυξη της αγοράς χωρίς εξάρτηση αποκλειστικά από επιδοτήσεις.

Παράλληλα, η ανάπτυξη της αγοράς δεν περιορίζεται στη βαριά βιομηχανία. Το έργο LIFE GREENH₂ORN, με συντονιστή τον Δήμο Κοζάνης και το CluBE, εισάγει την έννοια της αποκεντρωμένης χρήσης του πράσινου υδρογόνου για τις μεταφορές μέσω ενός σταθμού ανεφοδιασμού με επιτόπια παραγωγή από μονάδα ηλεκτρόλυσης. Την κατασκευή και τη λειτουργία του σταθμού έχει αναλάβει η ΔΕΠΑ Εμπορίας, η οποία υλοποιεί την υποδομή του HRS και την επιτόπια αλυσίδα παραγωγής–συμπίεσης–αποθήκευσης–διάθεσης του πράσινου υδρογόνου. Το έργο λειτουργεί ως ορόσημο για τη σύνδεση του υδρογόνου με τις μεταφορές, αναδεικνύοντας ότι η ανάπτυξη της αγοράς μπορεί να ξεκινήσει και σε μικρότερη, τοπική κλίμακα, με απτές και καθημερινές εφαρμογές.

Επιπλέον, κρίσιμος παράγοντας για την ωρίμανση της ελληνικής αγοράς αποτελεί και το θεσμικό πλαίσιο. Η ενεργοποίηση της διαδικασίας Βεβαίωσης Παραγωγού Υδρογόνου από τη ΡΑΑΕΥ δημιουργεί, για πρώτη φορά, μία σαφή και διαφανή αδειοδοτική βάση για έργα παραγωγής. Παράλληλα, ο ΔΕΣΦΑ ολοκληρώνει τον hydrogen-ready αγωγό συνολικού μήκους άνω των 150 χιλιομέτρων στη Δυτική Μακεδονία, ενώ επίσης σχεδιάζει και τη δυνατότητα μελλοντικής επαναχρησιμοποίησης τμημάτων του εθνικού συστήματος μεταφοράς φυσικού αερίου. Οι υποδομές αυτές δεν προϋποθέτουν την άμεση ύπαρξη μαζικής αγοράς υδρογόνου, αλλά λειτουργούν ως αναγκαία προετοιμασία για τη σταδιακή ένταξή του στο ενεργειακό σύστημα. Η προσέγγιση αυτή ευθυγραμμίζεται με την ευρωπαϊκή πρακτική της «υποδομής έτοιμης για το μέλλον», όπου οι επενδύσεις σχεδιάζονται με ευελιξία, χωρίς να προϋποθέτουν την άμεση ύπαρξη μαζικής παραγωγής ή/και ζήτησης.

Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά η Δυτική Μακεδονία, όπου το υδρογόνο συνδέεται άμεσα με τη δίκαιη μετάβαση. Σε μία περιοχή που βιώνει τις επιπτώσεις της απολιγνιτοποίησης, τα έργα υδρογόνου, σε συνδυασμό με τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, την αποθήκευση ενέργειας, τα data centers, τη βιομηχανία και τους τοπικούς φορείς, συμβάλλουν στη δημιουργία νέων αλυσίδων αξίας, δεξιοτήτων και βιώσιμων θέσεων εργασίας. Το υδρογόνο δεν αντιμετωπίζεται ως πανάκεια, αλλά ως ένα ακόμη εργαλείο αναδιάρθρωσης του παραγωγικού μοντέλου. Σε αυτό το οικοσύστημα, κρίσιμο ρόλο διαδραματίζουν οι ενδιάμεσοι φορείς καινοτομίας, όπως το CluBE, το οποίο λειτουργεί ως γέφυρα μεταξύ ερευνητικών οργανισμών, βιομηχανίας, τοπικής αυτοδιοίκησης και κοινωνίας των πολιτών, υποστηρίζοντας μεταξύ άλλων πιλοτικά έργα υδρογόνου, ενεργειακής αποθήκευσης, κυκλικής οικονομίας και βιοοικονομίας.

Το συμπέρασμα, τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο, είναι σαφές. Η οικονομία του υδρογόνου έχει ξεκινήσει, αλλά αναπτύσσεται εκεί όπου υπάρχουν ρεαλιστικά έργα, ανταγωνιστικό ενεργειακό κόστος, τελικοί χρήστες και σαφές ρυθμιστικό πλαίσιο. Η Ελλάδα, ευθυγραμμισμένη με αυτή τη νέα ευρωπαϊκή πραγματικότητα, έχει τη δυνατότητα να τοποθετηθεί ουσιαστικά στον χάρτη του υδρογόνου, όχι μέσω υπερβολικών στόχων, αλλά μέσω σταδιακής ανάπτυξης, συνεργασιών και έργων με πραγματικό ενεργειακό και οικονομικό νόημα. Σε αυτή τη νέα φάση, το ζητούμενο δεν είναι η ταχύτητα ούτε το μέγεθος των εξαγγελιών, αλλά η κατεύθυνση: λιγότερα, στοχευμένα έργα, με σαφή ρόλο στο ενεργειακό σύστημα, ανταγωνιστικό κόστος και πραγματική οικονομική λειτουργία.

______

Ο Νικόλαος Ντάβος είναι Συνιδρυτής και Διαχειριστής του CluBECluster Βιοοικονομίας και Περιβάλλοντος Δυτικής Μακεδονίας.

Το άρθρο περιλαμβάνεται στο αφιέρωμα του energypress για τις εμπειρίες του 2025, τις προκλήσεις και τις προσδοκίες για το 2026.

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM