Alpha Bank: Ποσοστά ρεκόρ επί του ΑΕΠ δαπάνησαν οι ευρωπαϊκές χώρες για την ενεργειακή κρίση το 2022 - Στην 4η θέση η Ελλάδα
Η ενεργειακή διαταραχή που έπληξε την ευρωπαϊκή οικονομία περιγράφεται στο μηνιαίο δελτίο της Alpha Bank για την παγκόσμια οικονομία, όπου ξεχωρίζει η μεγάλη αύξηση του τμήματος του ΑΕΠ των χωρών του ΟΟΣΑ που δαπανάται διαχρονικά για την ενέργεια.
Επιπλέον, η εικόνα της άνισης κατανομής των δευτερογενών επιπτώσεων από τον πόλεμο ενισχύεται από τα στοιχεία που δείχνουν ότι οι εξαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) των ΗΠΑ έφθασαν το 2022 τις αντίστοιχες του Κατάρ, του μεγαλύτερου έως τώρα παραγωγού LNG στον κόσμο. Καθώς προσπαθούν να μειώσουν την εξάρτησή τους από τα ρωσικά ενεργειακά προϊόντα, οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης στρέφονται στο φυσικό αέριο από τις ΗΠΑ, αλλά η τιμή που πληρώνουν οι Ευρωπαίοι είναι σχεδόν τέσσερις φορές υψηλότερη απ’ ό,τι στην Αμερική. Ωστόσο, παραμένει σημαντικό το γεγονός ότι η αύξηση των αμερικανικών εξαγωγών LNG επέτρεψε στην Ευρώπη να απεξαρτηθεί από την Ρωσία.
Από την άλλη η ταχεία ανάκαμψη στην Κίνα θα μπορούσε να ωθήσει την τιμή του αργού πετρελαίου Brent στα 100 δολάρια το βαρέλι, μια αύξηση κατά 25%, περίπου, σε σύγκριση με τα τρέχοντα επίπεδα (ωστόσο, κάτω από τα επίπεδα που έφθασε μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία).
Συνεπώς, για την Ευρώπη, το άνοιγμα της Κίνας είναι σημαντικός λόγος για να μην επικρατήσει εφησυχασμός σχετικά με τις προμήθειες φυσικού αερίου εντός του έτους. Κατά τη διάρκεια της πολιτικής μηδενικής ανοχής στον COVID-19, η αναιμική ζήτηση της Κίνας καθιστούσε το φυσικό αέριο φθηνότερο για την Ευρώπη που κατόρθωσε να γεμίσει τις δεξαμενές αποθήκευσής της το 2022.
Οι εισαγωγές LNG άγγιξαν επίπεδα ρεκόρ, τον Δεκέμβριο, επιτρέποντας στα αποθέματα να διατηρηθούν σε εποχιακά υψηλά επίπεδα 5 ετών, ενώ και το 2023 ξεκινάει με καλούς οιωνούς (Γράφημα 4β). Παράλληλα, ο ήπιος χειμώνας ήταν σύμμαχος σε αυτές τις προσπάθειες. Ωστόσο, με την ισχυρή ανάκαμψη της Κίνας, θα υπάρξει μεγαλύτερος ανταγωνισμός μεταξύ των χωρών για εισαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου.
Εξαιτίας του πολέμου, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δαπάνησαν δισεκατομμύρια για την προστασία των καταναλωτών, ενώ προκλήθηκε οξύς ανταγωνισμός μεταξύ τους για νέες πηγές προμήθειας φυσικού αερίου.
Ακόμη και οι υπέρμαχοι της «πράσινης ανάπτυξης» ευρωπαίοι πολιτικοί ενεργοποιούν εκ νέου τα λιγνιτωρυχεία και τα ανθρακωρυχεία, σε προσωρινή βάση. Στο Γράφημα 4α, απεικονίζονται τα κεφάλαια που ξοδεύτηκαν από τα δημόσια ταμεία για τη στήριξη των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων σε δισ. Ευρώ και ως % του ΑΕΠ (Σεπτέμβριος 2021-Ιανουάριος 2023).
Αξιοσημείωτο είναι ότι η Γερμανία δαπάνησε τα μεγαλύτερα ποσά. Η μεγάλη δημοσιονομική επέκταση ξεκίνησε κατά την περίοδο της πανδημίας και στις δύο όχθες του Ατλαντικού. Σε συνδυασμό με το έκτακτο πρόγραμμα αγοράς στοιχείων ενεργητικού λόγω πανδημίας, δημιούργησε υπερβάλλουσα ζήτηση. Όμως, η πανδημία και μετά ο πόλεμος στην Ουκρανία προκάλεσαν διαταραχές των παγκόσμιων εφοδιαστικών αλυσίδων, με αποτέλεσμα τον περιορισμό της συνολικής προσφοράς. Με τη συνολική προσφορά να αδυνατεί να καλύψει την ενεργό ζήτηση, η υφήλιος οδηγήθηκε σε επίμονο και σε πολλές χώρες διψήφιο πληθωρισμό.


