IEEFA: Ορατός ο κίνδυνος ενεργειακής εξάρτησης της ΕΕ από τις ΗΠΑ – Μπορούν να καλύψουν έως το 80% των εισαγωγών της σε LNG μέχρι το 2030
Η ΕΕ ενίσχυσε την ενεργειακή της ασφάλεια μειώνοντας τη ζήτηση φυσικού αερίου κατά περισσότερο από 20 % μεταξύ 2021 και 2024 και περιορίζοντας τις εισαγωγές από τη Ρωσία.
Ωστόσο, αυτή η πρόοδος κρύβει μια νέα αδυναμία για την ΕΕ: η ενθάρρυνση των εισαγωγών LNG από τις ΗΠΑ έχει δημιουργήσει μια νέα γεωπολιτική εξάρτηση, που ενέχει δυνητικά υψηλό κίνδυνο.
Όπως σημειώνει σε ανάλυσή του το IEEFA, η απεξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο έχει αυξήσει τη στρατηγική εξάρτηση της ΕΕ από το αμερικανικό LNG, το οποίο είναι ακριβότερο. Οι εισαγωγές αυτές αυξήθηκαν από 21 bcm το 2021, σε περίπου 81 bcm το 2025, δηλαδή σχεδόν τετραπλασιάστηκαν. Αυτό σημαίνει ότι το 2025 οι χώρες της ΕΕ εισήγαγαν το 57 % του LNG τους από τις ΗΠΑ.
Δεκατρία κράτη μέλη εισήγαγαν αμερικανικό LNG το 2025, ενώ η Ολλανδία, η Γαλλία, η Ισπανία, η Ιταλία και η Γερμανία αντιπροσώπευαν το 75 % των εισαγωγών ολόκληρης της ΕΕ από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Σημειώνεται ότι, το αντίστοιχο ποσοστό για την Ελλάδα ανήλθε στο 3%.
Στο πλαίσιο της εμπορικής συμφωνίας που ανακοινώθηκε μεταξύ της ΕΕ και των ΗΠΑ τον Ιούλιο του 2025, η ΕΕ προτίθεται να αγοράσει ενέργεια από τις ΗΠΑ αξίας 750 δισ. δολαρίων έως το 2028. Όπως τονίζει η σχετική έκθεση, η συμφωνία συνδέει ουσιαστικά τον ενεργειακό εφοδιασμό της ΕΕ με έναν μόνο πωλητή, θέτοντας σε κίνδυνο την ενεργειακή ασφάλεια και υπονομεύοντας τα σχέδια μείωσης της κατανάλωσης φυσικού αερίου.
Σύμφωνα με το IEEFA, αν οι χώρες της ΕΕ δαπανούσαν τα 750 δισ. δολάρια σε ΑΠΕ, η ΕΕ θα ήταν δυνατό να εγκατασταθούν περίπου 546 GW συνδυασμένης ηλιακής και αιολικής ισχύος. Αυτό θα ενίσχυε την ενεργειακή ασφάλεια και θα μπορούσε να μειώσει τις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας.
Επιπλέον, στο σενάριο όπου η παραπάνω συμφωνία θα υλοποιηθεί χωρίς ταυτόχρονα να επιτευχθεί μείωση της ζήτησης φυσικού αερίου, οι εισαγωγές αμερικανικού LNG θα μπορούσαν να φτάσουν περίπου τα 115 bcm ετησίως έως το 2030, κάτι που σημαίνει ότι το 75-80% των συνολικών εισαγωγών της ΕΕ θα προέρχεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες.


