Έτοιμο προς αποστολή στις Βρυξέλλες το σχήμα για την αντιστάθμιση – Απώλεια 100 εκατ. ευρώ για τη βιομηχανία αν δεν εγκριθεί έως το τέλος 2022
Ολοκληρώθηκε σύμφωνα με πληροφορίες του energypess η εκπόνηση του ελληνικού σχήματος για τη συνέχιση του μέτρου της αντιστάθμισης μετά την 1η Ιανουαρίου 2021. Επομένως, η πρόταση είναι έτοιμη να αποσταλεί στις Βρυξέλλες, ώστε να πάρει το «πράσινο φως» από την Κομισιόν.
Υπενθυμίζεται ότι το προηγούμενο σχήμα έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2020, κάτι που σημαίνει ότι έχει περάσει περίπου 1,5 έτους, χωρίς η ελληνική πολιτεία να έχει προχωρήσει στην κατάρτιση του διάδοχου σχήματος και στην υποβολή του στην Κομισιόν, ώστε να πάρει το «πράσινο φως».
Επομένως, όσο δεν έχει εγκριθεί το νέο σχήμα, οι βιομηχανίες στερούνται πολύτιμων εσόδων, σε μία εποχή μάλιστα που η εκτίναξη των τιμών ενέργειας έχει εκτινάξει τα λειτουργικά τους κόστη. Μάλιστα, αν το «πράσινο φως» της Κομισιόν στο ελληνικό σχήμα δεν δοθεί έως το τέλος του έτους, τόσο οι εγχώριες βιομηχανίες κινδυνεύουν να απολέσουν έσοδα, τα οποία υπολογίζεται ότι ανέρχονται σε 100 εκατ. ευρώ.
Οι νέες κατευθυντήριες γραμμές για την αντιστάθμιση του έμμεσου κόστους εκπομπών CO2 εκδόθηκαν τον Σεπτέμβριο του 2020 από την Κομισιόν, ενώ καλύπτουν το χρονικό διάστημα από την 1η Ιανουαρίου 2021 έως την 31 Δεκεμβρίου 2030. Επομένως, για να εξακολουθήσει οποιαδήποτε κράτος-μέλος να ενισχύει τις βιομηχανίες έντασης ενέργειας, ώστε να αποτραπεί η «διαρροή άνθρακα», θα πρέπει να θεσπίσει ένα καινούριο καθεστώς, το οποίο να βασίζεται στις νέες κατευθυντήριες.
Σύμφωνα με τις νέες Κατευθυντήριες, συνολικά δέκα κλάδοι δικαιούνται αποζημίωση, από 14 που καλύπτονταν νωρίτερα. Νέες κατηγορίες που εντάχθηκαν είναι τα διυλιστήρια, η βιομηχανία χαλκού αλλά και η παραγωγή υδρογόνου, ενώ το «παρών» στον σχετικό κατάλογο δίνουν οι βιομηχανίες αλουμινίου, οι χαρτοβιομηχανίες, η παραγωγή χαλκού, σιδήρου και χάλυβα. Εκτός καθεστώτος τέθηκαν η κλωστοϋφαντουργία και τα λιπάσματα.
Η αποζημίωση ανέρχεται έως 75%, με σκοπό να αποτραπεί η μεταφορά των συγκεκριμένων δραστηριοτήτων σε τρίτες χώρες με πιο χαλαρή περιβαλλοντική νομοθεσία και, κατά συνέπεια, μικρότερο κόστος.