Αύξηση κατά 800% των «καθαρών» εξαγωγών το 2026 – Άλμα στις εκροές σε Βουλγαρία και Βόρεια Μακεδονία – Παγιώνεται ο νέος περιφερειακός ρόλος της Ελλάδας

Αύξηση κατά 800% των «καθαρών» εξαγωγών το 2026 – Άλμα στις εκροές σε Βουλγαρία και Βόρεια Μακεδονία – Παγιώνεται ο νέος περιφερειακός ρόλος της Ελλάδας

Αύξηση κατά 800% των «καθαρών» εξαγωγών το 2026 – Άλμα στις εκροές σε Βουλγαρία και Βόρεια Μακεδονία – Παγιώνεται ο νέος περιφερειακός ρόλος της Ελλάδας

Νέα δεδομένα για τη θέση της Ελλάδας στον ενεργειακό χάρτη της Νοτιοανατολικής Ευρώπης δημιουργεί η θεαματική άνοδος των εξαγωγών ηλεκτρικής ενέργειας κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026. Η χώρα, από παραδοσιακός εισαγωγέας ηλεκτρισμού, εξελίσσεται πλέον σε καθαρό εξαγωγέα, με τις ροές προς τις γειτονικές αγορές να καταγράφουν πρωτοφανή άνοδο και να αναδεικνύουν τη σταδιακή αλλαγή του ρόλου της στο περιφερειακό σύστημα.

Τα στοιχεία των μηνιαίων δελτίων του ΑΔΜΗΕ, όπως προκύπτουν από την επεξεργασία τους από το energypress, αποτυπώνουν με αριθμούς το μέγεθος της μεταστροφής. Κατά το διάστημα Ιανουαρίου – Ιουνίου 2026, το ισοζύγιο των εμπορικών προγραμμάτων σε όλες τις διασυνδέσεις ήταν εξαγωγικό κατά 5.121 Γιγαβατώρες. Πέρυσι, στο ίδιο χρονικό διάστημα, οι καθαρές εξαγωγές περιορίζονταν στις 571 Γιγαβατώρες. Με άλλα λόγια, η μέσα σε έναν χρόνο οι καθαρές εξαγωγικές ροές αυξήθηκαν περίπου κατά 800%.

Η εικόνα αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη η ιστορική αφετηρία. Η Ελλάδα για δεκαετίες κάλυπτε μέρος των αναγκών της μέσω εισαγωγών από τις γειτονικές αγορές. Σήμερα, όμως, η αυξημένη εγχώρια παραγωγική δυνατότητα επιτρέπει στο σύστημα να καλύπτει τη ζήτηση και, παράλληλα, να διαθέτει σημαντικές ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας εκτός συνόρων. Σύμφωνα με αναλυτές, πρόκειται για εξέλιξη που συνδέεται άμεσα με τις επενδύσεις της τελευταίας δεκαετίας στην παραγωγή και στις υποδομές του ηλεκτρικού συστήματος.

Η αλλαγή του ενεργειακού μίγματος αλλάζει τις ροές

Η απόσταση από την παλαιότερη εικόνα γίνεται εμφανής από τη σύγκριση με το πρώτο εξάμηνο του 2019. Τότε το ισοζύγιο εισαγωγών και εξαγωγών ήταν εισαγωγικό, με τις καθαρές εισροές να φτάνουν τις 4.903 Γιγαβατώρες. Η σταδιακή αύξηση της εγχώριας παραγωγής τα επόμενα χρόνια περιόρισε την ανάγκη προσφυγής σε εισαγόμενη ηλεκτρική ενέργεια, μέχρι τη σημερινή αντιστροφή των ροών. 

Πίσω από τη μεταβολή βρίσκεται κυρίως η ραγδαία ανάπτυξη των ΑΠΕ. Η μεγάλη αύξηση της εγκατεστημένης ισχύος φωτοβολταϊκών και αιολικών έχει ενισχύσει σημαντικά την παραγωγική βάση της χώρας, δημιουργώντας αρκετές ώρες κατά τις οποίες η διαθέσιμη ενέργεια υπερκαλύπτει την εγχώρια ζήτηση. Παράλληλα, όπως επισημαίνουν οι ίδιοι ειδικοί, η προσθήκη νέων μονάδων φυσικού αερίου, που «εκτόπισαν» από την αγορά τις λιγντικές μονάδες, έχει ενισχύσει την ευελιξία του συστήματος, επιτρέποντας την κάλυψη των αναγκών όταν η παραγωγή από ΑΠΕ δεν επαρκεί.

Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη αξία σε μια περιοχή όπως η ΝΑ Ευρώπη, όπου η ενεργειακή μετάβαση δεν προχωρά με τον ίδιο ρυθμό. Οι αναλυτές υπογραμμίζουν πως στις βόρειες αγορές της Ελλάδας, σημαντικό μέρος της ηλεκτροπαραγωγής εξακολουθεί να στηρίζεται σε παλαιές μονάδες άνθρακα και λιγνίτη. Η γήρανση του συγκεκριμένου δυναμικού και το αυξημένο κόστος των δικαιωμάτων εκπομπών περιορίζουν συνεχώς την ανταγωνιστικότητά του. Έτσι, η Ελλάδα βρίσκεται σε θέση να καλύψει ένα μέρος του κενού που δημιουργείται.

Εγχώρια παραγωγή σε Βουλγαρία και Βόρεια Μακεδονία 

Η μεγαλύτερη μεταβολή εντοπίζεται στις ανταλλαγές με τη Βουλγαρία και τη Βόρεια Μακεδονία. Στην περίπτωση της δεύτερης, οι εξαγωγές από την Ελλάδα έφτασαν κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026 τις 1.460 GWh, από 446 GWh ένα χρόνο νωρίτερα. Η διαφορά είναι ιδιαίτερα μεγάλη και συνδέεται κυρίως με την πίεση που δέχεται η ανταγωνιστικότητα της θερμοηλεκτρικής παραγωγής στη γειτονική χώρα, όπως επισημαίνουν στελέχη του κλάδου, η οποία εξακολουθεί να εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τον άνθρακα.

Καταλυτικό ρόλο στην εξίσωση έχει πλέον το ευρωπαϊκό πλαίσιο για τις εκπομπές άνθρακα. Η εφαρμογή του Μηχανισμού Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα της ΕΕ (CBAM) από τις αρχές του έτους καθιστά ακριβότερη την ηλεκτροπαραγωγή υψηλών ανθρακικών εκπομπών τρίτων χωρών, όταν αυτή διοχετεύεται στην ευρωπαϊκή αγορά, περιορίζοντας το πλεονέκτημα που θα μπορούσε να έχει μια χώρα με χαμηλότερο κόστος παραγωγής από λιγνίτη. Για τη Βόρεια Μακεδονία, η οποία δεν έχει ακόμη ολοκληρώσει τη μετάβαση σε ένα πιο «πράσινο» μίγμα, η εξέλιξη αυτή αυξάνει την ανάγκη αξιοποίησης εισαγωγών και τον περιορισμό ροών προς την ΕΕ.

Αλλά και η Βουλγαρία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια σύνθετη εξίσωση. Η χώρα διαθέτει σημαντικό πυρηνικό και θερμοηλεκτρικό δυναμικό, ενώ ταυτόχρονα επενδύει επιθετικά στα φωτοβολταϊκά. Ωστόσο, ως μέλος της ΕΕ, η Βουλγαρία ενσωματώνει στο κόστος ηλεκτροπαραγωγής την επιβάρυνση των δικαιωμάτων εκπομπών, με συνέπεια να είναι σημαντικά αυξημένο το κόστος λειτουργίας των μονάδων άνθρακα – του λιγνιτικού στόλου που κατασκευάστηκε αρκετές δεκαετίες πριν. Μάλιστα, όπως επισημαίνουν ειδικοί, πρόσφατα άρχισαν να λήγουν τα μακροχρόνια PPAs που είχαν υπογραφεί ανάμεσα σε λιγνιτικές μονάδες και βιομηχανίες, με συνέπεια οι θερμοηλεκτρικοί αυτοί σταθμοί να αντιμετωπίζουν δυσκολίες ένταξης στην ημερήσιο προγραμματισμό

Ο περιορισμός της λειτουργίας των λιγνιτικών μονάδων δημιουργεί κενά τις ώρες του εικοσιτετραώρου που δεν υπάρχει ηλιοφάνεια. Η εξέλιξη αυτή αντανακλάται στις εμπορικές ροές με την Ελλάδα: στο πρώτο εξάμηνο του 2026 οι καθαρές εξαγωγές στις δύο διασυνδέσεις των δύο χωρών έφτασαν τις 3.150 Γιγαβατώρες, έναντι καθαρών εισαγωγών 470 Γιγαβατώρων πέρυσι.

Η αποθήκευση στη Βουλγαρία ενισχύει τις διασυνοριακές ροές

Εκτός από την αξιοποίηση των εισαγωγών από γειτονικά συστήματα (μεταξύ των οποίων και το ελληνικό) για την κάλυψη των αναγκών κατά τις απογευματινές ώρες, η Βουλγαρία έχει κινηθεί δυναμικά στον τομέα της αποθήκευσης, αναπτύσσοντας χαρτοφυλάκιο μπαταριών άνω των 4 GW. Η λογική είναι να απορροφάται η περίσσεια ενέργειας κατά τις ώρες της υψηλής ανανεώσιμης παραγωγής (κυρίως τις μεσημβρινές ώρες) και να επανεισάγεται στο σύστημα αργότερα, όταν αυξάνεται η ζήτηση. Με δεδομένη τη διασύνδεση των δύο αγορών, η αυξημένη παραγωγή ΑΠΕ στην Ελλάδα τροφοδοτεί έμμεσα το βουλγαρικό σύστημα.

Η Βουλγαρία και η Βόρεια Μακεδονία είναι, επομένως, οι δύο αγορές που έχουν μεταβάλει περισσότερο την εικόνα των ελληνικών εξαγωγών. Η Ελλάδα, από την πλευρά της, εξακολουθεί να έχει εξαγωγικό ισοζύγιο με την Ιταλία, με τις «καθαρές» εκροές να φτάνουν τις 925 Γιγαβατώρες κατά το πρώτο εξάμηνο. Αντίθετα, με την Αλβανία το ισοζύγιο παραμένει εισαγωγικό, καθώς οι ροές με τα Τίρανα επηρεάζονται σημαντικά από τη διαθεσιμότητα των υδροηλεκτρικών μονάδων της γειτονικής χώρας, ενώ με την Τουρκία η Ελλάδα παραμένει οριακά εισαγωγική.

Από την ενεργειακή επάρκεια στη γεωστρατηγική αναβάθμιση

Το άνοιγμα της «ψαλίδας» μεταξύ εισαγωγών και εξαγωγών δείχνει ότι η Ελλάδα αποκτά σταδιακά ένα διαφορετικό ενεργειακό αποτύπωμα στην περιοχή. Η παραγωγή ΑΠΕ, σε συνδυασμό με τις μονάδες φυσικού αερίου και την ενίσχυση των ηλεκτρικών διασυνδέσεων, επιτρέπει στη χώρα να λειτουργεί όλο και περισσότερο ως πηγή τροφοδοσίας για τα γειτονικά συστήματα, ιδιαίτερα σε περιόδους υψηλής ζήτησης ή περιορισμένης διαθεσιμότητας παραγωγής.

Η αλλαγή αυτή έχει και άμεση οικονομική διάσταση, με σημαντικό αποτύπωμα στο εμπορικό ισοζύγιο. Επίσης, η μείωση της ανάγκης για εισαγωγές περιορίζει την έκθεση της ελληνικής αγοράς στις διεθνείς διακυμάνσεις του φυσικού αερίου, ενώ η αυξημένη συμμετοχή των ΑΠΕ μπορεί να λειτουργήσει ως «ανάχωμα» απέναντι σε περιφερειακές ανατιμήσεις. Η εικόνα είναι χαρακτηριστική και αυτή την περίοδο, καθώς η ισχυρή αιολική παραγωγή έχει συμβάλει στη συγκράτηση των ελληνικών χονδρεμπορικών τιμών, την ώρα που η ξηρασία και οι υψηλές θερμοκρασίες πιέζουν τις αγορές της Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Τα οφέλη δεν περιορίζονται μόνο τις εμπορικές συναλλαγές ηλεκτρισμού. Η Ελλάδα αποκτά μεγαλύτερο βάρος στη λειτουργία της περιφερειακής αγοράς, καθώς η δυνατότητα εξαγωγής ανταγωνιστικής ηλεκτρικής ενέργειας ενισχύει τον ρόλο της ως ενεργειακού κόμβου. Μάλιστα, με την περαιτέρω αύξηση της ισχύος των ΑΠΕ, την ανάπτυξη της αποθήκευσης και τις νέες διασυνδέσεις που σχεδιάζονται ή υλοποιούνται, η τάση αυτή αναμένεται να ενισχυθεί τα επόμενα χρόνια. 

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM