Ενστάσεις της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής για τον Ενιαίο Φόρο Ακινήτων
Ενστάσεις για επιμέρους ζητήματα του νομοσχεδίου για τον Ενιαίο Φόρο Ιδιοκτησίας Ακινήτων διατυπώνει η Έκθεση της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής που δόθηκε σήμερα Πέμπτη στη δημοσιότητα.
Οι συντάκτες της έκθεσης αναφέρουν ότι ο τρόπος υπολογισμού του κύριου φόρου, δηλαδή με συντελεστή φόρου εκπεφρασμένο σε ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο κτίσματος ή γηπέδου, αντί με αναλογικό συντελεστή (ή κλίμακα συντελεστών) επί της αξίας του ακινήτου, έχει κριθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας , ότι δεν παραβιάζει τις αρχές της καθολικότητας και ισότητας του φόρου.
Περαιτέρω, ως προς την παράλληλη επιβολή δύο φόρων επί του ίδιου αντικειμένου, αλλά με διαφορετική βάση υπολογισμού, η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής παρατηρεί ότι η ως άνω διπλή φορολόγηση δεν «φαίνεται» να παραβιάζει τις συνταγματικές αρχές, διότι το Σύνταγμα δεν απαγορεύει καταρχήν τη διπλή φορολόγηση.
Ωστόσο, οι συντάκτες της έκθεσης παρατηρούν πως η επιβολή φόρου ακίνητης περιουσίας με κριτήριο τη συνολική αξία της περιουσίας του υποκειμένου στον φόρο, αντί της αυτοτελούς επιβολής φόρου ανά ακίνητο, βρίσκεται εγγύτερα στο πνεύμα του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος, λαμβανομένου υπόψη ότι η φοροδοτική ικανότητα κρίνεται εν τέλει στο επίπεδο του υποκειμένου σε φόρο, και δεν εξαντλείται στο επίπεδο του αντικειμένου του φόρου.
Ακόμη, υπογραμμίζεται πως στο μέτρο που ως κριτήριο για την επιβολή του φόρου λαμβάνεται η πραγματική κατάσταση του ακινήτου, κατά σύμφωνη προς το Σύνταγμα (αρχή της φορολογικής ισότητας) ερμηνεία, αυτονόητο είναι ότι ο Ενιαίος Φόρος Ιδιοκτησίας Ακινήτων θα επιβάλλεται βάσει της πραγματικής κατάστασης του ακινήτου, ακόμη και σε περιπτώσεις που αυτή είναι μικρότερη από την αναγραφόμενη «στην οριστική εγγραφή στο κτηματολογικό γραφείο».