Τέλος Σεπτεμβρίου νέα συνάντηση εργασίας για τον Νότιο Διάδρομο Υδρογόνου με συμμετοχή της Ελλάδας – Οι δύο δρόμοι για ελληνικές εξαγωγές «πράσινου» υδρογόνου

Τέλος Σεπτεμβρίου νέα συνάντηση εργασίας για τον Νότιο Διάδρομο Υδρογόνου με συμμετοχή της Ελλάδας – Οι δύο δρόμοι για ελληνικές εξαγωγές

Τέλος Σεπτεμβρίου νέα συνάντηση εργασίας για τον Νότιο Διάδρομο Υδρογόνου με συμμετοχή της Ελλάδας – Οι δύο δρόμοι για ελληνικές εξαγωγές «πράσινου» υδρογόνου

Δείγμα πως παραμένει ζωντανό το σχέδιο παραγωγής «πράσινου» υδρογόνου στην Ελλάδα και εξαγωγής ποσοτήτων προς τις ευρωπαϊκές χώρες συνιστά η νέα συνάντηση των διαχειριστών του Νότιου Διαδρόμου Υδρογόνου στα τέλη του μήνα στη Ρώμη.

Ειδικότερα, όπως επισημαίνουν αρμόδιες πηγές, η ελληνική πλευρά, όντας πλέον μέρος του σχήματος (δείτε εδώ και εδώ), αναμένεται να παρευρεθεί στη συνάντηση εργασίας με τα βασικά θέματα στην ατζέντα να αφορούν αφενός μια συνολική επισκόπηση του εγχειρήματος και αφετέρου τις «προθέσεις» της γερμανικής αγοράς ως προς την αξιοποίηση του πράσινου υδρογόνου, συνιστώντας προοπτικά εκ των βασικών καταναλωτών στη Γηραιά Ήπειρο.

Προφανώς, όπως επισημαίνουν αρμόδιες πηγές, η εν λόγω συζήτηση και ακολούθως οι προθέσεις της Γερμανίας δεν μένουν ανεπηρέαστες των συνολικότερων αναταράξεων στην ενεργειακή εφοδιαστική αλυσίδα, ωστόσο, δεν φαίνεται να εγκαταλείπουν κιόλας τα σχέδια τους για την πράσινη μετάβαση, παρά το γεγονός ότι ο «φάκελος» «πράσινο υδρογόνο» φέρεται να έχει αναβληθεί για αργότερα.

Υπενθυμίζεται ότι το εν λόγω σχήμα «δομείται» στη βάση του Νότιου Διαδρόμου Υδρογόνου SouthH2 που ξεκινάει από την Τυνησία ή Αλγερία και μέσω της Ιταλίας και Αυστρίας φτάνει στη Γερμανία με προοπτική να καλύψει κύρια τις ανάγκες της γερμανικής βιομηχανίας σε πράσινο υδρογόνο.

Η Ελλάδα σε συνέχεια σχετικών πρωτοβουλιών του ΔΕΣΦΑ αλλά και ανάλογης στήριξης από την πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΝ, κατόρθωσε να ενταχθεί στο σχήμα, φιλοδοξώντας να αποτελέσει χώρα παραγωγό πράσινου υδρογόνου που θα εξάγεται προς την γερμανική αγορά μέσω του Νότιου Διαδρόμου Υδρογόνου. Το σχέδιο φαίνεται μεγαλεπήβολο ωστόσο «πατάει» στην ελληνική «πράσινη» πραγματικότητα με την Ελλάδα να διαθέτει από τα πλέον ανταγωνιστικά κόστη στην παραγωγή «πράσινου» υδρογόνου χάρη στο ισχυρό ηλιακό και αιολικό δυναμικό.

Ενδεικτικά, ο ανώτατος εκτελεστικός διευθυντής στρατηγικής και ανάπτυξης του ΔΕΣΦΑ Μιχάλης Θωμαδάκης, μιλώντας προ μηνών στο συνέδριο Hydrogen & Green Gases Forum, είχε επισημάνει, μεταξύ άλλων, ότι η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα της ΕΕ που μπορεί να παράξει τόσο φθηνά και σε τέτοιες ποσότητες ώστε να καλύψει τις ανάγκες της Γερμανίας».

Σε κάθε περίπτωση, όπως τονίζουν οι ίδιες πηγές, η συμμετοχή της Ελλάδας στο εν λόγω σχήμα αναγνωρίζεται ως το πλέον σημαντικό στη παρούσα φάση, ενώ την ίδια στιγμή, συμπληρώνει το έτερο σχέδιο εξαγωγών κατά μήκος του Νοτιοανατολικού Διαδρόμου Υδρογόνου με την ελληνική «σημαία» στο εγχείρημα να βάζει το έργο H2DRIA.

Το έργο H2DRIA

Tο έργο H2DRIA, το οποίο συνιστά έναν από τους κρίσιμους κρίκους του Νοτιοανατολικού Διαδρόμου Υδρογόνου της Ευρώπης. Ο σχεδιασμός προβλέπει την ανάπτυξη ενός νέου αγωγού συνολικού μήκους περίπου 570 χιλιομέτρων, ο οποίος θα εκκινεί από τη Νότια Ελλάδα, στην περιοχή των Αγίων Θεοδώρων Κορινθίας, και θα καταλήγει στο Σιδηρόκαστρο, στο σημείο διασύνδεσης με το βουλγαρικό σύστημα μεταφοράς.

Η όδευση του αγωγού έχει σχεδιαστεί έτσι ώστε να ακολουθεί σε μεγάλο βαθμό τον υφιστάμενο διάδρομο του εθνικού συστήματος φυσικού αερίου, επιλογή που περιορίζει τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις και αξιοποιεί υφιστάμενες ενεργειακές υποδομές. Παράλληλα, διασχίζει τις βασικές βιομηχανικές και ενεργειακές ζώνες της χώρας, συνδέοντας στην πράξη τα δυνητικά σημεία παραγωγής υδρογόνου με τα βασικά κέντρα κατανάλωσης.

Ειδικότερα, το έργο στοχεύει στη δημιουργία ενός ενιαίου δικτύου που θα εξυπηρετεί:

  • τις βιομηχανικές περιοχές της Αττικής και της Κορινθίας, όπου εντοπίζεται συγκέντρωση ενεργοβόρων δραστηριοτήτων,
  • τη Βόρεια Ελλάδα και ειδικότερα τη Θεσσαλονίκη, ως κομβικό σημείο κατανάλωσης και διανομής,
    καθώς και τις διασυνδέσεις με γειτονικές αγορές, με πρώτη τη Βουλγαρία και σε επόμενο στάδιο τη Βόρεια Μακεδονία.

Η μεταφορική ικανότητα του αγωγού εκτιμάται σε περίπου 80 GWh ημερησίως, μέγεθος που υποδηλώνει ότι το H2DRIA δεν περιορίζεται στην κάλυψη εγχώριων αναγκών, αλλά σχεδιάζεται εξαρχής ως διασυνοριακή υποδομή. Σε τεχνικό επίπεδο, οι προκαταρκτικές μελέτες κάνουν λόγο για αγωγό μεγάλης διαμέτρου, της τάξης των 36 ιντσών, με την ανάγκη εγκατάστασης σταθμών συμπίεσης σε στρατηγικά σημεία, όπως τα Μέγαρα και η Νέα Μεσημβρία, ώστε να διασφαλιστεί η απρόσκοπτη ροή υδρογόνου σε όλο το μήκος του δικτύου.

Καθοριστικό στοιχείο είναι ότι το έργο σχεδιάζεται εξαρχής για τη μεταφορά καθαρού υδρογόνου υψηλής πίεσης, και όχι ως απλή προσαρμογή υφιστάμενων αγωγών φυσικού αερίου. Αυτό διαφοροποιεί σημαντικά τόσο τις τεχνικές απαιτήσεις όσο και το ρυθμιστικό πλαίσιο, καθώς το υδρογόνο παρουσιάζει διαφορετικά χαρακτηριστικά ως προς τη συμπεριφορά του και τους κινδύνους που συνεπάγεται η μεταφορά του.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το H2DRIA εντάσσεται στον ευρύτερο σχεδιασμό για τη δημιουργία ενός διαδρόμου μεταφοράς πράσινου υδρογόνου από τη Νοτιοανατολική Ευρώπη προς την Κεντρική Ευρώπη. Στο πλαίσιο αυτό, η ελληνική υποδομή λειτουργεί ως τμήμα ενός μεγαλύτερου συστήματος που μπορεί να διασυνδεθεί με τα δίκτυα της Βουλγαρίας, της Ρουμανίας και περαιτέρω προς την Ουγγαρία και τη Γερμανία, ενώ εξετάζεται και η δυτική «διακλάδωση» προς την Ιταλία, αξιοποιώντας υφιστάμενους σχεδιασμούς όπως ο αγωγός IGI.

Η ένταξη του έργου στη λίστα των PCI και η εξασφάλιση χρηματοδότησης από τον μηχανισμό «Συνδέοντας την Ευρώπη» επιβεβαιώνουν τον στρατηγικό του χαρακτήρα, ενώ η προώθηση των διαγωνισμών για τις κρίσιμες μελέτες σηματοδοτεί ότι το έργο εισέρχεται πλέον σε φάση συγκεκριμένης υλοποίησης.

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM