Κουκουλόπουλος: Αποτύχατε να απαντήσετε στις ανισότητες, παρά τους πρωτοφανείς πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας
Βασικά σημεία από την πρωτολογία του Πάρι Κουκουλόπουλου, Αντιπροέδρου της Βουλής, Υπεύθυνου ΚΤΕ Οικονομικών & Βουλευτή Κοζάνης του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής, στην Ολομέλεια κατά τη συζήτηση της Επίκαιρης Επερώτησης για το Ταμείο Ανάκαμψης & Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ):
«Θα ξεκινήσω με ένα θεμελιώδες ερώτημα: ποιο είναι το βασικό κριτήριο προσέγγισης μιας συζήτησης για το μεγαλύτερο μεταπολιτευτικά οικονομικό πρόγραμμα της Χώρας;
Από την πλευρά της Κυβέρνησης, είναι η απορρόφηση. Όπως πριν πέντε χρόνια ήταν οι άστοχοι πανηγυρισμοί για το ύψος του ΤΑΑ. Το ύψος του, όμως, κατ΄ ελάχιστον στο 90% προέκυψε από την πραγματική κατάσταση της ελληνικής οικονομίας. Έγινε, δηλαδή, με την εφαρμογή δεικτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που οδήγησαν σε ένα πρωτοφανές οικονομικό πρόγραμμα, σε συνδυασμό με το ΕΣΠΑ και το Πρόγραμμα Αγροτικής Ανάπτυξης.
Από την πλευρά μας, προσερχόμαστε στη συζήτηση έχοντας κατά νου πως, αν κάτι ξεχωρίζει στο ΤΑΑ, είναι η απόφαση της ΕΕ -για πρώτη φορά στην ιστορία της- να κάνει αμοιβαιοποίηση χρέους, αυτό που παλεύαμε ήδη με την Κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου από την πρώτη στιγμή της κρίσης. Συνεπώς, το βασικό κριτήριο είναι ένα: ο σεβασμός των θυσιών του ελληνικού λαού και η επίγνωση πως έχει ανατραπεί ο κανόνας δεκαετιών “κάθε γενιά ζει καλύτερα από την προηγούμενη”. Με απλά λόγια, κριτήριο συζήτησης είναι η πραγματικότητα που βιώνει η κοινωνία.
Η πραγματικότητα, λοιπόν, στην Ελλάδα σήμερα είναι δυστυχώς αρνητική. Οι αξίες των ακινήτων και τα κέρδη έχουν επανακάμψει πολύ πάνω από τα προ κρίσης επίπεδα, ενώ μισθοί και συντάξεις είναι ακόμα πολύ κάτω. Το μέσο εισόδημα εκφρασμένο σε μονάδες αγοραστικής δύναμης είναι, μαζί με τη Βουλγαρία, τελευταίο στην ΕΕ. Τα εισοδήματα από εργασία στην Ελλάδα το 2019 υπολείπονταν των εισοδημάτων από κέρδη κατά 21,3 δις. Το 2024 αυτή η διαφορά άνοιξε στα 36 δις. Διευρύνθηκε κατά 69%. Στη Χώρας μας, 1.563.000 εργαζόμενοι λαμβάνουν καθαρές αμοιβές κάτω από 1.000 ευρώ και οι δημόσιοι υπάλληλοι έχουν τις χαμηλότερες αμοιβές στην ΕΕ. Το μοντέλο ανάπτυξης που έχει επιλέξει η Κυβέρνηση παράγει σε μεγάλο βαθμό χαμηλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας.
Πέραν αυτών, σοβαρά προβλήματα κυριαρχούν σε τομείς που επιβαρύνουν το κόστος ζωής, από τη στέγη μέχρι τη Δημόσια Υγεία και Παιδεία, αλλά και την Τοπική Αυτοδιοίκηση με το 50% των Δήμων να αντιμετωπίζουν απειλή χρεοκοπίας, κατά κύριο λόγο εξαιτίας του ενεργειακού κόστους. Παράλληλα, βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη το φαινόμενο της “διχασμένης Χώρας”, όπου ό,τι δεν αγγίζει ο τουρισμός, συρρικνώνεται και παρακμάζει.
Tην ίδια εικόνα βρίσκουμε στα μεγάλα δομικά προβλήματα που χαρακτηρίζουν την ελληνική οικονομία και δεν οδηγούν σε ανθεκτική ανάπτυξη. Παρότι η Κυβέρνηση είχε στη διάθεσή της ένα πρωτοφανές σε ύψος πρόγραμμα, το πρώτο πρόβλημα της Χώρας που είναι η χαμηλή παραγωγικότητα, δεν το αντιμετώπισε. Ομοίως, δεν αντιμετώπισε την υστέρηση σε επενδύσεις, με τις όποιες επενδύσεις να προέρχονται από real estate. Όσον αφορά τον μηχανολογικό εξοπλισμό, κρίσιμο μέγεθος για παραγωγικές επενδύσεις μεταποίησης όλων των επιπέδων, η κατάσταση είναι δραματική.
Αυτή είναι η πραγματικότητα μετά την “αξιοποίηση” που έκανε η Κυβέρνηση στο ΤΑΑ.
Επομένως, δεν είναι τυχαίο ότι οι επενδυτικές επιτυχίες που επικοινωνιακά προβάλλονται, δεν μεταφράζονται σε αναβάθμιση της παραγωγικής βάσης, του τεχνολογικού υπόβαθρου, της καινοτομίας και τελικά σε οικονομική ανασυγκρότηση. Αυτό δεν υπάρχει πουθενά ως απολογισμός του ΤΑΑ, με αποτέλεσμα η ανάπτυξη να παραμένει ευάλωτη, εξαρτημένη από την κατανάλωση και τις κατασκευές.
Για του λόγου το αληθές, ο Πολυετής Δημοσιονομικός Προγραμματισμός της Κυβέρνησης για το 2026 – 2029 προβλέπει ρυθμούς ανάπτυξης που κινούνται στη ζώνη του 1%.
Σύμφωνα με τη μακροοικονομία, με ρυθμό ανάπτυξης 1% χρειάζονται 100 χρόνια για να διπλασιάσει μια Χώρα το ΑΕΠ, ενώ με ρυθμό ανάπτυξης 3%, ο χρόνος διπλασιασμού περιορίζεται στα 23 χρόνια. Εδώ βρίσκεται το “κλειδί” για την αποκατάσταση του κανόνα “κάθε γενιά καλύτερα από την προηγούμενη”. Με τους ρυθμούς ανάπτυξης που “εξασφάλισε” η Κυβέρνηση εξαιτίας των επιλογών της, ο διπλασιασμός θα επέλθει σε 100 χρόνια. Δεν δίνει, συνεπώς, καμία απάντηση στις ανισότητες που μαστίζουν την κοινωνία, όπως έδειξε και η τελευταία μελέτη του ΙΟΒΕ.
Συμπερασματικά, η Κυβέρνηση, παρά τους πρωτοφανείς πόρους που είχε στη διάθεσή της, αφήνει μια Χώρα αντιμέτωπη όχι μόνο με τη μεγάλη πρόκληση της κλιματικής αλλαγής, όχι μόνο με τις καλπάζουσες ανισότητες, αλλά και με την κρίση Δημοκρατίας».