Δίαυλοι επικοινωνίας, αλλά και συνομιλίες Ρωσίας και ΗΠΑ για ενέργεια και οικονομία -  Τα δύο πρόσωπα-κλειδιά

Δίαυλοι επικοινωνίας, αλλά και συνομιλίες Ρωσίας και ΗΠΑ για ενέργεια και οικονομία - Τα δύο πρόσωπα-κλειδιά

Δίαυλοι επικοινωνίας, αλλά και συνομιλίες Ρωσίας και ΗΠΑ για ενέργεια και οικονομία -  Τα δύο πρόσωπα-κλειδιά

Μπορεί φαινομενικά οι διπλωματικές προσπάθειες για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία να έχουν παγώσει, ωστόσο οι δίαυλοι επικοινωνίας μεταξύ Μόσχας και Ουάσιγκτον παραμένουν ενεργοί, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την ενέργεια, την οικονομία και τον ευρύτερο γεωπολιτικό συντονισμό.

Η τελευταία επιβεβαίωση ήρθε από τον Κίριλ Ντμίτριεφ, ειδικό απεσταλμένο του Ρώσου προέδρου Βλαντίμιρ Πούτιν, ο οποίος αποκάλυψε ότι οι συνομιλίες με ανώτερους Αμερικανούς συνομιλητές συνεχίζονται παρά την αναστολή των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων για την Ουκρανία. Μιλώντας στο περιθώριο του σημαντικότερου οικονομικού φόρουμ της Ρωσίας, ο Ντμίτριεφ δήλωσε ότι είχε συνομιλήσει μόλις μία ημέρα νωρίτερα με τον Στιβ Γουίτκοφ και τον Τζάρεντ Κούσνερ, πρόσωπα που συνδέονται στενά με τον πρώην πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και το διπλωματικό του δίκτυο.

Η δήλωση αυτή αναδεικνύει μια διττή πραγματικότητα που καθορίζει ολοένα και περισσότερο τις ρωσοαμερικανικές σχέσεις. Ενώ το πεδίο της μάχης στην Ουκρανία παραμένει ενεργό και οι πολιτικές εντάσεις επιμένουν, και οι δύο δυνάμεις φαίνεται να μην επιθυμούν να διακόψουν τον διάλογο σε ζητήματα που θεωρούνται κρίσιμα για την παγκόσμια σταθερότητα — ιδιαίτερα στις αγορές ενέργειας και στην οικονομική διαχείριση.

Διπλωματική παύση

Το Κρεμλίνο αναγνώρισε τον Μάιο ότι οι διαπραγματεύσεις για την Ουκρανία είχαν ουσιαστικά βαλτώσει. Η Μόσχα επιμένει, ωστόσο, ότι η διαδικασία δεν έχει καταρρεύσει πλήρως και μπορεί να επανεκκινήσει όταν οι πολιτικές συνθήκες γίνουν πιο ευνοϊκές. Σύμφωνα με Ρώσους αξιωματούχους, οι επαφές μεταξύ Ρωσίας και Ηνωμένων Πολιτειών συνεχίζονται σε πολλαπλά επίπεδα, παρά το γεγονός ότι οι επίσημες ειρηνευτικές πρωτοβουλίες έχουν επιβραδυνθεί.

Η διάκριση αυτή είναι σημαντική. Και για τις δύο χώρες, η διατήρηση διαύλων επικοινωνίας εξυπηρετεί στρατηγικά συμφέροντα που υπερβαίνουν κατά πολύ το ουκρανικό μέτωπο. Οι τιμές της ενέργειας, οι κυρώσεις, οι ροές εμπορευμάτων και η χρηματοπιστωτική σταθερότητα παραμένουν ζητήματα με παγκόσμιες συνέπειες, ιδιαίτερα εν μέσω συνεχιζόμενης αστάθειας στη Μέση Ανατολή και αβεβαιότητας στις διεθνείς αγορές.

Η Ουκρανία, εκτός

Ο Ντμίτριεφ υπογράμμισε ακριβώς αυτό το σημείο, υποστηρίζοντας ότι δεν συνδέονται όλες οι συνομιλίες Ρωσίας–ΗΠΑ άμεσα με τον πόλεμο στην Ουκρανία. Σύμφωνα με τον ίδιο, και οι δύο πλευρές αναγνωρίζουν την ανάγκη συνέχισης της συνεργασίας σε οικονομικά και ενεργειακά ζητήματα, ανεξάρτητα από το σημερινό στρατιωτικό αδιέξοδο.

Την ίδια στιγμή, η στρατιωτική κατάσταση έχει επιδεινωθεί σημαντικά μετά την προσωρινή κατάπαυση του πυρός που ανακοινώθηκε με αφορμή την επέτειο του τέλους του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η Ρωσία έχει εντείνει τις επιθέσεις με drones και πυραύλους στο Κίεβο και άλλες ουκρανικές πόλεις, ενώ η Ουκρανία έχει επεκτείνει τα πλήγματα βαθιά μέσα στο ρωσικό έδαφος, στοχεύοντας διυλιστήρια, λιμάνια και βιομηχανικές υποδομές.

Η κλιμάκωση αυτή έχει περιπλέξει τις διπλωματικές προσπάθειες και έχει ενισχύσει τον σκεπτικισμό δυτικών κυβερνήσεων σχετικά με τις προθέσεις της Μόσχας. Παρ’ όλα αυτά, η συνέχιση των οικονομικών συνομιλιών δείχνει ότι τόσο η Ουάσιγκτον όσο και η Μόσχα επιχειρούν να διαχωρίσουν ορισμένα στρατηγικά ζητήματα από τη σύγκρουση στην Ουκρανία.

Ο κεντρικός ρόλος της ενεργειακής διπλωματίας

Στην καρδιά αυτών των επαφών βρίσκεται η ενεργειακή πολιτική.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες επέκτειναν πρόσφατα για τρίτη συνεχόμενη φορά μια εξαίρεση από τις κυρώσεις που επιτρέπει σε ορισμένες χώρες να συνεχίσουν να αγοράζουν ρωσικό πετρέλαιο που μεταφέρεται δια θαλάσσης. Επισήμως, το μέτρο αποσκοπεί στην προστασία «ενεργειακά ευάλωτων» κρατών που επηρεάζονται από τις ευρύτερες αναταράξεις που προκαλούν οι εντάσεις με το Ιράν και η αστάθεια στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού.

Η εξαίρεση αυτή αποτυπώνει μια δύσκολη ισορροπία για την Ουάσιγκτον. Από τη μία πλευρά, οι ΗΠΑ επιδιώκουν να διατηρήσουν την πίεση προς τη Ρωσία μέσω κυρώσεων που συνδέονται με τον πόλεμο στην Ουκρανία. Από την άλλη, οι Αμερικανοί υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής γνωρίζουν ότι μια αιφνίδια διακοπή των ρωσικών εξαγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας.

Ο Ντμίτριεφ αναγνώρισε ανοιχτά αυτή την πραγματικότητα, υποστηρίζοντας ότι οι Αμερικανοί αξιωματούχοι κατανοούν τον σταθεροποιητικό ρόλο που διαδραματίζουν οι ρωσικές ενεργειακές προμήθειες. Σύμφωνα με τον ίδιο, «χωρίς ρωσικό πετρέλαιο και χωρίς ρωσικό φυσικό αέριο, είναι αδύνατο να υπάρξει σταθερότητα στις αγορές ενέργειας».

Αξίζει να σημειωθεί ότι παρά τις κυρώσεις  και τις προσπάθειες δυτικών κυβερνήσεων να μειώσουν την εξάρτηση από τους ρωσικούς υδρογονάνθρακες, η Ρωσία παραμένει ένας από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς πετρελαίου, φυσικού αερίου και διυλισμένων πετρελαϊκών προϊόντων παγκοσμίως. Ο ρόλος της στις διεθνείς αλυσίδες εφοδιασμού εξακολουθεί να είναι σημαντικός, ιδιαίτερα για χώρες της Ασίας, της Αφρικής και τμημάτων της Ευρώπης.

Ευρύτερη στρατηγική

Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, επομένως, η ενεργειακή διπλωματία με τη Μόσχα δεν αποτελεί πλέον απλώς ζήτημα διμερών σχέσεων. Έχει μετατραπεί σε μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής.

Η αναφορά στους Τζάρεντ Κούσνερ και Στιβ Γουίτκοφ είναι επίσης πολιτικά αποκαλυπτική.

Κανένας από τους δύο δεν κατέχει σήμερα επίσημη διπλωματική θέση στην αμερικανική κυβέρνηση. Ωστόσο, αμφότεροι συνδέονται με τον πολιτικό και διπλωματικό κύκλο του Ντόναλντ Τραμπ και έχουν συμμετάσχει σε ανεπίσημες ή παράλληλες συζητήσεις για διεθνή ζητήματα. Η εμπλοκή τους υποδηλώνει ότι μέρος του διαλόγου Ρωσίας–ΗΠΑ ενδέχεται να βασίζεται ολοένα και περισσότερο σε ανεπίσημα κανάλια, ιδιαίτερα ενόψει του εκλογικού κύκλου στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Παρότι η κυβέρνηση Μπάιντεν διατηρεί επισήμως σκληρή στάση απέναντι στη Ρωσία, η συνέχιση επαφών με πρόσωπα που συνδέονται με τον Τραμπ δείχνει ότι εναλλακτικά διπλωματικά κανάλια παραμένουν ενεργά στο παρασκήνιο.

Για τη Μόσχα, η διατήρηση αυτών των σχέσεων ενδέχεται να έχει στρατηγική αξία. Ρώσοι αξιωματούχοι πιθανότατα αντιλαμβάνονται ότι μελλοντικές πολιτικές αλλαγές στην Ουάσιγκτον θα μπορούσαν να μεταβάλουν τον τόνο — και ενδεχομένως την ουσία — των διμερών σχέσεων.

Οι συνομιλίες στο Ριάντ και το αδιέξοδο στο Ντονμπάς

Το σημερινό διπλωματικό αδιέξοδο ανάγεται στις διαπραγματεύσεις που ξεκίνησαν στο Ριάντ, όπου Αμερικανοί και Ρώσοι εκπρόσωποι επιχείρησαν να διαμορφώσουν ένα πλαίσιο για μελλοντικές ειρηνευτικές συνομιλίες.

Σύμφωνα με πηγές που βρίσκονται κοντά στις διαβουλεύσεις, ένα από τα βασικά εμπόδια παραμένει το καθεστώς των περιοχών του Ντονμπάς που εξακολουθούν να ελέγχονται από την Ουκρανία. Η Μόσχα φέρεται να επιμένει ότι οι περιοχές αυτές πρέπει να παραχωρηθούν πριν επιτευχθεί οποιαδήποτε συνολική συμφωνία — όρος που το Κίεβο θεωρεί απαράδεκτο.

Η διαφωνία αυτή έχει ουσιαστικά παγώσει κάθε πρόοδο. Παρόλα αυτά, ο Ντμίτριεφ άφησε να εννοηθεί ότι τριμερείς συνομιλίες μεταξύ Ρωσίας, Ηνωμένων Πολιτειών και Ουκρανίας θα μπορούσαν τελικά να πραγματοποιηθούν «όταν θα είναι η κατάλληλη στιγμή». Περιέγραψε τέτοιες συνομιλίες ως μέρος μιας πιο παραδοσιακής διπλωματικής διαδικασίας, ξεχωριστής από τις τρέχουσες οικονομικές και ενεργειακές επαφές.

Το κατά πόσο αυτές οι διαπραγματεύσεις θα υλοποιηθούν παραμένει αβέβαιο. Προς το παρόν, καμία πλευρά δεν φαίνεται διατεθειμένη να προχωρήσει στις παραχωρήσεις που θα απαιτούσε μια ουσιαστική πρόοδος.

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM