Παίζοντας φιδάκι...
Οπως στο φιδάκι. Προχωράς αργά, σκαρφαλώνεις σκάλες, κουτρουβαλάς φιδάκια, αποφεύγεις παγίδες και, κάποια στιγμή, εκεί που φθάνεις μια ανάσα από το τέλος, σε καταπίνει το μεγάλο φίδι κι αρχίζεις πάλι από την αρχή. Κάπως έτσι πορευόμαστε, 18 μήνες τώρα. Τελευταία πράξη του δράματος η πρόσφατη μετάπτωση από την ελπίδα της αναδιαπραγμάτευσης με την τρόικα στις λαχανιασμένες εξαγγελίες μέτρων και τις απειλές που μας σημαδεύουν φαρμακερές, από κάθε ευρωπαϊκή πρωτεύουσα.
Μόνο που στο φιδάκι τη διαδρομή σου την ορίζει η τύχη, το ζάρι. Ενώ εδώ την τύχη μας την κάνουμε μόνοι μας, με τον τρόπο που αντιδρούμε σε ένα εχθρικό, πιεστικό διεθνές περιβάλλον. Πώς τη χαλάσαμε, λοιπόν, την τύχη μας;
Φταίει, ασφαλώς, το σχέδιο που ενσωματώθηκε στο Μνημόνιο και που αποδείχθηκε στην πράξη ότι ξαστόχησε, αγνόησε κρίσιμες παραμέτρους της ελληνικής περίπτωσης, υποτίμησε το βάθος της ύφεσης που θα προκαλούσε και υπερτίμησε την ικανότητα ενός πολιτικού προσωπικού, που ενώ ήταν εγκιβωτισμένο στο παλιό καθεστώς, στο παλιό μοντέλο, έπρεπε να υποδυθεί τον μεταρρυθμιστή του.
Αλλά φταίει, σίγουρα - εκτός από το ζαβό το ριζικό μας, τον Θεό που μας μισεί και το κρασί - και το κεφάλι το κακό μας.
Φλας μπακ. Τον Οκτώβριο του 2009, ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου, ως υπουργός Οικονομίας ολίγων ημερών, ανακοίνωνε από το Λουξεμβούργο, προς γενική κατάπληξη, ότι το έλλειμμα της τρέχουσας χρονιάς δεν θα είναι 2,5% που έλεγε ο προϋπολογισμός Αλογοσκούφη, ούτε 6% που είχε ανακοινώσει ο Γιάννης Παπαθανασίου, αλλά 12,5%. Αλλά ενώ σπεύσαμε να υιοθετήσουμε πριν της ώρας της μια εκτίμηση που δεν ήταν ακόμη οριστική, αποδείχθηκε ότι δεν ήμασταν διόλου έτοιμοι να περάσουμε από τους γενναίους λόγους στις αναγκαίες πράξεις. Ο προϋπολογισμός που κατατέθηκε κατόπιν ήταν σαν να μην υπήρχε κρίση στον κόσμο και τη χώρα. Και οι υπουργοί τσακώνονταν μέχρι την πρωτοχρονιά περί του εάν το πάγωμα μισθών στο Δημόσιο αφορούσε όσους έπαιρναν πάνω από 2.000 ευρώ καθαρά ή μεικτά.
Κι αυτή η χρονική και πραγματική ασυμμετρία λόγων και έργων, εξαγγελιών και πρακτικών μέτρων διαρκεί δύο χρόνια τώρα.
Φλας μπακ, δεύτερο. Τον Δεκέμβριο του 2009, ο Γιώργος Παπανδρέου εμφανίστηκε στην πρώτη του ευρωσύνοδο κορυφής, ως Πρωθυπουργός, κυκλωμένος από την καχυποψία, την οργή, το μίσος σχεδόν των συναδέλφων του. Και για να αλλάξει το κλίμα πήρε τον λόγο και εξήγησε πως το ελληνικό πρόβλημα είναι διαφορετικό από των άλλων χωρών που υποφέρουν από την κρίση. Η αιτία της κρίσης στην Ελλάδα - είπε - είναι η «συστημική διαφθορά» που μας χαρακτηρίζει. Δεν ξέρω τι εντύπωση έκανε αυτό στους ακροατές του, το κακό όμως είναι ότι ο ίδιος ο Πρωθυπουργός εγκλωβίστηκε στην αφήγηση αυτή. Πίστεψε και μας έκανε να πιστέψουμε πως για την κρίση φταίει η διαφθορά, όχι η «συστημική στρέβλωση» του οικονομικού μοντέλου που την παρήγαγε και την αναπαρήγαγε. Κι αρχίσαμε να αναρωτιόμαστε «πού πήγαν τα λεφτά», λες και υπήρχαν, και ποιος «τα έφαγε» και να αγανακτούμε στις πλατείες. Και η προσπάθεια ανάταξης, που θα έπρεπε να είναι μια συστηματική, ορθολογική, με σχέδιο μακράς πνοής προσπάθεια μεταρρύθμισης ενός βαθιά ριζωμένου και από δεκαετιών άρρωστου και στρεβλού προτύπου ανάπτυξης, πήρε χαρακτηριστικά ηθικής σταυροφορίας κάθαρσης. Και κάθε μεταρρυθμιστικό μέτρο ή ημίμετρο εξελισσόταν σε μια ηθική διαπόμπευση κάποιας κοινωνικής ή επαγγελματικής ομάδας, την οποία τύχαινε η μεταρρύθμιση (που κατά κανόνα έμενε στα χαρτιά) να αφορά. Αρχίσαμε με τους φορτηγατζήδες και είμαστε τώρα στους δημοσίους υπαλλήλους που «ταλαιπωρούν δέκα εκατομμύρια Ελληνες».
Ως εάν είναι δυνατό να εμπνεύσει ο καπετάνιος στο πλήρωμα εμπιστοσύνη, ετοιμότητα για θυσίες, συλλογική προθυμία συμμετοχής στα δύσκολα, όταν το παροτρύνει να βρίσκεται σε διαρκή αναβρασμό και να διαπομπεύει κάθε φορά κάποιους από τους συν-θαλασσοδαρμένους για τα «κεκτημένα προνόμιά τους».
Και, στο μεταξύ, η χώρα σπαρασσόμενη και αποκαρδιωμένη σύρεται στην άβυσσο της ύφεσης, χωρίς να αλλάζει ούτε κεραία από τον γενεσιουργό της κρίσης συστημικό μας παραλογισμό.
(ΤΑ ΝΕΑ, 10/9/2011)