Η πτώση στις εισαγωγές LNG από τις ΗΠΑ στην ΕΕ προκαλεί προβλήματα στην εμπορική συμφωνία για αγορές ενέργειας αξίας 750 δισεκατομμυρίων δολαρίων σε διάστημα τριών ετών
Η μεγάλη ενεργειακή συμφωνία που υπέγραψαν πριν από έναν χρόνο η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκεται ήδη αντιμέτωπη με την πρώτη σοβαρή δοκιμασία της. Και, όπως συμβαίνει συχνά στις αγορές ενέργειας, οι οικονομικοί κανόνες φαίνεται να υπερισχύουν των πολιτικών δεσμεύσεων.
Παρά τις εξαγγελίες για στενότερη διατλαντική συνεργασία στον ενεργειακό τομέα, οι ευρωπαϊκές εταιρείες περιόρισαν αισθητά τις εισαγωγές αμερικανικού υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) τον Ιούνιο, καθώς τα φορτία κατευθύνθηκαν κυρίως προς την Ασία, όπου οι αγοραστές προσέφεραν σημαντικά υψηλότερες τιμές. Η εξέλιξη αυτή δεν αποτελεί απλώς μια πρόσκαιρη μεταβολή στις εμπορικές ροές. Αντιθέτως, αποκαλύπτει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η Ευρώπη στην προσπάθειά της να συνδυάσει τις πολιτικές της δεσμεύσεις, τις πραγματικές ανάγκες της αγοράς και τη διασφάλιση της ενεργειακής της επάρκειας.
Η φιλόδοξη συμφωνία
Η συμφωνία που ανακοινώθηκε τον περασμένο Ιούλιο από τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ και την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν είχε έναν ιδιαίτερα φιλόδοξο στόχο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεσμεύθηκε να προχωρήσει μέσα σε τρία χρόνια σε αγορές αμερικανικών ενεργειακών προϊόντων συνολικής αξίας περίπου 750 δισεκατομμυρίων δολαρίων, ενισχύοντας παράλληλα τις εμπορικές σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες και περιορίζοντας ακόμη περισσότερο την εξάρτησή της από τη ρωσική ενέργεια.
Μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η Ευρώπη υποχρεώθηκε να αναδιαμορφώσει μέσα σε ελάχιστο χρόνο τον ενεργειακό της χάρτη. Οι εισαγωγές ρωσικού φυσικού αερίου μέσω αγωγών μειώθηκαν δραστικά, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες αναδείχθηκαν στον σημαντικότερο προμηθευτή LNG της ευρωπαϊκής αγοράς. Η αμερικανική παραγωγή συνέβαλε καθοριστικά ώστε η Ευρώπη να αποφύγει εκτεταμένες ελλείψεις φυσικού αερίου και να διαχειριστεί μία από τις μεγαλύτερες ενεργειακές κρίσεις των τελευταίων δεκαετιών.
Η πρόκληση της αγοράς
Ωστόσο, η πραγματικότητα της αγοράς αποδεικνύεται πολύ πιο σύνθετη από τις πολιτικές διακηρύξεις.
Τα στοιχεία του Ιουνίου έδειξαν ότι για πρώτη φορά έπειτα από δύο χρόνια η Ευρώπη απορρόφησε λιγότερο από το 50% των αμερικανικών εξαγωγών LNG. Αντίθετα, το μεγαλύτερο μέρος των φορτίων κατευθύνθηκε προς τις ασιατικές αγορές αλλά και προς την Αίγυπτο, όπου η ζήτηση ήταν ιδιαίτερα αυξημένη. Ο λόγος είναι απολύτως οικονομικός. Η τιμή αναφοράς του LNG στην Ασία διαμορφώθηκε αισθητά υψηλότερα από την αντίστοιχη ευρωπαϊκή τιμή TTF, γεγονός που έκανε πολύ πιο συμφέρουσα για τους εξαγωγείς την αποστολή των φορτίων προς την Ανατολή.
Για τις αμερικανικές εταιρείες LNG, οι οποίες λειτουργούν σε μια παγκόσμια και ιδιαίτερα ανταγωνιστική αγορά, η επιλογή ήταν σχεδόν αυτονόητη. Τα φορτία κατευθύνθηκαν εκεί όπου οι αποδόσεις ήταν μεγαλύτερες, επιβεβαιώνοντας ότι το διεθνές εμπόριο ενέργειας καθορίζεται πρωτίστως από τους κανόνες της αγοράς και όχι από τις πολιτικές επιδιώξεις των κυβερνήσεων.
Το στοίχημα για την Ευρώπη
Η εξέλιξη αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη η κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα η Ευρώπη. Μετά τον περασμένο χειμώνα, ο οποίος αποδείχθηκε ψυχρότερος από τις δύο προηγούμενες περιόδους, τα αποθέματα φυσικού αερίου μειώθηκαν σημαντικά περισσότερο από ό,τι ανέμεναν οι αναλυτές. Ως αποτέλεσμα, οι ευρωπαϊκές εγκαταστάσεις αποθήκευσης εισέρχονται στη θερινή περίοδο επαναπλήρωσης με τα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων δεκαπέντε ετών.
Ταυτόχρονα, οι διεθνείς ενεργειακές αγορές εξακολουθούν να επηρεάζονται από τη γεωπολιτική αστάθεια. Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και οι κατά καιρούς διαταραχές στις εξαγωγές LNG από το Κατάρ έχουν αυξήσει την αβεβαιότητα, ενώ κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει νέες αναταράξεις κατά τους επόμενους μήνες. Εάν οι περιορισμοί στην προσφορά συνεχιστούν, η Ευρώπη κινδυνεύει να εισέλθει στον χειμώνα με ανεπαρκή αποθέματα και με ιδιαίτερα αυξημένο κίνδυνο νέων εκρήξεων στις τιμές του φυσικού αερίου.
Μακροχρόνιες συμφωνίες
Κι όμως, παρά τις αυξημένες ανάγκες της, η Ευρώπη δεν εμφανίζεται πρόθυμη να δεσμευθεί σε μακροχρόνιες συμφωνίες προμήθειας αμερικανικού LNG.
Η στάση αυτή δεν σχετίζεται μόνο με τις τιμές. Συνδέεται κυρίως με ένα βαθύτερο στρατηγικό δίλημμα που απασχολεί εδώ και καιρό τις Βρυξέλλες αλλά και τις ευρωπαϊκές ενεργειακές επιχειρήσεις: κατά πόσο είναι συνετό η εξάρτηση από τη Ρωσία να αντικατασταθεί από μια αντίστοιχη εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Για δεκαετίες, το ρωσικό φυσικό αέριο αποτελούσε τον βασικό πυλώνα του ευρωπαϊκού ενεργειακού εφοδιασμού. Η κρίση των τελευταίων ετών ανέδειξε τους γεωπολιτικούς κινδύνους αυτής της επιλογής. Σήμερα, αρκετοί Ευρωπαίοι αξιωματούχοι εκφράζουν την ανησυχία ότι μια υπερβολική εξάρτηση από το αμερικανικό LNG ενδέχεται να δημιουργήσει ανάλογες ευπάθειες στο μέλλον, έστω και αν οι Ηνωμένες Πολιτείες θεωρούνται στρατηγικός σύμμαχος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Οι σχετικές εκτιμήσεις είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικές. Με την προγραμματισμένη απαγόρευση εισαγωγών ρωσικού LNG από το 2027, το μερίδιο των Ηνωμένων Πολιτειών στις ευρωπαϊκές εισαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου θα μπορούσε να αυξηθεί ακόμη και στο 80%. Μια τέτοια εξέλιξη θα εξασφάλιζε ασφαλείς προμήθειες από μια φιλική χώρα, θα περιόριζε όμως σημαντικά τη διαφοροποίηση των πηγών εφοδιασμού, η οποία αποτελεί διαχρονικό στόχο της ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής.
Οι εναλλακτικές επιλογές
Οι εναλλακτικές επιλογές της Ευρώπης παραμένουν περιορισμένες. Οι εισαγωγές μέσω αγωγών από τη Νορβηγία, την Αλγερία και το Αζερμπαϊτζάν εξακολουθούν να καλύπτουν σημαντικό μέρος της ευρωπαϊκής ζήτησης, ωστόσο δεν επαρκούν για να αντικαταστήσουν τις ποσότητες που χάθηκαν από τη Ρωσία. Παράλληλα, η δυνατότητα αύξησης της νορβηγικής παραγωγής συναντά σημαντικά εμπόδια, καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να αντιμετωπίζει με επιφυλακτικότητα νέες εξορύξεις φυσικού αερίου στις αρκτικές περιοχές, στο πλαίσιο των φιλόδοξων περιβαλλοντικών της στόχων.
Αντιφάσεις
Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται η μεγαλύτερη αντίφαση της ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής. Από τη μία πλευρά, οι Βρυξέλλες επιδιώκουν την ταχεία απανθρακοποίηση της οικονομίας μέσω της επέκτασης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, της ηλεκτροκίνησης και της βελτίωσης της ενεργειακής αποδοτικότητας. Από την άλλη πλευρά, το φυσικό αέριο εξακολουθεί να αποτελεί αναγκαίο καύσιμο-γέφυρα, καλύπτοντας τις ανάγκες της ηλεκτροπαραγωγής, της βιομηχανίας και της θέρμανσης όταν η παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές δεν επαρκεί.
Το αποτέλεσμα είναι ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται να περιορίσει τη χρήση των ορυκτών καυσίμων χωρίς, όμως, να διακινδυνεύσει την ασφάλεια του ενεργειακού της εφοδιασμού. Πρόκειται για μια εξαιρετικά δύσκολη άσκηση ισορροπίας, η οποία γίνεται ακόμη πιο περίπλοκη όταν οι γεωπολιτικές εξελίξεις επηρεάζουν τις διεθνείς αγορές.
Η δέσμευση για αγορές αμερικανικής ενέργειας ύψους 750 δισεκατομμυρίων δολαρίων είχε σαφώς πολιτικό και στρατηγικό χαρακτήρα. Ωστόσο, η εφαρμογή της εξαρτάται τελικά από παράγοντες που καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να ελέγξει πλήρως. Όσο οι ασιατικές αγορές συνεχίζουν να προσφέρουν υψηλότερες τιμές, οι αμερικανικές εξαγωγές LNG θα ακολουθούν τους κανόνες της αγοράς και θα κατευθύνονται εκεί όπου τα οικονομικά οφέλη είναι μεγαλύτερα.
Ερωτηματικά
Το γεγονός αυτό θέτει εύλογα ερωτήματα για το κατά πόσο μπορούν να υλοποιηθούν στην πράξη τόσο φιλόδοξοι στόχοι εισαγωγών. Η αγορά ενέργειας λειτουργεί με διαφορετικούς κανόνες από εκείνους της πολιτικής. Οι κυβερνήσεις μπορούν να καθορίζουν στρατηγικές κατευθύνσεις και να υπογράφουν συμφωνίες συνεργασίας, όμως οι καθημερινές εμπορικές αποφάσεις εξακολουθούν να λαμβάνονται με βάση τις τιμές, τη ζήτηση, τις διαθέσιμες ποσότητες και το κόστος μεταφοράς.
Η ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια, επομένως, δύσκολα μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά σε έναν μόνο προμηθευτή, όσο αξιόπιστος κι αν θεωρείται. Η διαφοροποίηση των πηγών εφοδιασμού, η διατήρηση πολλαπλών προμηθευτών LNG, η αξιοποίηση των αγωγών όπου αυτό είναι δυνατό, η περαιτέρω ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και η ενίσχυση των υποδομών αποθήκευσης αποτελούν πιθανότατα τη μόνη βιώσιμη στρατηγική για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας της Ευρώπης απέναντι σε μελλοντικές κρίσεις.