Σχόλιο από τον Παντελή Κάπρο: Η ηλεκτρική αγορά ξανά σε περιδίνηση – Λύση η ανάπτυξη μιας μεγάλης, οργανωμένης αγοράς διμερών συμβολαίων
Με σχόλιό του για τις εξελίξεις στις ενεργειακές αγορές, υπό τη σκιά του πολέμου στη Μέση Ανατολή και των αναταράξεων στις τιμές ενέργειας, ο καθηγητής του ΕΜΠ σε σχόλιό του στο energypress αναφέρει τα εξής:
«Το βασικό πρόβλημα δεν είναι τόσο η ίδια η τιμή του φυσικού αερίου, όσο η τεράστια επίδραση που έχει η άνοδός της στην τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος στη χονδρεμπορική αγορά, στην Ελλάδα και σε ολόκληρη την Ευρώπη, με αποτέλεσμα οι αυξήσεις να περνούν σχεδόν αυτόματα στους λογαριασμούς των καταναλωτών.
Οι διαγωνισμοί για νέες μονάδες Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) σε όλη την Ευρώπη αποδεικνύουν ότι το κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ, ανά MWh (μεγαβατώρα), είναι πλέον αισθητά χαμηλότερο από το αντίστοιχο κόστος με καύσιμο το φυσικό αέριο. Ακόμη και όταν η ενέργεια από ΑΠΕ «συνοδεύεται» από αποθήκευση σε μπαταρίες, το συνολικό κόστος παραμένει σαφώς φθηνότερο. Για να γίνει κατανοητό το μέγεθος της στρέβλωσης, αρκεί ένα παράδειγμα: τιμή φυσικού αερίου 60 ευρώ/MWh αερίου (ενδεικτικά κοντά στο επίπεδο του δείκτη Dutch TTF) μεταφράζεται σε οριακό κόστος πάνω από 140 ευρώ/MWh ηλεκτρισμού για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από μονάδες φυσικού αερίου. Αντίθετα, οι ΑΠΕ αρκούνται συνήθως σε 50–60 ευρώ/MWh για να είναι κερδοφόρες, ενώ σε σχήματα που συνδυάζουν ΑΠΕ με αποθήκευση, μια τιμή της τάξης των 80–90 ευρώ/MWh επαρκεί για να καταστήσει το επενδυτικό σχέδιο χρηματοδοτήσιμο. Με άλλα λόγια, η «φθηνή» ενέργεια υπάρχει, αλλά δεν φτάνει ως τέτοια στον τελικό καταναλωτή.
Στις αγορές επόμενης ημέρας (Day-Ahead Markets), στην Ελλάδα και αλλού, οι μονάδες φυσικού αερίου καθορίζουν την τιμή ισορροπίας της αγοράς για πάνω από το 70% των ωρών, παρότι στο ενεργειακό μίγμα το φυσικό αέριο δεν ξεπερνά το 50%. Αυτό σημαίνει ότι οι ΑΠΕ και τα υδροηλεκτρικά, με πολύ χαμηλότερο πραγματικό κόστος, πληρώνονται στην υψηλή τιμή που «γράφει» το φυσικό αέριο. Έτσι, ο καταναλωτής επιβαρύνεται με υπερ-έσοδα (inframarginal profits) για τις τεχνολογίες χαμηλού κόστους, χωρίς αυτό να οδηγεί σε περισσότερες επενδύσεις σε ΑΠΕ ή αποθήκευση, αφού ακόμη και μια δίκαιη αμοιβή στο πραγματικό τους κόστος θα αρκούσε για να διασφαλίσει την κερδοφορία τους.
Αυτή η κατάσταση συνιστά σαφή αναποτελεσματικότητα του τρόπου λειτουργίας της χονδρεμπορικής αγοράς, πάνω στην οποία χτίστηκε όλη η εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας της ΕΕ. Η στρέβλωση αναδείχθηκε με δραματικό τρόπο το 2022, όταν μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και τη διακοπή μεγάλου μέρους της τροφοδοσίας με ρωσικό αέριο, η τιμή του φυσικού αερίου εκτοξεύθηκε και παρέσυρε τις τιμές ρεύματος σε πρωτοφανή επίπεδα. Σήμερα, βλέπουμε ξανά τις ίδιες πιέσεις να συσσωρεύονται, με τον κίνδυνο επανάληψης μιας παρόμοιας κρίσης.
Το μέτρο της διοικητικής συλλογής των υπερ-εσόδων από το Κράτος και της ισόποσης επιδότησης των λογαριασμών ρεύματος, που επινόησε και εφάρμοσε η Ελλάδα το 2022 και υιοθετήθηκε και από την Ευρωπαϊκή Οδηγία, δεν μπορεί να είναι μία μόνιμη λύση. Μόνο «πυροσβεστικά» μπορεί να εφαρμοστεί.
Δεν υπάρχει κάποια «τεχνική» διόρθωση στον ίδιο τον μηχανισμό οριακής τιμολόγησης της χονδρικής αγοράς που να λύνει το πρόβλημα, χωρίς να καταστρέψει την αγορά. Η λύση, όπως έχει ήδη προταθεί τόσο από ειδικούς όσο και στο ίδιο το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο, είναι διαφορετική: η ανάπτυξη μιας μεγάλης, οργανωμένης αγοράς διμερών συμβολαίων, κυρίως με τη μορφή συμβολαίων διαφοράς (Contracts for Difference, CfDs), που θα «παρακάμπτει» σε μεγάλο βαθμό τη χονδρεμπορική αγορά και θα επιτρέπει στους καταναλωτές να έχουν άμεση πρόσβαση στο χαμηλό και σταθερό κόστος των ΑΠΕ. Σ’ αυτό το μοντέλο, η χονδρική αγορά θα περιοριστεί στον ρόλο του εργαλείου εξισορρόπησης, για κάλυψη αποκλίσεων και οριακών μεταβολών ζήτησης και προσφοράς σε πολύ βραχυχρόνιο ορίζοντα, ενώ η οργανωμένη αγορά συμβολαίων θα είναι εκείνη που θα καθορίζει μακροπρόθεσμα το κόστος ενέργειας για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις».