Χάρης Φλουδόπουλος: Στο... περίμενε από την Τ. Μπιρμπίλη οι μεγάλοι βιομηχανικοί καταναλωτές
Σε μια εποχή που η συζήτηση επικεντρώνεται στους τρόπους ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας και την ανάγκη να στηριχθούμε στον ιδιωτικό τομέα, ένα κρίσιμο ζήτημα για τη βαριά ελληνική βιομηχανία –δηλαδή τις μετρημένες στα δάκτυλα βιομηχανίες που συνεχίζουν κόντρα στο ρεύμα να λειτουργούν εντός Ελλάδος και να απασχολούν παραγωγικό εργατικό δυναμικό– παραμένει ερώτημα.
Ο λόγος για το κόστος ενέργειας και τα τιμολόγια της βιομηχανίας, για τα οποία εναγωνίως οι μεγάλοι καταναλωτές ζητούν ενημέρωση και διαβούλευση με τους αρμόδιους φορείς, χωρίς ωστόσο να υπάρχει ανταπόκριση. Είναι χαρακτηριστικό ότι ήδη από τον Ιούλιο, η Ένωση Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας, που εκπροσωπεί το 50% των πελατών υψηλής τάσης και το 6% της συνολικής κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας, έχει ζητήσει συνάντηση με την υπουργό περιβάλλοντος ενέργειας και κλιματικής αλλαγής Τ. Μπιρμπίλη, χωρίς να έχει καταφέρει μέχρι σήμερα να κλείσει ραντεβού. Μόλις προ ημερών βεβαίως, να θυμίσουμε ότι η ΓΕΝΟΠ ΔΕΗ είχε βρει ανοιχτές τις πόρτες του υπουργείου, υπό την απειλή να μαυρίσει τον τόπο με... σακιά λιγνίτη!
Βεβαίως, από την πλευρά των βιομηχανιών το ζητούμενο δεν είναι απλά να υπάρξει μια συνάντηση για να δοθούν υποσχέσεις αλλά να γίνει ουσιαστική συζήτηση για τα προβλήματα κόστους ενέργειας που εξελίσσονται σε θηλειά που απειλεί την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων. Πρόκειται για μεγάλες βιομηχανίες με χιλιάδες εργαζόμενους, ισχυρό εξαγωγικό χαρακτήρα, με προϊόντα που έρχονται αντιμέτωπα με το διεθνή ανταγωνισμό κάθε μέρα εντός και εκτός συνόρων, και για τις οποίες το κόστος ενέργειας πλέον αντιπροσωπεύει μεγαλύτερο κόστος από τα εργατικά!
Οι βιομηχανίες αυτές λοιπόν, που βλέπουν τα φουγάρα τους να αργοσβήνουν, δέχονται αλλεπάλληλα χτυπήματα, καθώς αποτελούν τον «εύκολο» στόχο και έχουν υποστεί αυξήσεις των βιομηχανικών τιμολογίων μέχρι και 15% από μετακύλιση χρεώσεων και επιβαρύνσεων. Μόνο τους τελευταίους μήνες, να αναφέρουμε ότι το τέλος ΑΠΕ αυξήθηκε από 0,3 ευρώ η μεγαβατώρα σε 5,57ευρώ, ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης στα 2,5 ευρώ η μεγαβατώρα και η εισφορά ΔΕΤΕ στο 0,5 ευρώ η μεγαβατώρα. Για καταναλωτές που απορροφούν ισχύ από 20MW και πάνω, τα ποσά αυτά συνιστούν ένα σημαντικό πλήγμα στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.
Την ίδια στιγμή υπάρχει απόφαση για αύξηση των τιμολογίων της μέσης τάσης (αρκετές χαλυβουργίες, μονάδες τσιμέντου και μεταποιητικές βιομηχανίες κάνουν χρήση των τιμολογίων μέσης τάσης) χωρίς ωστόσο να προκύπτει μηχανισμός κατανομής αυτής της αύξησης ανά προφίλ καταναλωτή. Με δεδομένο μάλιστα ότι οι βιομηχανίες καταβάλλουν συνεχείς προσπάθειες για βελτίωση του προφίλ τους, παραμένει ζητούμενο να διαπιστωθεί η ακριβής αύξηση και η δομή του νέου τιμολογίου, αφήνοντας με αυτό τον τρόπο «στο σκοτάδι» τις βιομηχανίες, που δεν μπορούν να υπολογίσουν και να κάνουν τους σχεδιασμούς τους, έχοντας ως άγνωστο χ τον παράγοντα κόστος ενέργειας. "Ζητάμε ενημέρωση από το υπουργείο και τους άλλους φορείς, χωρίς να λαμβάνουμε απάντηση", αναφέρουν χαρακτηριστικά πηγές της βιομηχανίας.
Και βέβαια η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι, έρχεται από τη ΔΕΗ, καθώς σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας, η ΔΕΚΟ καλείται να διαπραγματευτεί υποχρεωτικά με τους πελάτες υψηλής τάσης τη διαμόρφωση τιμολογίων για κάθε πελάτη υψηλής τάσης ξεχωριστά, ανάλογα με το προφίλ του. Από πλευράς ΕΒΙΚΕΝ (Ένωση Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας) έχει ζητηθεί συνάντηση με τη ΔΕΗ καθώς υπάρχει η προθεσμία που έχει θέσει η ΡΑΕ και ορίζει ότι από 1ης Ιανουαρίου θα πρέπει να καθιερωθεί νέα τιμολόγηση με διαφανείς και διακριτές χρεώσεις. Ενώ λοιπόν με ευθύνη της ΔΕΗ ακόμη δεν είχε γίνει το ραντεβού, την περασμένη εβδομάδα αντικαταστάθηκε ο αρμόδιος γενικός διευθυντής εμπορίας από τη διοίκηση της ΔΕΗ, με αποτέλεσμα η διαδικασία να παραμένει μετέωρη.
(Capital, 25/11/2010)