Η ηλεκτροπαραγωγή διατηρεί υψηλά τις εγχώριες εισαγωγές ρωσικού αερίου – Προβάδισμα της χώρας στη ΝΑ Ευρώπη χάρη στις υποδομές LNG
Σημαντικές ποσότητες ρωσικού φυσικού αερίου εξακολουθούν να εισάγονται στη χώρα μας μέσω μακροχρόνιων συμβολαίων που παραμένουν σε ισχύ, σύμφωνα με έκθεση του ACER.
Ειδικότερα, οι συμβολαιοποιημένες ποσότητες που εισάγονται στο εγχώριο σύστημα κυμαίνονται στα 4-7 bcm ετησίως, ήτοι περίπου 39-68 τεραβατώρες, όταν η εγχώρια ζήτηση φτάνει τα 6,5 bcm. Επιπλέον, κατά το πρώτο τετράμηνο του 2026 οι εισαγωγές ανέρχονταν σε 11 τεραβατώρες, καταγράφοντας μικρή μείωση (-3%) συγκριτικά με την ίδια περίοδο πέρυσι, που έφταναν τις 14 τεραβατώρες. Το 2024, το ρωσικό φυσικό αέριο αντιπροσώπευε το 50-55% των συνολικών εισαγωγών της χώρας.
Όπως σημειώνει σχετικά ο ACER, η Ελλάδα παρουσιάζει ένα διαφορετικό προφίλ συγκριτικά με την Ουγγαρία και τη Σλοβακία, τις χώρες της Ευρώπης δηλαδή που εξακολουθούν να εισάγουν ρωσικό αέριο μέσω αγωγών. Μολονότι σε σχέση με αυτές εξαρτάται λιγότερο από το ρωσικό αέριο, το φυσικό αέριο εν γένει διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, με τις ποσότητες που καταναλώνονται στην ηλεκτροπαραγωγή να αντιπροσωπεύουν το μεγαλύτερο μέρος της εγχώριας ζήτησης. Συγκεκριμένα, εκεί διοχετεύεται το 65-70% της συνολικής κατανάλωσης, όταν στην Ουγγαρία το αντίστοιχο ποσοστό είναι μόλις 15-20% και ομοίως, 10-15% στη Σλοβακία.
Επιπλέον, το αέριο διατηρεί σημαντικό μερίδιο στο εγχώριο ενεργειακό μείγμα, καθώς κυμαίνεται στο 35-45%. Αντιθέτως, στις παραπάνω 2 αγορές περιορίζεται μόλις στο 10-15% και 5-10% αντίστοιχα. Και αυτό, παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα αναδεικνύεται ως μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες αγορές ΑΠΕ στην Ευρώπη, υπογραμμίζει η έκθεση.
Ταυτόχρονα, η Ελλάδα επωφελείται περισσότερο από ένα διαφοροποιημένο χαρτοφυλάκιο εισαγωγών φυσικού αερίου, το οποίο περιλαμβάνει εισαγωγές LNG μέσω Ρεβυθούσας και FSRU Αλεξανδρούπολης, καθώς και εισαγωγές μέσω του TAP. τα τερματικά LNG της ΝΑ Ευρώπης έχουν αυξήσει ελαφρώς το ποσοστό αξιοποίησής τους φέτος. Όπως επισημαίνεται, οι υποδομές της χώρας μας διαθέτουν σημαντική διαθέσιμη χωρητικότητα ώστε να αυξήσουν περαιτέρω τις ποσότητες αερίου που εισάγονται στην Ευρώπη, την ίδια στιγμή που καταγράφεται ελαφριά αύξηση του ποσοστού αξιοποίησης των τερματικών στην ευρύτερη περιοχή της ΝΑ Ευρώπης.