Σημειωτόν τα βήματα για τη διαμόρφωση ρυθμιστικού πλαισίου σε υδρογόνο και «πράσινα» αέρια – Τα deadlines του Ταμείου Ανάκαμψης και το momentum των ευρωπαϊκών επιδοτήσεων
Την ανάγκη να «τρέξει» πολύ περισσότερο η διαδικασία διαμόρφωσης του ρυθμιστικού πλαισίου σε υδρογόνο, βιομεθάνιο και CCS επισημαίνουν πηγές της αγοράς, υπογραμμίζοντας πως σε διαφορετική περίπτωση, ο κίνδυνος να «χάσουμε το τραίνο» είναι κάτι περισσότερο από υπαρκτός.
Ως γνωστόν, το Ταμείο Ανάκαμψης προβλέπει την οριστικοποίηση του σχετικού ρυθμιστικού πλαισίου μέχρι τις 30 Ιουνίου 2024 προκειμένου να αξιοποιηθούν κεφάλαια για την προώθηση των παραπάνω τεχνολογιών. Σε αυτή την κατεύθυνση, όπως αναφέρουν πληροφορίες του energypress, εξελίσσονται συζητήσεις μεταξύ των αρμόδιων θεσμικών φορέων (βλ ΡΑΑΕΥ), του Υπουργείου και «παικτών» της αγοράς που έχουν εκφράσει ενδιαφέρον να προχωρήσουν σε έργα υδρογόνου, προκειμένου να προκύψουν οι απαραίτητες «απαντήσεις».
Αναλυτικότερα, με δεδομένο ότι πρόκειται για μια παντελώς καινούργια αγορά, ανακύπτουν ερωτήματα που αφορούν στο ποιος φορέας θα έχει ρόλο ρυθμιστή της αγοράς αυτής, ποιος θα επιτελέσει τον ρόλο του Διαχειριστή και υπό ποιο καθεστώς θα λειτουργήσουν τα δίκτυα διανομής που θα αναπτυχθούν.
Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες του energypress, το Υπουργείο προσανατολίζεται, χωρίς να έχουν ληφθεί ακόμη οριστικές αποφάσεις, να οριστεί η ΡΑΑΕΥ ως Ρυθμιστική Αρχή και ο ΔΕΣΦΑ ως Διαχειριστής – δεδομένου ότι θα αξιοποιηθούν δίκτυα που ήδη διαχειρίζεται. Στο κομμάτι της διανομής, το «σκεπτικό» του Υπουργείου τείνει προς την αντίστοιχη ευρωπαϊκή εμπειρία, όπου τον ρόλο του Διαχειριστή των δικτύων διανομής τον επιτελούν οι εταιρείες που κάνουν τις επενδύσεις, καταλήγοντας σε ένα περιβάλλον «πολλών μικρών συστημάτων διανομής» με τους επενδυτές και διαχειριστές.
Σε κάθε περίπτωση, όπως αναφέρουν οι ίδιες πληροφορίες, το «αγκάθι» στην όλη υπόθεση είναι τα σχήματα στήριξης, που βέβαια, όπως έχει καταδειχθεί πολλάκις στο δημόσιο λόγο (δείτε εδώ, εδώ, εδώ και εδώ), συνιστούν απαραίτητη προϋπόθεση για να προχωρήσουν οι επενδύσεις τόσο στο βιομεθάνιο όσο και στο υδρογόνο.
Ειδικότερα, το υδρογόνο, ως λιγότερο ώριμη τεχνολογία, απαιτεί αρκετά πιο «γενναιόδωρο» σχήμα στήριξης σε σχέση με το βιομεθάνιο, όπου μιλάμε για μικρότερης κλίμακας έργα και αρκετά πιο προωθημένο βαθμό ωρίμανσης της οικείας αγοράς. Αυτό πρακτικά σημαίνει, όπως υπογραμμίζουν παράγοντες της αγοράς, σχήμα ενίσχυσης τόσο για το CAPEX όσο και για το OPEX στη περίπτωση του υδρογόνου, τουλάχιστον για τα πρώτα έργα, μέχρι τα «νούμερα» του κλάδου να «προσγειωθούν» σε περισσότερο ανταγωνιστικά επίπεδα, όπως συνέβει για παράδειγμα με τις μπαταρίες αποθήκευσης ενέργειας.
Ενδεικτικά να αναφέρουμε ότι η βιομηχανία υδρογόνου, σε διεθνές επίπεδο, θέτει στόχο μέσα στα επόμενα δύο χρόνια να πετύχει μείωση του κόστους από τα επίπεδα των 5 ευρώ ανά κιλό υδρογόνου στα 2 ευρώ ανά κιλό. Σε αυτό το πλαίσιο, το Υπουργείο όπως μεταφέρουν αρμόδιες πηγές, επεξεργάζεται το κατάλληλο μοντέλο, λαμβάνοντας υπόψη αφενός την ανάγκη στήριξης της οικείας βιομηχανίας υδρογόνου ως βασική προϋπόθεση για την ανάπτυξη έργων και αφετέρου τα περιορισμένα διαθέσιμα κεφάλαια.
Εκατέρωθεν οι ενδιαφερόμενοι (θεσμικό επίπεδο και επίπεδο αγοράς) υπογραμμίζουν την ανάγκη να «τρέξουν» οι διαδικασίες με το ρυθμιστικό πλαίσιο και την εθνική στρατηγική για το υδρογόνο προκειμένου η Ελλάδα έγκαιρα να βρεθεί προετοιμασμένη να αξιοποιήσει τα χρηματοδοτικά εργαλεία που αναπτύσσονται σε επίπεδο ΕΕ. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά στέλεχος της αγοράς «χωρίς το ρυθμιστικό κανονιστικό πλαίσιο και χωρίς εθνική στρατηγική θα φύγει η περίοδος των υψηλών επιδοτήσεων της ΕΕ».
Ενδεικτικό είναι, όπως έχει γράψει το energypress, ότι ο ΔΕΣΦΑ επιδιώκει σε στρατηγικό επίπεδο την ενεργή εμπλοκή του στις σχετικές συζητήσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ακριβώς για να είναι σε θέση να «αδράξει» τις ευκαιρίες που θα προκύψουν και αντικειμενικά θα προκύψουν, σε συνέχεια της συνολικότερης στοχοθεσίας της ΕΕ για την «πράσινη μετάβαση» και κατά συνέπεια και για το υδρογόνο.