Η Ρωσία και... η δήθεν λύση στο ενεργειακό
Η πρόσφατη κρίση στην Ουκρανία πυροδότησε εκ νέου τη συζήτηση για την ασφάλεια εφοδιασμού της ευρωπαϊκής αγοράς.
Οι Βρυξέλλες, εν τη αδυναμία τους να συστήσουν κοινό μέτωπο, συνήθως υποχρεώνονται να παρακολουθούν τις εξελίξεις, δεδομένης της ασθενικής ισχύος τους ώστε να τις επηρεάσουν προς όφελός τους.
Ορισμένοι κύκλοι, εντός και εκτός ΕΕ, επαναφέρουν την πρόταση για περιορισμό της εξάρτησης από τη Ρωσία ως τη δήθεν λύση έναντι όλων των προβλημάτων που σχετίζονται με την ενέργεια. Αν, ωστόσο, παρατηρήσουμε προσεκτικά τις κυριότερες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν τα κράτη-μέλη, θα διαπιστώσουμε, αντιθέτως, ότι η ανάπτυξη μίας μακροχρόνια λειτουργικής σχέσης με τη Μόσχα είναι η πλέον ενδεδειγμένη επιλογή.
Και αυτό, μεταξύ άλλων, για τους εξής λόγους:
Η ΕΕ έχει καταφέρει να περιορίσει μεν τη χρήση φυσικού αερίου πανευρωπαϊκά, γεγονός που τροποποιεί προς τα κάτω τις εκτιμήσεις για το κενό προσφοράς-ζήτησης τις επόμενες δεκαετίες, εντούτοις, ακόμη και υπό αυτές τις αισιόδοξες προοπτικές, αδυνατεί να διασφαλίσει σοβαρές ποσότητες αερίου από άλλες πηγές.
Το 1/3 της ποσότητας
Ακόμη και αν αθροίσουμε το πολυδιαφημισμένο αέριο του Αζερμπαϊτζάν, με το βορειοαμερικάνικο σχιστολιθικό και την Ανατολική Μεσόγειο, οι ποσότητες δεν θα ξεπερνούν τα 50 δισ. κ.μ. ετησίως, δηλαδή το 1/3 από το αέριο που λαμβάνουμε από τη Ρωσία, και περίπου 10% από τις ποσότητες που θα καταναλώνουμε συνολικά ως Ευρώπη.
Ιράκ και Λιβύη βρίσκονται σε ασταθές χάος και εύλογα προς το παρόν εκτός ενεργειακού κάδρου.
Το Τουρκμενιστάν είναι εμφανώς προσανατολισμένο προς την ασιατική αγορά και το Ιράν, ο μεγαλύτερος δυνητικός μας τροφοδότης, παραμένει σε διεθνή απομόνωση, ενώ οι δυσλειτουργικές του υποδομές προϋποθέτουν σημαντικό χρόνο προτού να είναι σε θέση να αξιοποιήσει τις τεράστιες δυνατότητές του.
Ο αγωγός Νοτίου Ρεύματος είναι ουσιαστικά συμπληρωματικός του Βορείου Ρεύματος, που συνδέει τη Ρωσία απευθείας με τη Γερμανία.
Αντίστοιχα, η ρωσική με τη βουλγαρική επικράτεια δικτυώνονται, χωρίς να μεσολαβεί η ξηρά κάποιου μη ευρωπαϊκού κράτους, παρά μόνο τα χωρικά ύδατα της Αγκυρας.
Εμπλουτίζονται, έτσι, οι οδεύσεις, ενισχύεται η προβλεψιμότητα, συρρικνώνεται το ρίσκο, και εξασφαλίζεται ένα λιγότερο πολύπλοκο νομικό καθεστώς.
Επακόλουθα, αποφεύγονται δύσκολες διαπραγματεύσεις και προσαρμογές σε άλλα ρυθμιστικά πλαίσια (το παράκτιο κομμάτι συμμορφώνεται με τα διεθνή και ευρωπαϊκά πρότυπα).
Πρόκειται, άλλωστε, και για μερική αποκατάσταση μίας αδικίας για τα κράτη της ΝΑ Ευρώπης, τα οποία σε αντίθεση με την Κεντρική Ευρώπη, σε περίπτωση κρίσης, δεν θα τροφοδοτούνται απρόσκοπτα, αλλά θα εξαρτώνται σε απόλυτο βαθμό από την Ουκρανία. Ακριβώς αυτήν την αναγκαία μεταβολή εξυπηρετεί και ο South Stream, που, τουλάχιστον αρχικά, θα υποκαταστήσει ποσότητες που διέρχονται από το ουκρανικό έδαφος αντί να τροφοδοτήσει την Ευρώπη με επιπλέον ρωσικό αέριο.
Αξιοπιστία
Η εν λόγω εξέλιξη αναμφίβολα ενισχύει τον ρόλο της Μόσχας ως παρόχου της Ευρώπης, όμως, αφενός η αξιοπιστία της πρώτης έχει, με ελάχιστες εξαιρέσεις, παραμείνει αναλλοίωτη επί τέσσερις και πλέον δεκαετίες, αφετέρου, οι περισσότερες εναλλακτικές είτε στερούνται δυνατοτήτων είτε είναι τιμολογιακά λιγότερο ανταγωνιστικές είτε συνεπάγονται μεγαλύτερες γεωπολιτικές αβεβαιότητες.
Είναι στο χέρι μας να διαχωρίσουμε τους ευσεβείς πόθους από τις αδήριτες ανάγκες και να καθορίσουμε τις επιλογές μας με βάση ένα υπεύθυνο και ρεαλιστικό σχέδιο.
(Κωνσταντίνος Φίλης, Διευθυντής Ερευνών του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων, ΕΘΝΟΣ)