Η Ευρώπη εκτός στόχων για τις διασυνδέσεις του 2030 – Η Ελλάδα στο επίκεντρο κρίσιμων ενεργειακών εξελίξεων

Η Ευρώπη εκτός στόχων για τις διασυνδέσεις του 2030 – Η Ελλάδα στο επίκεντρο κρίσιμων ενεργειακών εξελίξεων

Η Ευρώπη εκτός στόχων για τις διασυνδέσεις του 2030 – Η Ελλάδα στο επίκεντρο κρίσιμων ενεργειακών εξελίξεων
06 12 2025 | 07:30

Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται μπροστά σε μία από τις πιο κρίσιμες ενεργειακές καμπές της σύγχρονης ιστορίας της. Παρά τις φιλόδοξες εξαγγελίες και τα διαδοχικά θεσμικά πακέτα για επιτάχυνση της πράσινης μετάβασης, τα στοιχεία δείχνουν μια ανησυχητική πραγματικότητα: η Ευρώπη δεν βρίσκεται σε τροχιά για την επίτευξη των στόχων ηλεκτρικών διασυνδέσεων του 2030. 

Όπως επισημαίνει το Ember σε πρόσφατη έκθεσή του, το ευρωπαϊκό ηλεκτρικό σύστημα δεν διαθέτει ακόμη τις απαραίτητες διασυνοριακές υποδομές για να λειτουργήσει ως μία πραγματικά ενιαία ενεργειακή αγορά, ικανή να αντιμετωπίσει την εκρηκτική ανάπτυξη των ΑΠΕ, την αυξανόμενη αστάθεια και τα νέα γεωπολιτικά δεδομένα.

Η ελληνική δυναμική

Σε αυτό το ασταθές πλαίσιο, η Ελλάδα αποκτά έναν πρωταγωνιστικό ρόλο – και ταυτόχρονα αποκαλύπτονται τα δομικά κενά και οι χαμένες ευκαιρίες της. Η έκθεση διαπιστώνει ότι η χώρα εμφανίζει σημαντική δυναμική μέσω μεγάλων έργων διασύνδεσης που βρίσκονται σε εξέλιξη, όμως οι στόχοι παραμένουν μακρινοί. Το μήνυμα είναι καθαρό: οι επενδύσεις που προγραμματίζονται δεν αρκούν, ενώ νέα έργα και περισσότερη ευρωπαϊκή χρηματοδότηση είναι απολύτως απαραίτητα.

80% της ισχύος της ΕΕ μένει εκτός στόχου – Στον «κόκκινο» και η Ελλάδα

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, 80% του ευρωπαϊκού ηλεκτρικού συστήματος δεν θα φτάσει τον στόχο του 15% διασύνδεσης έως το 2030. Αυτό σημαίνει ότι το μεγαλύτερο μέρος της ΕΕ θα παραμείνει με ανεπαρκή δυνατότητα εισαγωγών και εξαγωγών ηλεκτρικής ενέργειας, περιορίζοντας όχι μόνο την ασφάλεια εφοδιασμού, αλλά και την αξιοποίηση φθηνών ανανεώσιμων πόρων.

Συνολικά 11 κράτη-μέλη – μεταξύ των οποίων η Γερμανία, η Γαλλία, η Ιταλία, η Πολωνία, η Ισπανία, η Πορτογαλία και η Ελλάδα – αναμένεται να έχουν εισαγωγική ικανότητα μικρότερη του 15% της εγχώριας παραγωγής τους το 2030.

Η ελληνική περίπτωση: πρόοδος μεν, μεγάλες ελλείψεις δε

Το Ember υπογραμμίζει ότι η Ελλάδα έχει εξαγγείλει και ήδη υλοποιεί σημαντικές επενδύσεις σε νέες ηλεκτρικές διασυνδέσεις – με την Κύπρο, τη Βουλγαρία και σε επόμενη φάση με την Αίγυπτο. 

Ωστόσο, τα δεδομένα δείχνουν μια πιο σύνθετη εικόνα:

 

  • Η εισαγωγική ικανότητα της Ελλάδας με κράτη της ΕΕ θα διπλασιαστεί έως το 2030, αυξανόμενη κατά 1,5 GW.
  • Παρά ταύτα, ο δείκτης διασύνδεσης θα ανέβει μόλις από 6% σε 9%, πολύ κάτω από τον στόχο του 15%.
  • Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η Ελλάδα σχεδιάζει προσθήκη 10 GW νέας αιολικής και ηλιακής ισχύος, καθιστώντας δύσκολη την αναλογική άνοδο του ποσοστού διασύνδεσης.
  • Εάν όμως ληφθούν υπόψη και οι εκτός ΕΕ διασυνδέσεις, ιδίως το mega-project Ελλάδας–Αιγύπτου ισχύος 3 GW, τότε η διασύνδεση της χώρας θα ξεπερνούσε το 22%, υπερβαίνοντας τον ευρωπαϊκό στόχο.
  • Το «καμπανάκι» κρούει κυρίως το γεγονός ότι τα έργα εντός της ΕΕ δεν αρκούν για να φέρουν την Ελλάδα στο απαιτούμενο επίπεδο διασύνδεσης. Η σύνδεση με την Αίγυπτο, όσο κρίσιμη και αν είναι, δεν υπολογίζεται επίσημα στον δείκτη που εξετάζει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

 

Έτσι η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε ένα παράδοξο: προχωρά σε κάποια από τα πιο φιλόδοξα έργα της Μεσογείου, αλλά παραμένει εκτός τροχιάς σε έναν βασικό δείκτη σύγκλισης της ΕΕ.

Πολλά έργα, λίγος χρόνος, ανεπαρκής ευρωπαϊκή χρηματοδότηση

Η κατάσταση δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Σύμφωνα με τις αναλύσεις, η Ευρώπη χρειάζεται 55 GW περισσότερης διασυνοριακής χωρητικότητας έως το 2040 για να αγγίξει ένα βέλτιστο ηλεκτρικό σύστημα. Τα τρέχοντα σχέδια υπολείπονται δραματικά.

Κι αυτό δεν είναι ζήτημα μόνο τεχνικό. Είναι βαθιά πολιτικό και οικονομικό:

Ο χρόνος υλοποίησης ενός διασυνδετικού έργου στην ΕΕ ξεπερνά τη δεκαετία.

Οι ανάγκες χρηματοδότησης έως το 2040 υπολογίζονται σε 150 δισ. ευρώ μόνο για ηλεκτρικές διασυνδέσεις.

Το κονδύλι του επόμενου Connecting Europe Facility (CEF-E) αναμένεται να φτάσει τα 17 δισ. ευρώ, ποσό ανεπαρκές για τις απαιτήσεις.

Η ΕΕ αντιμετωπίζει δηλαδή μια τρύπα χρηματοδότησης 30 δισ. ευρώ, η οποία πρέπει να καλυφθεί είτε με δάνεια των ευρωπαϊκών τραπεζών, είτε με ιδιωτικά κεφάλαια μέσω εμπορικών διασυνδέσεων, είτε με ριζική ανακατανομή του CEF-E.

 

Η διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ (πρώην EuroAsia Interconnector), καθώς και η Ηπειρωτική Ελλάδα–Κρήτη–Κύπρος, αποτελούν κατ’ εξοχήν έργα που δεν μπορούν να υλοποιηθούν χωρίς κοινοτική χρηματοδότηση.

Η Ιβηρική προειδοποίηση: Η Ευρώπη μαθαίνει από τα μπλακάουτ

Τον Απρίλιο του 2025, η Ιβηρική Χερσόνησος βίωσε ένα εκτεταμένο μπλακάουτ, το οποίο ανέδειξε τον κομβικό ρόλο των διασυνδέσεων. Η επαναφορά του συστήματος (blackstart) έγινε χάρη στις διασυνοριακές υποδομές με τη Γαλλία.

Το περιστατικό έστειλε ένα ξεκάθαρο μήνυμα στην Ευρώπη: σε μια εποχή υψηλής διείσδυσης ΑΠΕ, οι διασυνδέσεις είναι ασπίδα ασφαλείας.

Για την Ελλάδα, όπου καταγράφονται τακτικά τοπικοί περιορισμοί και κορεσμένα δίκτυα λόγω της έκρηξης φωτοβολταϊκών και αιολικών, το παράδειγμα της Ιβηρικής είναι άκρως επίκαιρο. Οι διασυνδέσεις της χώρας με τα Βαλκάνια, την Κύπρο και τη Βόρεια Αφρική δεν είναι απλώς εργαλεία αγοράς – είναι αναγκαίοι μηχανισμοί ανθεκτικότητας.

Η Ευρώπη σε δύο ταχύτητες

Παρά τις συνολικές δυσκολίες, η εικόνα δεν είναι ενιαία.

16 κράτη-μέλη βρίσκονται σε καλό δρόμο για τον στόχο του 2030

Στην κατηγορία αυτή ανήκουν χώρες όπως:

  • Βέλγιο
  • Σουηδία
  • Κύπρος (μετά την ολοκλήρωση κρίσιμων έργων)
  • Βαλτικές χώρες, με εντυπωσιακή διασύνδεση 40–60%
  • Οι χώρες αυτές λειτουργούν σε μεγάλο βαθμό ως κόμβοι μεταφοράς ενέργειας, διευκολύνοντας τη ροή μεταξύ άλλων περιοχών της Ευρώπης.

Οι «απομονωμένοι» του ευρωπαϊκού νότου

Η Ιβηρική και η Ελλάδα παραμένουν μεταξύ των πλέον ελλιπώς διασυνδεδεμένων περιοχών της ηπείρου, γεγονός που επηρεάζει τις επενδύσεις σε ΑΠΕ, το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας και την ευστάθεια των δικτύων.

Στην ελληνική περίπτωση, η στενή εξάρτηση από τη διασύνδεση με τα Βαλκάνια και η γεωγραφική απομόνωση του νησιωτικού συστήματος συνθέτουν ένα πολύπλοκο και απαιτητικό ενεργειακό σκηνικό.

Το 2040 ως πραγματικός στόχος – όχι το 2030

 

Οι μελέτες δείχνουν ότι η Ευρώπη θα χρειαστεί να διπλασιάσει σχεδόν τη διασυνοριακή της χωρητικότητα από το 2030 έως το 2040.

Το 2030 η ΕΕ αναμένεται να φτάσει τα 167 GW.

Για την κάλυψη των ενεργειακών αναγκών, το 2040 απαιτούνται 318 GW.

Με άλλα λόγια, μέσα σε μία δεκαετία πρέπει να κατασκευαστούν έργα συνολικής ισχύος 151 GW, εκ των οποίων τα 55 GW δεν έχουν καν προταθεί ακόμη.

Αυτό έχει κρίσιμες προεκτάσεις για την Ελλάδα, σύμφωνα πάντα με το Ember:

  • Το έργο με την Αίγυπτο, το λεγόμενο GREGY (3 GW), μπορεί να εξελιχθεί σε έναν από τους βασικούς άξονες εισαγωγών «πράσινης» ενέργειας στην Ευρώπη.
  • Η νέα αναβάθμιση της ελληνοβουλγαρικής διασύνδεσης και η δεύτερη γραμμή με την Ιταλία μπορούν να μεταμορφώσουν τον ρόλο της χώρας στη ΝΑ Ευρώπη.
  • Χωρίς επιτάχυνση αδειοδοτικών διαδικασιών, τα έργα αυτά δεν θα είναι έτοιμα μέχρι το 2030 – και ίσως όχι ούτε μέχρι το 2040.

Η μεγάλη μάχη της επόμενης δεκαετίας

Για να υλοποιηθούν όλα τα παραπάνω απαιτείται μια πρωτοφανής χρηματοδοτική κινητοποίηση. Το CEF-E έχει ιστορικά καλύψει περίπου το 31,5% του κόστους έργων ηλεκτρικών διασυνδέσεων, αλλά αυτό δεν αρκεί πλέον.

Τρεις είναι οι πιθανές λύσεις που εξετάζονται:

  • Μαζική προσφυγή στα δάνεια της ΕΤΕπ και της EBRD, καλύπτοντας μέχρι και το 50% των επενδύσεων.
  • Εμπορικές διασυνδέσεις που χρηματοδοτούνται από τα έσοδα συμφόρησης – όπως τα επιτυχημένα παραδείγματα BritNed και Eleclink.
  • Ριζική στροφή του CEF-E αποκλειστικά σε ηλεκτρικά έργα, με 20% του προϋπολογισμού να διοχετεύεται σε διασυνδέσεις – εις βάρος έργων για υδρογόνο, CO₂ και μεθάνιο.

Η Ελλάδα έχει άμεσο συμφέρον να πιέσει πολιτικά για την τρίτη επιλογή, καθώς, οι διασυνδέσεις Κρήτη–Κύπρος–Ισραήλ, Ελλάδα–Αίγυπτος, η αναβάθμιση Ελλάδας–Ιταλίας και οι νέες βαλκανικές διασυνδέσεις αποτελούν έργα με εξαιρετικά υψηλό κόστος, που δεν μπορούν να υλοποιηθούν από την ελληνική αγορά μόνη της.

 

Η Ελλάδα ως ενεργειακός κόμβος ή ως ενεργειακή νησίδα; 

 

Η δεκαετία που μόλις ξεκινά θα καθορίσει αν η Ελλάδα θα εξελιχθεί σε ενεργειακό κόμβο της ΝΑ Μεσογείου ή αν θα παραμείνει μια «ενεργειακή νησίδα» με περιορισμένες δυνατότητες και υψηλά κόστη ηλεκτρισμού.

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM