Από την ενεργειακή μετάβαση στη μετάβαση των πολιτών - Η ενεργειακή αναβάθμιση των κατοικιών ως το πραγματικό στοίχημα της Δυτικής Μακεδονίας
του Νίκου Ντάβου

Από την ενεργειακή μετάβαση στη μετάβαση των πολιτών - Η ενεργειακή αναβάθμιση των κατοικιών ως το πραγματικό στοίχημα της Δυτικής Μακεδονίας

10 07 2026 | 07:30

Η Δυτική Μακεδονία αποτελεί σήμερα ένα από τα σημαντικότερα πεδία ενεργειακής μετάβασης στην Ευρώπη. Για περισσότερα από εξήντα χρόνια υπήρξε η ενεργειακή καρδιά της χώρας, στηρίζοντας την ηλεκτροπαραγωγή, την απασχόληση και την οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας μέσα από τον λιγνίτη. Σήμερα καλείται να επαναπροσδιορίσει τον παραγωγικό της ρόλο μέσα σε ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον, όπου κυριαρχούν οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η αποθήκευση και οι καθαρές τεχνολογίες.

Τα τελευταία χρόνια η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται εύλογα στις μεγάλες επενδύσεις. Νέα φωτοβολταϊκά πάρκα, συστήματα αποθήκευσης, ηλεκτρικά δίκτυα, έργα υδρογόνου, data center και βιομηχανικές εγκαταστάσεις συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον πολιτείας, επιχειρήσεων και επενδυτών. Πρόκειται για παρεμβάσεις απολύτως απαραίτητες, οι οποίες θα διαμορφώσουν το νέο ενεργειακό τοπίο της χώρας.

Ωστόσο, η επιτυχία της μετάβασης δεν θα κριθεί μόνο από τα MW που θα εγκατασταθούν ή από τα δισεκατομμύρια ευρώ που θα επενδυθούν. Θα κριθεί από το κατά πόσο οι πολίτες θα δουν πραγματικό όφελος στην καθημερινότητά τους.

Σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται ένας τομέας που συχνά υποτιμάται στη δημόσια συζήτηση, παρότι ίσως αποτελεί το σημαντικότερο εργαλείο κοινωνικής αποδοχής της μετάβασης. Η ενεργειακή αναβάθμιση των κατοικιών.

Η μετάβαση που μπαίνει μέσα στο σπίτι

Η ενεργειακή αναβάθμιση των κατοικιών αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της πρόκλησης. Είναι από τις λίγες πολιτικές που μπορούν ταυτόχρονα να μειώσουν την κατανάλωση ενέργειας, να περιορίσουν τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, να ενισχύσουν την τοπική οικονομία και να βελτιώσουν άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών. Στη Δυτική Μακεδονία, όπου η ενεργειακή μετάβαση συνδέεται άμεσα με την οικονομική και κοινωνική ανασυγκρότηση, η σημασία της είναι ακόμη μεγαλύτερη.

Η εικόνα του ελληνικού κτιριακού αποθέματος είναι γνωστή. Σύμφωνα με τα στατιστικά των Σωμάτων Επιθεώρησης Ενέργειας, για την περίοδο 2011–2023 περίπου δύο στις τρεις κατοικίες κατατάσσονται στις χαμηλές κατηγορίες Ε έως Η, με τη θέρμανση να απορροφά το μεγαλύτερο μέρος της κατανάλωσης. Το ίδιο αρχείο τεκμηριώνει και τη θετική όψη. Όπου υλοποιήθηκαν παρεμβάσεις μέσω των προγραμμάτων «Εξοικονομώ», και ιδίως μετά το 2021, η κατάταξη εκτινάσσεται στις κατηγορίες Β και Β+, με εξοικονόμηση που, για κτίρια προδιαγραφών ΚΕΝΑΚ, υπερβαίνει το 55–60%. Ο μηχανισμός, με άλλα λόγια, αποδίδει. Το ζητούμενο πλέον είναι η κλίμακα και η ταχύτητα εφαρμογής του.

Στη Δυτική Μακεδονία η ίδια εικόνα αποκτά μεγαλύτερη ένταση. Από τις περίπου 40.000 κατοικίες της περιφέρειας που διαθέτουν Πιστοποιητικό Ενεργειακής Απόδοσης —ποσοστό κάλυψης χαμηλότερο του εθνικού μέσου όρου— πάνω από τις μισές (περί το 56%) ανήκουν στις κατηγορίες Ε, Ζ και Η. Παράλληλα, οι δείκτες ενεργειακής φτώχειας δείχνουν ότι περίπου ένα στα πέντε νοικοκυριά (18%, και 14% με σταθμισμένη μεθοδολογία) είτε δαπανά δυσανάλογο μέρος του εισοδήματός του για ενέργεια είτε αδυνατεί να θερμάνει επαρκώς την κατοικία του. Σε μία περιοχή με βαρύ χειμώνα, αυτό δεν είναι στατιστική λεπτομέρεια είναι ζήτημα δημόσιας υγείας και κοινωνικής συνοχής.

Το μέγεθος του χάσματος αποτυπώνεται στην απορρόφηση. Τα περίπου 15 εκατ. ευρώ που απορροφήθηκαν στην περιφέρεια από τα προγράμματα των ετών 2020–2021 αρκούν, με μέσο κόστος περί τα 15.000 ευρώ ανά κατοικία, για την αναβάθμιση μόλις χιλίων περίπου κατοικιών, κάτω του 5% των ενεργειακά φτωχών κατοικιών της περιοχής. Η δεξαμενή των «δύσκολων» κτιρίων παραμένει σχεδόν ανέγγιχτη, με τον ρυθμό ολοκληρώσεων να υπολείπεται σταθερά του ρυθμού των αιτήσεων.

Το Κλιματικό Συμβόλαιο της Κοζάνης και το πραγματικό μέγεθος της πρόκλησης

Η πιο ολοκληρωμένη αποτύπωση αυτής της λογικής βρίσκεται στο Σχέδιο Κλιματικής Ουδετερότητας του Δήμου Κοζάνης, μίας από τις ελληνικές πόλεις που συμμετέχουν στην ευρωπαϊκή αποστολή για τις 100 Κλιματικά Ουδέτερες και Έξυπνες Πόλεις έως το 2030.

Η Κοζάνη έχει ήδη πετύχει σημαντική πρόοδο στη μείωση των εκπομπών της. Κατά την περίοδο 2010 έως 2020 οι εκπομπές CO2 μειώθηκαν κατά περίπου 33%, από 394.000 σε 263.000 τόνους ετησίως, ως αποτέλεσμα της διείσδυσης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, των προγραμμάτων ενεργειακής αναβάθμισης και των ευρύτερων αλλαγών που συνδέθηκαν με την απολιγνιτοποίηση.

Το ενδιαφέρον όμως δεν βρίσκεται μόνο στο πόσο μειώθηκαν οι εκπομπές, αλλά κυρίως στο από πού προέρχονται σήμερα. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Σχεδίου Κλιματικής Ουδετερότητας, περίπου το 57% των εκπομπών του Δήμου συνδέεται με τις κατοικίες. Παράλληλα, σχεδόν οι μισές κατοικίες έχουν κατασκευαστεί πριν από το 1980, πριν δηλαδή την εφαρμογή του πρώτου Κανονισμού Θερμομόνωσης.

Αυτό σημαίνει ότι η πορεία προς την κλιματική ουδετερότητα δεν θα κριθεί μόνο από τις μεγάλες ενεργειακές επενδύσεις. Θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό από το κατά πόσο θα αναβαθμιστούν τα σπίτια στα οποία ζουν οι πολίτες.

Για τον λόγο αυτό το Κλιματικό Συμβόλαιο της Κοζάνης θέτει έναν ιδιαίτερα φιλόδοξο στόχο. Τη βαθιά ενεργειακή αναβάθμιση έως και του 50% των περίπου 18.300 κατοικιών του Δήμου μέχρι το τέλος της δεκαετίας. Για να επιτευχθεί ο στόχος αυτός απαιτείται ετήσιος ρυθμός ανακαινίσεων της τάξης του 8,5%, καθώς και επενδύσεις που προσεγγίζουν τα 858 εκατομμύρια ευρώ.

Επενδύσεις αυτού του μεγέθους δεν αφορούν μόνο την εξοικονόμηση ενέργειας. Δημιουργούν ζήτηση για μηχανικούς, τεχνικά επαγγέλματα, προμηθευτές υλικών και τοπικές επιχειρήσεις. Με αυτόν τον τρόπο η ενεργειακή αναβάθμιση μπορεί να λειτουργήσει ως ένας από τους σημαντικότερους μηχανισμούς παραγωγής τοπικής προστιθέμενης αξίας κατά την περίοδο της μετάβασης.

Οι αριθμοί αυτοί αποτυπώνουν το πραγματικό μέγεθος της πρόκλησης. Όχι μόνο για την Κοζάνη αλλά συνολικά για τη Δυτική Μακεδονία. Δείχνουν επίσης ότι η ενεργειακή αναβάθμιση των κατοικιών δεν αποτελεί απλώς μία περιβαλλοντική πολιτική. Αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες αναπτυξιακές και κοινωνικές παρεμβάσεις που μπορεί να υλοποιηθεί στην περιοχή τα επόμενα χρόνια.

Ο στόχος είναι ξεκάθαρος. Το ίδιο ξεκάθαρη είναι και η απόσταση που απομένει να καλυφθεί. Το βασικό ζητούμενο σήμερα δεν είναι η έλλειψη στρατηγικής ή η απουσία διαθέσιμων πόρων. Είναι η δυνατότητα να μετατραπούν οι φιλόδοξοι στόχοι σε χιλιάδες πραγματικές ανακαινίσεις κατοικιών μέσα στα επόμενα χρόνια.

Τα One Stop Shops ως καταλύτης της μετάβασης

Αν υπάρχει ένα δίδαγμα από την εμπειρία των τελευταίων ετών, είναι ότι η χρηματοδότηση από μόνη της δεν αρκεί. Η ενεργειακή αναβάθμιση των κατοικιών δεν είναι απλώς ένα τεχνικό έργο. Είναι μία σύνθετη διαδικασία που απαιτεί ενημέρωση, σχεδιασμό, χρηματοδότηση, συντονισμό πολλών επαγγελματιών και συνεχή υποστήριξη του πολίτη.

Ακόμη και όταν υπάρχουν διαθέσιμες επιδοτήσεις, ο πολίτης καλείται να συντονίσει ενεργειακούς επιθεωρητές, μηχανικούς, χρηματοδότηση, προμηθευτές και συνεργεία. Για πολλά νοικοκυριά, ιδιαίτερα για ηλικιωμένους και ευάλωτες ομάδες, η πολυπλοκότητα αυτή λειτουργεί αποτρεπτικά ανεξαρτήτως του ύψους της επιδότησης.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο αναδεικνύεται ο ρόλος των One Stop Shops για την ενεργειακή αναβάθμιση κτιρίων. Η ευρωπαϊκή εμπειρία δείχνει ότι πρόκειται για ένα από τα αποτελεσματικότερα εργαλεία επιτάχυνσης των ανακαινίσεων, καθώς συγκεντρώνουν σε μία ενιαία δομή όλες τις υπηρεσίες που χρειάζεται ο πολίτης. Ενημέρωση, τεχνική υποστήριξη, ενεργειακό σχεδιασμό, σύνδεση με χρηματοδοτικά εργαλεία, επιλογή πιστοποιημένων επαγγελματιών και παρακολούθηση της υλοποίησης.

Πέρα από τη μείωση της γραφειοκρατίας, τα One Stop Shops επιτρέπουν την οργάνωση της ζήτησης σε μεγαλύτερη κλίμακα, υποστηρίζοντας την ταυτόχρονη αναβάθμιση πολυκατοικιών, γειτονιών ή ολόκληρων οικισμών.

Παράλληλα, λειτουργούν ως γέφυρα μεταξύ των πολιτών και της αγοράς, δημιουργώντας ένα πιο οργανωμένο πλαίσιο συνεργασίας για μηχανικούς, ενεργειακούς επιθεωρητές και τεχνικές επιχειρήσεις.

Για τη Δυτική Μακεδονία, όπου οι ανάγκες αναβάθμισης είναι μεγάλες και οι στόχοι του Κλιματικού Συμβολαίου ιδιαίτερα φιλόδοξοι, η ανάπτυξη ενός δικτύου One Stop Shops θα μπορούσε να αποτελέσει μία από τις σημαντικότερες παρεμβάσεις της επόμενης περιόδου. Η περιοχή διαθέτει ήδη φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης, αναπτυξιακούς οργανισμούς, ερευνητικά κέντρα και εξειδικευμένες δομές που μπορούν να υποστηρίξουν ένα τέτοιο μοντέλο, αξιοποιώντας τους πόρους της Δίκαιης Μετάβασης.

Αν θέλουμε να περάσουμε από χιλιάδες αιτήσεις σε χιλιάδες ολοκληρωμένες ανακαινίσεις, τότε η συζήτηση δεν αφορά μόνο περισσότερα προγράμματα ή μεγαλύτερες επιδοτήσεις. Αφορά τη δημιουργία των κατάλληλων μηχανισμών υλοποίησης. Και τα One Stop Shops μπορούν να αποτελέσουν τον κρίσιμο συνδετικό κρίκο ανάμεσα στους διαθέσιμους πόρους και στο πραγματικό αποτέλεσμα που φτάνει στο σπίτι του πολίτη.

Νέα χρηματοδοτικά εργαλεία και στοχευμένες παρεμβάσεις για τη Δυτική Μακεδονία

Το δεύτερο μεγάλο εμπόδιο μετά την οργανωτική πολυπλοκότητα είναι η πρόσβαση στο αρχικό κεφάλαιο. Ακόμη και όταν τα ποσοστά επιδότησης είναι υψηλά, η ανάγκη κάλυψης της ιδιωτικής συμμετοχής εξακολουθεί να αποκλείει σημαντικό μέρος των νοικοκυριών που αντιμετωπίζουν τις μεγαλύτερες δυσκολίες. Πρόκειται συχνά για τους ίδιους πολίτες που θα είχαν και το μεγαλύτερο όφελος από τη μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης και του κόστους θέρμανσης.

Σε αυτή την κατεύθυνση, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ενεργοποίηση του μηχανισμού on bill financing, ο οποίος ενσωματώθηκε πρόσφατα στο θεσμικό πλαίσιο της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Η δυνατότητα χρηματοδότησης παρεμβάσεων εξοικονόμησης ενέργειας και η σταδιακή αποπληρωμή τους μέσω του λογαριασμού ηλεκτρικής ενέργειας μπορεί να αποτελέσει ένα σημαντικό νέο εργαλείο για την αγορά. Η προσέγγιση αυτή επιτρέπει σε περισσότερα νοικοκυριά να προχωρήσουν σε επενδύσεις χωρίς την ανάγκη υψηλής αρχικής δαπάνης. Παράλληλα, συνδέει την αποπληρωμή με το ίδιο το ενεργειακό όφελος που προκύπτει από τις παρεμβάσεις. Η επιτυχία του θα εξαρτηθεί από τον τρόπο εφαρμογής του και από τη συμπληρωματική λειτουργία του με τα υφιστάμενα προγράμματα επιδότησης.

Παράλληλα, η Δυτική Μακεδονία έχει ανάγκη από στοχευμένες δράσεις προσαρμοσμένες στις ιδιαίτερες συνθήκες της περιοχής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η δράση για την εγκατάσταση αντλιών θερμότητας σε κατοικίες που θερμαίνονται με πετρέλαιο ή στερεά καύσιμα, με δυνατότητα συνδυασμού με παρεμβάσεις θερμομόνωσης και αυτοπαραγωγής ενέργειας. Φορέας υλοποίησης της δράσης είναι το Περιφερειακό Ταμείο Ανάπτυξης Δυτικής Μακεδονίας, ενώ ο συνολικός προϋπολογισμός της ανέρχεται σε 12.135.000 ευρώ. Η επίσημη διάρκεια υλοποίησής της εκτείνεται από την 1η Απριλίου 2024 έως την 31η Μαρτίου 2027. Πρόκειται για μία από τις πιο ουσιαστικές παρεμβάσεις που έχουν σχεδιαστεί ειδικά για τις ανάγκες της περιοχής, καθώς απαντά ταυτόχρονα στο υψηλό κόστος θέρμανσης, στην ενεργειακή φτώχεια και στους στόχους απανθρακοποίησης. Παράλληλα, αναδεικνύει και μία κρίσιμη διάσταση της Δίκαιης Μετάβασης. Η ύπαρξη διαθέσιμων πόρων και η ανακοίνωση φιλόδοξων δράσεων αποτελούν αναγκαίες προϋποθέσεις, δεν αρκούν όμως από μόνες τους. Σε μία περιοχή που βιώνει ήδη τις συνέπειες της απολιγνιτοποίησης, η ταχύτητα υλοποίησης αποκτά εξίσου μεγάλη σημασία με το ύψος της χρηματοδότησης.

Η συγκεκριμένη δράση διαθέτει εξασφαλισμένους πόρους και σαφές αντικείμενο, ωστόσο η καθυστέρηση στην ενεργοποίησή της υπενθυμίζει ότι η επιτυχία της μετάβασης δεν θα κριθεί μόνο από τον σχεδιασμό των πολιτικών, αλλά και από την ικανότητά μας να τις μετατρέπουμε έγκαιρα σε πραγματικές παρεμβάσεις για τους πολίτες. Η Δυτική Μακεδονία χρειάζεται όχι μόνο περισσότερα εργαλεία, αλλά και ταχύτερη εφαρμογή όσων έχουν ήδη σχεδιαστεί.

Συμπεράσματα

Η Δυτική Μακεδονία βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο της μεγαλύτερης ενεργειακής και παραγωγικής μετάβασης που έχει γνωρίσει η χώρα τις τελευταίες δεκαετίες. Η επιτυχία της δεν θα κριθεί μόνο από τις επενδύσεις που θα προσελκύσει ή από την ισχύ των νέων ενεργειακών έργων που θα εγκατασταθούν. Θα κριθεί από το κατά πόσο οι πολίτες θα αισθανθούν ότι η μετάβαση βελτιώνει πραγματικά την καθημερινότητά τους.

Η ενεργειακή αναβάθμιση των κατοικιών αποτελεί ίσως το πιο άμεσο παράδειγμα αυτής της σύνδεσης. Μειώνει το ενεργειακό κόστος, περιορίζει την ενεργειακή φτώχεια, δημιουργεί τοπική οικονομική δραστηριότητα και ενισχύει την κοινωνική αποδοχή των αλλαγών που βρίσκονται σε εξέλιξη. Αν καταφέρουμε να συνδυάσουμε αποτελεσματικούς μηχανισμούς υλοποίησης, σύγχρονα χρηματοδοτικά εργαλεία και στοχευμένες πολιτικές προσαρμοσμένες στις ανάγκες της περιοχής, τότε η Δυτική Μακεδονία μπορεί να αποτελέσει ένα ευρωπαϊκό παράδειγμα επιτυχημένης Δίκαιης Μετάβασης.

Γιατί τελικά η μετάβαση δεν μετριέται μόνο σε επενδύσεις και δείκτες. Μετριέται στο κατά πόσο φτάνει στο σπίτι, στην επιχείρηση και στην καθημερινότητα του πολίτη.

Ο κ. Νικόλαος Ντάβος είναι Συνιδρυτής & Manager, CluBE — Cluster of Bioeconomy & Environment of Western Macedonia

Το άρθρο περιλαμβάνεται στον υπό έκδοση τόμο GREEK ENERGY 2026 που ετοίμασε για 15η συνεχή χρονιά η ομάδα του energypress

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM