Ενέργεια, χρηματοδότηση και οι ανεκπλήρωτες προφητείες στην Αφρική
Η Αφρική, μια ήπειρος με αναξιοποίητες αγορές και άφθονους φυσικούς πόρους, έχει υπάρξει το κοινό μυστικό μεταξύ πολλών ενεργειακών επενδυτών κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες. Ο υψηλός ρυθμός ανάπτυξης, η ραγδαία αύξηση του πληθυσμού της, και οι ανεκμετάλλευτοι της πόροι, την έχουν χαρακτηρίσει ως την γη της επαγγελίας στα μάτια πολλών επιχειρηματιών. Ωστόσο, μέχρι στιγμής, τα αποτελέσματα είναι ανάμεικτα.
Η εξήγηση είναι απλή: οι κατανοητοί σε όλους μας οικονομικοί κανόνες της προσφοράς και της ζήτησης. Ο αφρικανικός πληθυσμός της Αφρικής αυξάνεται με ταχείς ρυθμούς καθώς υπολογίζεται ότι θα διπλασιαστεί μέχρι το 2050. Ταυτόχρονα, ενώ ο υπόλοιπος κόσμος αγωνίζεται να ξεπεράσει τις επιπτώσεις της πρόσφατης ύφεσης, οι ρυθμοί αύξησης του ΑΕΠ της κυμαίνονται στο 5-8%, κυρίως λόγω της ραγδαίας οικονομικής δραστηριότητας στις βαριά αστικοποιημένες πόλεις. Οι ρυθμοί αυτοί απεικονίζουν την ανάπτυξη μιας νέας εργατικής τάξης, με σημαντική αγοραστική δύναμη και αυξανομένη ανάγκη για κατανάλωση περισσότερης αλλά και σταθερότερης ενέργειας.
Η σημερινή ικανότητα παραγωγής ενέργειας της Αφρικής ανέρχεται σε 147 GW, εκ των οποίων τα 68 GW βρίσκονται στην υπο-Σαχάρια περιοχή (π.χ. 40GW είναι η ικανότητα παραγωγής της Νότιας Αφρικής). Ωστόσο, ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού της Αφρικής εξακολουθεί να στερείται την πρόσβαση στην ηλεκτρική ενέργεια. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η Αφρική αντιπροσωπεύει το 15% του παγκόσμιου πληθυσμού και μόλις το 5% της συνολικής χρήσης πρωτογενούς ενέργειας, η κατά κεφαλήν κατανάλωση ενέργειας στην Αφρική περιορίζεται στο ένα τρίτο του παγκόσμιου μέσου όρου. Πιο συγκεκριμένα, η πρόσβαση σε ενέργεια κυμαίνεται μεταξύ του μηδενός, για το μέρος του πληθυσμού με το χαμηλότερο εισόδημα (το οποίο σύμφωνα με μελέτες αντιπροσωπεύει περίπου 600 εκατομμύρια ανθρώπους), και του 70% έως και 90% για το πιο εύπορο μέρος της Αφρικανικής κοινωνίας.
Ως εκ τούτου, καθίσταται σαφές ότι η τρέχουσα πορεία της Αφρικής δεν είναι μακροπρόθεσμα βιώσιμη. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι μεγάλα τμήματα του πληθυσμού υποφέρουν από το τεράστιο έλλειμμα της εγκατεστημένης ισχύος για την παροχή φθηνής αλλά και αξιόπιστης ενέργειας. Οι τρέχουσες εκτιμήσεις δείχνουν ότι στην Αφρική θα πρέπει να εγκαταστηθεί 250 GW πρόσθετης ισχύος έως το 2030, προκειμένου να μπορεί να ανταποκριθεί στη ανάπτυξη της ζήτησης (που υπολογίζεται να είναι σχεδόν διπλάσια της τρέχουσας παραγωγικής ικανότητας).
Επιπλέον, πολλές από τις χώρες αυτές εξακολουθούν να εξαρτώνται από παλιάς τεχνολογίας γεννήτριες ορυκτών καύσιμων, οι οποίες είναι αναξιόπιστες αλλά και έχουν ακριβό λειτουργικό κόστος. Γεννήτριες βασισμένες σε υδρογονάνθρακες όπως το κάρβουνο, το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, αντιπροσωπεύουν συλλογικά το 81% της δυναμικότητας της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Ακόμα κι εάν λάβουμε υπόψη ότι οι υποδομές αυτές δεν έχουν την ικανότητα να προμηθεύσουν ούτε πλήρως, αλλά ούτε και σταθερά τον πληθυσμό της Αφρικής, εξακολουθούν να κοστίζουν μεταξύ του 1% και 5% του ετήσιου ΑΕΠ τους.
Το υψηλό χρέος και τα ποσοστά φτώχειας στις περισσότερες Αφρικανικές χώρες, οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις βασίζονται σε διάφορα προγράμματα χρηματοδοτικής στήριξης, δημιουργούν ένα μεγάλο βάρος στις οικονομίες αυτές και θα μπορούσαν να βελτιωθούν σε μεγάλο βαθμό. Βασισμένες σε αυτές τις προβλέψεις, πολλές από τις κυβερνήσεις αυτών των κρατών έχουν ανακοινώσει φιλόδοξες στρατηγικές για τη βελτίωση του ενεργειακού τους προφίλ. Σύμφωνα με αυτά τα σχέδια, πολλές κυβερνητικές υπηρεσίες προσπαθούν να προσελκύσουν το ενδιαφέρον ενεργειακών επενδυτών, παρέχοντάς τους πολιτική και ρυθμιστική υποστήριξη για τις επενδύσεις τους. Ορισμένες από τις χώρες αυτές βλέπουν το μέλλον τους ως παγκόσμια κέντρα εξαγωγών των τοπικών τους πόρων (π.χ. LNG, αργό πετρέλαιο κτλ), ενώ άλλες επιλέγουν να επικεντρωθούν στις περιφερειακές αγορές εστιάζοντας στην προώθηση διακρατικών διασυνδέσεων.
Οι φυσικοί πόροι της Αφρικής δεν μπορούν να αμφισβητηθούν, τα κοιτάσματα υδρογονανθράκων είναι παγκοσμίου βεληνεκούς, ενώ η δυναμική των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην Αφρική είναι απαράμιλλη. Για παράδειγμα, η Νιγηρία και η Αγκόλα είναι αποδεδειγμένα διεθνείς παίκτες στην αγορά του αργού πετρελαίου, ενώ η Μοζαμβίκη και η Τανζανία εξετάζουν την ανάπτυξη παραγωγής φυσικού αερίου και έχουν προσελκύσει μεγάλους παίκτες της παγκόσμιας αγοράς του φυσικού αερίου. Η Κένυα και η Αιθιοπία έχουν αναπτύξει έργα αιολικής ενέργειας, ενώ έργα βασισμένα στην γεωθερμική, υδροηλεκτρική και ηλιακή ενέργεια πραγματοποιούνται σε όλο και περισσότερες χώρες, ιδίως στη Νότια Αφρική.
Σε συνδυασμό με την αυξανόμενη ζήτηση και την κυβερνητική υποστήριξη, οι πόροι αυτοί μπορούν να αποτελέσουν τα κύρια συστατικά για μια επιτυχημένη επενδυτική συνταγή. Ωστόσο, ακόμη και αν στα χαρτιά μια επένδυση τέτοιου είδους μπορεί πράγματι να είναι πολύ δελεαστική, οι τρέχουσες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι διεθνείς ενεργειακοί επενδυτές είναι επίσης πολύ σημαντικές. Η εμπειρία έχει δείξει ότι για την υλοποίηση ενός μεγάλου ενεργειακού έργου, απαιτείται ο συντονισμός πολλών και διαφορετικών παραγόντων.
Το μέγεθος των επενδύσεων που απαιτείται, είναι τέτοιο ώστε οι Αφρικανικές κυβερνήσεις να πρέπει να καλλιεργήσουν συνεργασίες μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα προκειμένου να αναβαθμίσουν τις δυνατότητες των επενδύσεων αυτών. Με άλλα λόγια, κάθε σχέδιο, προκειμένου να πετύχει θα πρέπει να έχει την υποστήριξη τόσο της ίδιας της κυβέρνησης, οσο και διαφόρων τοπικών εταίρων, και ενδιαφερόμενων φορέων. Σε αντίθετη περίπτωση, το έργο αντιμετωπίζει συνεχή εμπόδια, ελαχιστοποιώντας τις πιθανότητες επιτυχίας του.
Πολλές εταιρείες ιδιωτικού κεφαλαίου καθώς και επενδυτικά ταμεία, εξετάζουν επενδυτικές προτάσεις στην περιοχή, αλλά τελικά αποφεύγουν να πάρουν τις τελικές αποφάσεις. Από την πλευρά της χρηματοδότησης, διάφορες αναπτυξιακές τράπεζες και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα (π.χ. Οργανισμοί Εξαγωγικών Πιστώσεων) έχουν δηλώσει την προθυμία τους να χρηματοδοτήσουν τα ενεργειακά έργα στην Αφρική, αλλά μόνο σε περίπτωση ισχυρής υποστήριξης από διεθνείς όπως και τοπικούς φορείς.
Σε αυτήν την περίπτωση, το πρόβλημα είναι ότι το επιχειρηματικό περιβάλλον και το πολιτικό πλαίσιο δεν είναι ακόμη αρκετά ώριμα για να προσελκύσουν το επίπεδο των ιδιωτικών επενδύσεων που απαιτούνται για την ανάπτυξη των 250 GW έως το 2030. Αυτό οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι οι περισσότερες Αφρικανικές χώρες εξακολουθούν να χαρακτηρίζονται από ασταθή ρυθμιστικά πλαίσια, και συνεχώς μεταβαλλόμενα καθεστώτα στήριξης της παραγωγής ενέργειας. Οι αβεβαιότητες αυτές, σε συνδυασμό με την κυβερνητικά ελεγχόμενη τιμολόγηση και τα υψηλά ποσοστά γραφειοκρατίας, βαρύνουν τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις στον ενεργειακό τομέα.
Θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το επιπρόσθετο συναλλαγματικό και πιστωτικό ρίσκο των επενδύσεων, ακόμα και αν ορισμένοι μηχανισμοί καταπολέμησης τους καθίστανται σταδιακά διαθέσιμοι. Η πιστοληπτική ικανότητα των επενδυτών, καθώς και η ασφάλεια είσπραξης των πληρωμών από τους κρατικούς φορείς τέθεται σχεδόν πάντα σε κίνδυνο. Παρόλο που η σωστή συνεργασία και διαφάνεια μεταξύ των εταίρων σε τέτοιου είδους έργα είναι ζωτικής σημασίας, δεν διασφαλίζουν πάντα ένα βιώσιμο ρίσκο.
Προχωρώντας λοιπόν, πρέπει να εφαρμοστούν μεγάλες αλλαγές στην Αφρική ώστε να αναπτυχθούν μεγάλης κλίμακας ενεργειακές επενδύσεις άρα και αύξηση της παραγωγικής δυναμικής της ηπείρου. Διαφορετικά οι επενδύσεις θα περιοριστούν σε έργα εξαγωγικού χαρακτήρα, τα οποία και είναι έργα χαμηλότερου κινδύνου διότι απευθύνονται στις διεθνείς αγορές. Για να αποφευχθεί μία τέτοια εξέλιξη, οι Αφρικανικές κυβερνήσεις θα πρέπει να αναπτύξουν σαφή και σταθερά πολιτικά πλαίσια τα οποία θα εμπνέουν εμπιστοσύνη στους επενδυτές. Θα πρέπει να υιοθετήσουν αξιόπιστους και σταθερούς κανόνες τοπικού περιεχομένου, ώστε προωθώντας τις προϋποθέσεις για σταθερή παραγωγή ενέργειας, να υποστηρίξουν την εγχώρια παραγωγή, αλλά και να αυξήσουν τα επίπεδα απασχόλησης σε τοπικό επίπεδο. Θα πρέπει επίσης να ενισχυθεί η χρήση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στα μακροπρόθεσμα σχέδια ενέργειά τους, προκειμένου να αναπτύξουν ικανότητα παραγωγής η οποία δεν θα επιβαρύνει το εμπορικό ισοζύγιο τους. Η ενίσχυση της αξιοποίησης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας για την τοπική παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας θα επιτρέψει την αύξηση των εξαγωγών, και καθαυτών τον τρόπο τα έσοδα από εξαγωγές φυσικών πόρων, όπως το φυσικό αέριο, ο άνθρακας και το πετρέλαιο. Τέλος, είναι πολύ σημαντικό για τις Αφρικανικές χώρες να δώσουν προτεραιότητα στην ανάπτυξη ενός ηπειρωτικού δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας.
*Ο Δρ. Γιάννος Μιχόπουλος είναι έμπειρο στέλεχος στο χώρο της ενέργειας και ο Δρ. Άγγελος Γκανούτας-Λεβέντης είναι αντιπρόεδρος του Greek Energy Forum. Οι απόψεις που εκφράζονται στο άρθρο είναι προσωπικές και δεν εκφράζουν τις απόψεις του συνόλου του Forum ή των εταιρειών στις οποίες εργάζονται.
(capital.gr)