Η Γερμανία υιοθετεί νέο ορισμό και διαβεβαιώνει για την επάρκεια ηλεκτρισμού παρά το coal exit
Η προμήθεια ηλεκτρισμού στη Γερμανία είναι ασφαλής παρά το γεγονός ότι η χώρα αποσύρει τους σταθμούς άνθρακα αυτά τα χρόνια, όπως προκύπτει από έκθεση του υπουργείου Οικονομίας.
Σύμφωνα με το Clean Energy Wire, η προμήθεια θα παραμείνει σε πολύ υψηλά επίπεδα με βάση τις διεθνείς προδιαγραφές, παρά το coal exit. Μάλιστα, ο επαρκής εφοδιασμός παραμένει σε όλα τα σενάρια που εξετάστηκαν ως το 2030.
Όπως επισήμανε ο Γιάκομπ Σλαντ, ενεργειακός συντάκτης της Tagesspiegel Background, αυτό που εισάγει ουσιαστικά η έκθεση είναι ένας πιο ουσιαστικός και περίπλοκος ορισμός της επάρκειας εφοδιασμού και του πως επιτυγχάνεται. Προηγουμένως, υπήρχε απλά μια σύγκριση της κατανάλωσης με την εγγυημένη παραγωγή, ενώ τώρα υπάρχει μια στοχαστική ανάλυση με χρήση πιθανοτήτων. Οι συντάκτες της έκθεσης ορίζουν πλέον ως επάρκεια την πιθανότητα 99,94% για κάλυψη του φορτίου στη χώρα. “Αν στοχεύσεις κάτω από αυτό, τότε η ζημιά από τις διακοπές είναι εκτενής. Αν στοχεύσεις πάνω από αυτό, τότε το κόστος για το σύστημα ηλεκτρισμού γίνεται πολύ υψηλό”, σχολίαζει ο Σλαντ.
Το ανωτέρω ποσοστό αντιστοιχεί σε 5-10 λεπτά αποσύνδεσης ανά καταναλωτή ανά έτος, έναντι 12-15 λεπτών στα χρόνια από το 2009 μέχρι σήμερα.
Πάντως, ο σύνδεσμος ηλεκτροπαραγωγών, VKU, χαρακτήρισε τη μεθοδολογία αυτή ως ανεπαρκή εν μέσω των προκλήσεων που παρουσιάζει το coal exit και ζήτησε έναν υπολογισμό που θα λαμβάνει υπόψη τους κινδύνους με τη μορφή stress test. Σύμφωνα με την επικεφαλής του συνδέσμου, Κατερίνα Ράιχε, ο νομικός προσδιορισμός της απόσυρσης του άνθρακα στη Γερμανία δίχως μια τέτοια μεθοδολογία θα είναι “σαν να περπατά κάποιος σε ένα σχοινί δίχως δίχτυ ασφαλείας από κάτω”.
Από την πλευρά του, ο σύνδεσμος BDEW χαρακτήρισε την εξάρτηση από τις εισαγωγές ρεύματος που υιοθετεί η έκθεση ως “υπερβολικά επικίνδυνη”. Ο πρόεδρος, Στέφαν Κάπφερερ, δήλωσε σχετικά ότι “δεν πρέπει να βασιζόμαστε στο ότι θα μπορούμε πάντα να εισάγουμε ρεύμα από τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες σε περιόδους υψηλής ζήτησης” και έδωσε έμφαση στην ανάγκη για νέα ηλεκτροπαραγωγική ισχύ με αέριο, στην αποθήκευση ενέργειας, στη συμπαραγωγή και στην επέκταση του δικτύου.