Υπό την πίεση για αλλαγή πορείας η Κομισιόν «ανοίγει» τη συζήτηση για δομικές αλλαγές στην αγορά ηλεκτρισμού - Πρόταση για αναθεώρηση του ETS1 - Στο στόχαστρο και η τιμολόγηση με βάση την οριακή τιμή
Σήματα ότι έχουν ωριμάσει οι συνθήκες ώστε να ξαναμπούν στο τραπέζι βασικοί κανόνες της ενεργειακής αγοράς στέλνει η Κομισιόν, που υπό τη πίεση πλειάδας Ευρωπαίων ηγετών και της βιομηχανίας για «διόρθωση πορείας», ανοίγει τη συζήτηση για δύο από τα "ιερά δισκοπότηρα" της πράσινης μετάβασης.
Το πρώτο είναι η τιμολόγηση του ρεύματος με βάση την Οριακή Τιμή του Συστήματος και το δεύτερο αφορά το ίδιο το σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων CO2, τον ακρογωνιαίο λίθο στον οποίο στηρίχτηκαν τις τελευταίες δεκαετίες όλες οι πολιτικές της ΕΕ για το κλίμα και την ανάπτυξη των ΑΠΕ.
Κάνοντας μια κίνηση με την οποία δείχνει ότι τείνει ευήκοα ώτα στις φωνές των επικεφαλής πολλών χωρών, από τον Τσέχο Αντρέι Μπάμπιτς μέχρι το Καγκελάριο Φρίντριχ Μέρτς που έθεσε ακόμη και θέμα αναστολής εφαρμογής του ETS1, η Πρόεδρος Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, έστειλε χθες το μήνυμα ότι η επικείμενη αναθεώρηση το καλοκαίρι του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών, δεν θα είναι απλώς μια διεκπεραιωτική διαδικασία.
Κατά τη συνέντευξη Τύπου μετά το τέλος της άτυπης Συνόδου Κορυφής, κληθείσα να σχολιάσει τη θέση ηγετών ότι το ETS1 πρέπει να αλλάξει ριζικά και να γίνει πιο φιλικό έναντι των επιχειρήσεων, ναι μεν το υπερασπίστηκε - «από το 2005 που τέθηκε σε εφαρμογή οι εκπομπές στην ΕΕ έχουν μειωθεί κατά 35%», είπε - ωστόσο σημείωσε ότι «η Κομισιόν θα φέρει τον Ιούλιο, ενόψει της αναθεώρησής του, βελτιωτική πρόταση και εκεί θα τεθούν επί τάπητος μια σειρά από αλλαγές».
Αν και δεν έδωσε λεπτομέρειες ποιες θα είναι αυτές, εντούτοις προ ημερών δημοσίευμα του Reuters, έκανε λόγο για τρία σενάρια μεταξύ των οποίων και η παράταση της κατανομής δωρεάν δικαιωμάτων CO2, που κανονικά με βάση τον αρχικό σχεδιασμό καταργούνται σταδιακά με οριστικό τέλος το 2034.
Το δεύτερο σενάριο αφορά τη πλήρη κατάργησή τους και την απαίτηση από τις βιομηχανίες να αγοράζουν δικαιώματα μόνο για ένα περιορισμένο μερίδιο των εκπομπών τους, το οποίο και θα αυξάνεται σταδιακά μέχρι το 2034. Και το τρίτο, τη συνέχιση των δωρεάν δικαιωμάτων υπό την προϋπόθεση ότι οι βιομηχανίες θα πραγματοποιούν επενδύσεις χαμηλών εκπομπών άνθρακα.
Εχει τη σημασία του ότι του χθεσινού άτυπου Συμβουλίου Κορυφής είχε προηγηθεί τη Τετάρτη κατά τη Σύνοδο Κορυφής της Ευρωπαϊκής Βιομηχανίας στην Αμβέρσα, η δημόσια προειδοποίηση από τον καγκελάριο Μερτς και τον πρόεδρο Μακρόν ότι το υψηλό κόστος άνθρακα μπορεί να υπονομεύσει την ευρωπαϊκή βιομηχανία.
Οι δηλώσεις Μερτς από την Αμβέρσα
Ελάχιστες μάλιστα ώρες μετά την υπεράσπιση από τη φον ντερ Λάιεν - από το ίδιο βήμα - των πολιτικών της ΕΕ για τον άνθρακα, ο γερμανός καγκελάριος είχε προτείνει την επανεξέταση ή και αναβολή του ETS εάν αυτό αποδειχθεί μη λειτουργικό, συντασσόμενος πλήρως με την ευρωπαική βιομηχανία και φέρνοντας σε θέση άμυνας τη Πρόεδρο της Κομισιόν.
Στη σκιά των δηλώσεων Μερτς, οι τιμές των παραγώγων για τα δικαιώματα CO2 έπεσαν χθες ενδοσυνεδριακά σε χαμηλό πενταμήνου, λίγο πάνω από τα 70 ευρώ ο τόνος, έχοντας χάσει πάνω από 20 ευρώ το τελευταίο μήνα, (στις 15 Ιανουαρίου βρίσκονταν στα 90 ευρώ) και ενώ τα σημάδια ότι έρχονται αλλαγές στο ευρωπαικό σύστημα εκπομπών πυκνώνουν, όπως προκύπτει και από έτερο δημοσίευμα του Bloomberg.
Στη πραγματικότητα αυτό που δίνει τα τελευταία 24ωρα το τόνο των εξελίξεων δεν είναι τόσο οι δηλώσεις φον ντερ Λάιεν, όσο η τοποθέτηση Μερτς, δηλαδή το σήμα που στέλνει η Γερμανία ότι «πρέπει να ξαναδούμε το μοντέλο του ETS ή αλλιώς να αναβάλλουμε την εφαρμογή του», κάτι που προφανώς καλείται να ζυγίσει η Κομισιόν ενόψει των επόμενων αποφάσεων που θα λάβει.
«Υπάρχει πολύ μεγάλη πίεση στις Βρυξέλλες για διόρθωση πορείας σε ζητήματα όχι όπως το CISAF, αλλά σε δομικά θέματα της αγοράς ενέργειας, όπως οι ρύποι», αναφέρει άνθρωπος που παρακολουθεί από κοντά τις ευρωπαικές εξελίξεις.
Καθίσταται πλέον σαφές ότι μετά και την απόφαση του Δεκεμβρίου για αναβολή του φόρου άνθρακα σε κτίρια και οδικές μεταφορές (ETS 2), οι Βρυξέλλες ετοιμάζονται να επανεκτιμήσουν τις πολιτικές τους για το κλίμα, με τη φιλόδοξη πράσινη μετάβαση να υποχωρεί στην πολιτική ατζέντα εν μέσω των συνεχώς νέων αρνητικών σημάτων για την ευρωπαική ανταγωνιστικότητα, τον εμπορικό προστατευτισμό και το ενεργειακό κόστος.
«Η Ευρωπαϊκή Ένωση πρόκειται να χαλαρώσει τους κανόνες μείωσης των εκπομπών για πολλές χιλιάδες εταιρείες, επαναπροσδιορίζοντας την πιο αυστηρή αγορά άνθρακα στον κόσμο υπό την πίεση της βιομηχανίας και των κυβερνήσεων που ανησυχούν για τη βυθιζόμενη ανταγωνιστικότητα της περιοχής», σημείωνε το δημοσίευμα του Bloomberg.
Το πουλόβερ της πράσινης μετάβασης
Αν και παραμένει ασαφής η έκταση της κοινοτικής αναθεώρησης στο σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών CO2, εντούτοις δύσκολα μπορεί κανείς να φανταστεί ότι θα είναι τόσο ριζική, καθώς κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με το «ξήλωμα» του ίδιου του πουλόβερ της πράσινης μετάβασης.
Κι αυτό, καθώς ο λόγος που έχει αποκτήσει οικονομικό νόημα τα τελευταία χρόνια η επένδυση στις ΑΠΕ οφείλεται ακριβώς στο ETS και στο γεγονός ότι είναι φθηνότερες από το φυσικό αέριο το οποίο επιβαρύνεται με δικαιώματα αγοράς ρύπων.
Μια μεγαβατώρα (MWh) ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από φυσικό αέριο εκπέμπει μέχρι και 600 κιλά CO2, ανάλογα με την τεχνολογία και την απόδοση της μονάδας παραγωγής.
Αν τα πολλαπλασιάσει κανείς με τη τρέχουσα τιμή των δικαιωμάτων CO2 (72,82 €/ τόνος), προκύπτει μια επιβάρυνση 42 ευρώ ανά Μεγαβατώρα. Αν δεν υπήρχε το επιπλέον αυτό κόστος, είναι προφανές ότι το κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από το φυσικό αέριο θα ήταν πολύ χαμηλότερο, με ό,τι αυτό θα σήμαινε και για την ανταγωνιστικότητα των ΑΠΕ.
Στο ραντάρ και η οριακή τιμολόγηση του ρεύματος
Το γεγονός ότι η Κομισιόν προβληματίζεται για την επιτυχία των πολιτικών της, τόσο για το κλίμα, όσο και για την ενέργεια, αναδεικνύεται και από κάτι ακόμη. Στο ραντάρ της φαίνεται ότι μπαίνει άλλο ένα αμφιλεγόμενο μέτρο που αφορά την ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρισμού (Target Model). Ο λόγος για τη λεγόμενη Οριακή Τιμή Συστήματος.
«Το 2025, η μέση τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας από τις ΑΠΕ ήταν 34 €/ MWh, από τις πυρηνικές μονάδες 55-60 €/ MWh και από το φυσικό αέριο 100 €/ MWh, και το ερώτημα αφορά την οριακή τιμολόγηση που υπολογίζεται με βάση την πιο ακριβή μονάδα», είπε χθες κατά τη διάρκεια της συνέντευξης Τύπου η Πρόεδρος της Κομισιόν, εκφράζοντας εμμέσως πλην σαφώς προβληματισμό για το παρόν μοντέλο.
«Δεν φτάσαμε σε κάποιο συμπέρασμα, αλλά στόχος της μελέτης που θα παρουσιάσουμε στην επόμενη Συνοδο Κορυφής το Μάρτιο είναι να δούμε κατά πόσο το υπάρχον Electricity Market Design είναι αποτελεσματικό ή χρειάζεται αλλαγές και επανασχεδιασμό της αρχιτεκτονικής του», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Το γεγονός ότι η Κομισιόν προβληματίζεται για το θέμα φαίνεται και από τη δήλωση ότι «το θέμα των υψηλών τιμών ηλεκτρικής ενέργειας είναι δομικό», προσθέτοντας ότι υπάρχουν δύο βασικοί λόγοι. Πρώτον, η εξάρτηση της ΕΕ από τις εισαγωγές ορυκτών καυσίμων και δεύτερον η τιμολόγηση του ρεύματος με βάση την Οριακή Τιμή Συστήματος, που καθορίζεται από την ακριβότερη μονάδα, δηλαδή αυτές που καίνε φυσικό αέριο.
