Πόσο χαμηλή είναι στην πραγματικότητα η Οριακή Τιμή Συστήματος;

Πόσο χαμηλή είναι στην πραγματικότητα η Οριακή Τιμή Συστήματος;

Πόσο χαμηλή είναι στην πραγματικότητα η Οριακή Τιμή Συστήματος;
21 12 2010 | 12:09

Ενδιαφέροντα στοιχεία και παρατηρήσεις, σχετικά με την πτώση της Οριακής Τιμής στην ημερήσια αγορά ηλεκτρισμού που καταγράφεται το τελευταίο διάστημα, με ότι αυτό συνεπάγεται για τους συμμετέχοντες σε αυτήν, αλλά και για τις στρεβλώσεις που παραμένουν στην αγορά ηλεκτρισμού και μετά την εφαρμογή της «Πέμπτης Ημέρας Αναφοράς», διατυπώνουν παράγοντες της αγοράς που κινούνται στο «κλίμα» των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα στοιχεία και τις εκτιμήσεις που παραθέτουν:

Τον τελευταίο μήνα η ΟΤΣ καταγράφει ιστορικά χαμηλά, η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας με εξαίρεση τη βιομηχανία συνεχίζει να συρρικνώνεται και η παραγωγή των υδατικών ταμιευτήρων είναι ιδιαίτερα αυξημένη. Σε πρώτη ανάγνωση τα παραπάνω θα ήταν αρκετά για να δικαιολογήσουν τιμές χαμηλότερες από 45 €/MWh και να καταδικάσουν σε απαξία όλες τις νέες επενδύσεις σε μονάδες συνδυασμένου κύκλου με καύσιμο φυσικό αέριο που υλοποιήθηκαν τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας.

Έκαναν, λοιπόν, λάθος οι επενδυτές αλλά και η ΔΕΗ που επένδυσαν άνω των 2,5 δις € σε 3.300 MW μονάδων ηλεκτροπαραγωγής με αυτήν την τεχνολογία; Είναι η κρίση τόσο ισχυρή που ανατρέπει τα επενδυτικά σχέδια ελλήνων και ξένων; Ή μήπως για μια ακόμα φορά βρισκόμαστε μπροστά στην αναντιστοιχία μεταξύ διακηρύξεων και εφαρμογής;

Η επάρκεια ισχύος στο ηλεκτρικό σύστημα

Από το 2008 και μετά απομακρύνθηκε οριστικά ο κίνδυνος της έλλειψης ισχύος στο ελληνικό ηλεκτρικό σύστημα. Αυτό συμβαίνει χάρη στις ιδιωτικές επενδύσεις άνω του 1,5 δις € σε μονάδες ηλεκτροπαραγωγής με υψηλή απόδοση και ιδιαίτερα χαμηλές εκπομπές ρύπων. Όμως, στην ίδια περίοδο η ΔΕΗ «ξέχασε» να αποσύρει τις παλιές, ενεργοβόρες και ρυπογόνες λιγνιτικές μονάδες ακόμα και όταν ξεπέρασαν το μέγιστο χρόνο λειτουργίας που τους επέτρεπαν τα εθνικά όρια εκπομπών αερίων ρύπων ή ακόμα όταν υλοποιήθηκαν νέες επενδύσεις της ΔΕΗ, όπως του ΑΗΣ Λαυρίου, για την οποία υπήρχε και υπάρχει νομική υποχρέωση απόσυρσης παλιών μονάδων ίσης ισχύος που απλώς δεν τηρείται.

Έτσι οι παλιές , ρυπογόνες και αποσβεσμένες μονάδες συνεχίζουν να προσφέρουν ενέργεια στο σύστημα χωρίς στις προσφορές τους να συνυπολογίζεται το κόστος αντικατάστασής τους ή, ακόμα πιο άμεσα, το αναγκαίο κόστος που έχουν τα υποχρεωτικά μέτρα περιβαλλοντικής προστασίας για τη μείωση των εκπομπών ΝΟx, SΟx και σκόνης που πρέπει να υλοποιηθούν σε όλες τις λιγνιτικές μονάδες . Την ίδια στιγμή, η ΔΕΗ υλοποιεί επενδύσεις 1.200MW στην ίδια τεχνολογία φυσικού αερίου, που εάν τα περί υπερεπάρκειας ισχύος ήταν αληθινά, θα έπρεπε να είχαν ακυρωθεί. Ή μήπως τότε μόνο θα είναι η ώρα για να γίνουν οι περίφημες αποσύρσεις των μονάδων;

Η πρόσβαση σε καύσιμα χαμηλού κόστους

Η τιμολόγηση του λιγνιτικού καυσίμου παραμένει ακόμα και σήμερα αδιαφανής. Απαλλαγμένη από τα περιβαλλοντικά κόστη, όπως αυτό της αποκατάστασης των εδαφών, ή από κόστη μισθωμάτων ορυχείων ή αποσβέσεων του εξοπλισμού τους, η λιγνιτική παραγωγή προσφέρεται όλες τις ώρες υπερεκτιμημένη σε ποσότητα, με τις λιγνιτικές μονάδες να δηλώνουν πάντα τη μέγιστη διαθεσιμότητα, και υποεκτιμημένη στην τιμή. Όσο δεν θα υπάρχει πρόσβαση τρίτων στη λιγνιτική παραγωγή, τα τεχνικά ελάχιστα των λιγνιτικών μονάδων θα παραμένουν υψηλά και το κόστος παραγωγής τους χαμηλότερο από τις πιο σύγχρονες ανθρακικές μονάδες σε όλο τον κόσμο. Ή μήπως όταν πλησιάσει η ώρα της εκμετάλλευσης της ηλεκτρικής παραγωγής απο τρίτους εκτός ΔΕΗ, οι λιγνιτικές μονάδες θα αρχίσουν να αποκαλύπτουν τα πραγματικά κόστη τους και ξαφνικά θα γίνουν ασύμφορες και μη ανταγωνιστικές;

Την ίδια στιγμή παραμένει ανενεργή η υποχρέωση για διαφανή τιμολόγηση του εμπορικού τμήματος της υδροηλεκτρικής παραγωγής η οποία χρησιμοποιείται καθημερινά για την χειραγώγηση της ΟΤΣ. Αν είχε εφαρμοσθεί και στην ελληνική αγορά το προφανές, ότι, δηλαδή, η αιχμιακή χρήση των υδροηλεκτρικών θα πρέπει να συνοδεύεται από αντίστοιχη τιμολόγηση της προσφερόμενης ενέργειας (σημειώνεται ότι η ΔΕΗ εισπράττει και για τα Υ/Η την ΟΤΣ), ποια θα ήταν η εξέλιξη της ΟΤΣ ακόμα και σήμερα; Ή ακόμη, πώς εμφανίζονται καθημερινά διαθεσιμότητες 100% στο υδροηλεκτρικό δυναμικό χωρίς ποτέ να δημιουργούν κόστος λόγω αποκλίσεων μεταξύ δηλωθείσας και εγχυόμενης ενέργειας στο σύστημα, μια που οι αποκλίσεις αυτές καλύπτονται πάντα απο τις μονάδες της κυρίαρχης εταιρίας;

Οι συμμετέχοντες στην αγορά ηλεκτρισμού και οι ρυθμιζόμενες χρεώσεις

Στην χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρισμού συμμετέχει η κυρίαρχη επιχείρηση που ελέγχει το 94% της προμήθεια ς ηλεκτρικής ενέργειας ενώ η ίδια παράγει μόνο το 80%, με αποτέλεσμα να έχει κάθε λόγο να διατηρεί χαμηλό το κόστος της ενέργειας που προμηθεύεται για τους πελάτες της. Στην ίδια αγορά δραστηριοποιούνται οι προμηθευτές χωρίς ιδιόκτητο παραγωγικό δυναμικό που ευκαιριακά εκμεταλλεύονται τη δυνατότητα να μεταφέρουν μέρος του περιθωρίου της χονδρικής αγοράς ηλεκτρισμού σε επιλεγμένες κατηγορίες καταναλωτών. Χωρίς επενδυτικές δεσμεύσεις στην ελληνική αγορά εμφανίζονται, ή εξαφανίζονται, άλλοτε ως εισαγωγείς και άλλοτε ως λιανοπωλητές, ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν στις γειτονικές χώρες. Σε καμιά αγορά του κόσμου δεν υλοποποιήθηκε η απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρισμού μόνο από προμηθευτές χωρίς επενδυτική βάση σε ηλεκτροπαραγωγικές μονάδες. Πουθενά δεν αντιμετωπίσθηκε η ασφάλεια του εφοδιασμού βασιζόμενη σε εκείνους που θα στρέψουν το ενδιαφέρον τους στις γειτονικές αγορές όταν η ζήτηση εκεί τους προσφέρει υψηλότερα κέρδη.

Στην περίπτωση της ελληνικής χονδρεμπορικής αγοράς, οι ρυθμιζόμενες χρώσεις πέραν της ΟΤΣ που προέρχονται απο την εφαρμογή των μεταβατικών μέτρων προσωρινού χαρακτήρα ,όπως είναι τα ΑΔΙ και ο μηχανισμός ανάκτησης μεταβλητού κόστους , λειτουργούν κυρίως προς όφελος της ΔΕΗ και προστατεύουν τους προμηθευτές απο καταχρηστικές συμπεριφορές.

Με τις χρεώσεις αυτές επιχειρείται να διατηρηθεί μια στοιχειώδης ισοροπία μεταξύ των ανεξαρτήτων παραγωγών, που, όπως αποδεικνύεται από τη λειτουργία της αγοράς μέχρι σήμερα, δεν ανακτούν ούτε καν το κόστος καυσίμου των μονάδων τους, και της κυρίαρχης επιχείρησης που ανακτά όλα τα κόστη, πέραν των έμμεσων επιδοτήσεων που λαμβάνει από τον κρατικό προϋπολογισμό, από τις σταυροειδείς επιδοτήσεις μεταξύ διαφορετικών κατηγοριών καταναλωτών και από τις αδιαφανείς χρεώσεις του συστήματος μεταφοράς και του συστήματος διανομής.

Στο βαθμό που μετά το 2013 με την ενσωμάτωση του κόστους του CO2 δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις λειτουργίας των μονάδων φυσικού αερίου για τις 4.000 ώρες που αντιστοιχούν στις μονάδες μέσου φορτίου, που θα είναι και εκείνες που θα υποστηρίξουν και την επιτυχή διείσδυση των ΑΠΕ, θα πρέπει κανείς να αναμένει ότι δεν θα είναι πλέον απαραίτητα τα μεταβατικά μέτρα. Ισοδύναμο με το παραπάνω θα ήταν βέβαια να υλοποιηθεί από τη ΔΕΗ ένα ουσιαστικό και περιβαλλοντικά συνειδητοποιημένο πρόγραμμα απόσυρσης παλιών μονάδων.

Τα νέα τιμολόγια είναι η προστασία του τελικού καταναλωτή

Απέναντι στην ακολουθούμενη πρακτική της στρέβλωσης της χονδρεμπορικής αγοράς ηλεκτρισμού προς όφελος των προμηθευτών και ιδιαίτερα της δεσπόζουσας επιχείρησης, η μόνη εναλλακτική πρόταση είναι ο επανασχεδιασμός των τιμολογίων ηλεκτρικής ενέργειας, ώστε να αποφεύγονται οι σταυροειδείς επιδοτήσεις ανάμεσα στις διαφορετικές κατηγορίες καταναλωτών και τα τιμολόγια να συνδέονται με το κόστος της χονδρεμπορικής αγοράς ηλεκτρισμού, ώστε τουλάχιστον το όφελος να μπορεί να μετακυλίεται στον τελικό καταναλωτή.

Με δεδομένο ότι το ύψος της χονδρεμπορικής τιμής είναι αντιστρόφως ανάλογο με το ύψος του τέλους ΑΠΕ, μόνο η σύνδεση των τιμολογίων με τη χονδρεμπορική τιμή μπορεί να προστατέψει τον καταναλωτή από υπέρμετρες χρεώσεις, αφού έτσι η χαμηλή ΟΤΣ που συνεπάγεται υψηλό τέλος ΑΠΕ, θα επιφέρει αντίστοιχη μείωση εάν τα τιμολόγια τελικού καταναλωτή συνδέονται με αυτή.

Εάν συνεχισθεί η μέχρι σήμερα ακολουθούμενη πρακτική της τεχνητής συγκράτησης της Οριακής Τιμής Συστήματος σε επίπεδα χαμηλότερα του κόστους ηλεκτροπαραγωγής, είναι μαθηματικά βέβαιο ότι η αύξηση της συμμετοχής των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στο μίγμα της ηλεκτροπαραγωγής με ρυθμιζόμενο τίμημα θα οδηγήσει το ΔΕΣΜΗΕ σε οικονομικό αδιέξοδο χωρίς να απομακρύνει τον αντίστοιχο κίνδυνο για τους ιδιώτες ηλεκτροπαραγωγούς.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM