Πώς η κρίση στα ομόλογα απειλεί τη ρήτρα διαφυγής για την ενέργεια- Η ευνοϊκή θέση για Ιταλία και Ελλάδα

Πώς η κρίση στα ομόλογα απειλεί τη ρήτρα διαφυγής για την ενέργεια- Η ευνοϊκή θέση για Ιταλία και Ελλάδα

Πώς η κρίση στα ομόλογα απειλεί τη ρήτρα διαφυγής για την ενέργεια- Η ευνοϊκή θέση για Ιταλία και Ελλάδα

Η πρόσφατη αναταραχή στην αγορά κρατικών ομολόγων απειλεί να υπονομεύσει το σχέδιο έκτακτης ανάγκης της ΕΕ, που έχει στόχο να δώσει στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις μεγαλύτερο δημοσιονομικό περιθώριο για να προστατεύσουν τις οικονομίες τους από τις επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράν. Με το κόστος δανεισμού να αυξάνεται και τις αγορές να εξετάζουν με μεγαλύτερη αυστηρότητα τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών, οι κυβερνήσεις εμφανίζονται απρόθυμες να αξιοποιήσουν τη δημοσιονομική ευελιξία που προσφέρει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, φοβούμενες ότι η πρόσθετη αύξηση των δαπανών θα προκαλέσει νέα πίεση στις αποδόσεις των ομολόγων. 

Περισσότερο από τρεισήμισι μήνες αφότου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε να επιτραπεί στις κυβερνήσεις να χαλαρώσουν προσωρινά τους δημοσιονομικούς περιορισμούς της ΕΕ, προκειμένου να ενισχύσουν την ανθεκτικότητά τους απέναντι σε ενεργειακές αναταράξεις, μόνο η Ιταλία και η Ελλάδα έχουν υποβάλει επισήμως αίτημα για την αξιοποίηση του μέτρου.

Αξιωματούχοι της ΕΕ αναμένουν ότι το πολύ λίγες ακόμη χώρες, κυρίως από τη νότια Ευρώπη, θα ακολουθήσουν τις επόμενες εβδομάδες. Η περιορισμένη ανταπόκριση αναδεικνύει τη δύσκολη ισορροπία που καλούνται να διαχειριστούν οι κυβερνήσεις, οι οποίες ήδη βρίσκονται αντιμέτωπες με αυξημένο ενεργειακό κόστος, ασθενή ανάπτυξη και ολοένα ακριβότερο δανεισμό.

Η ρήτρα διαφυγής

Το μέτρο, γνωστό ως εθνική ρήτρα διαφυγής, επιτρέπει επί της ουσίας στα κράτη-μέλη να δαπανούν έως και 0,3% του ετήσιου Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος τους κάθε χρόνο έως το 2028, για μέτρα που αποσκοπούν στη μείωση της εξάρτησής τους από τα ορυκτά καύσιμα και στην ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας, χωρίς οι συγκεκριμένες δαπάνες να υπολογίζονται στους συνήθεις δημοσιονομικούς περιορισμούς της ΕΕ.

Θεωρητικά, η πρόβλεψη προσφέρει στις κυβερνήσεις έναν τρόπο να προστατεύσουν τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις από ένα ενεργειακό σοκ χωρίς να παραβιάσουν άμεσα τους δημοσιονομικούς κανόνες της ΕΕ. Στην πράξη, ωστόσο, οι εθνικές κυβερνήσεις εμφανίζονται απρόθυμες να κάνουν χρήση της, σε μια περίοδο κατά την οποία οι επενδυτές εξετάζουν ήδη με ιδιαίτερη προσοχή τα δημόσια οικονομικά.

Ανεβαίνει το κόστος δανεισμού

Η διστακτικότητα αυτή εκδηλώνεται καθώς ο πόλεμος στο Ιράν εντείνει τις ανησυχίες για την ενεργειακή ασφάλεια και ωθεί το κόστος δανεισμού σε ολόκληρη την Ευρώπη σημαντικά υψηλότερα. Οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων έχουν αυξηθεί σε επίπεδα που δεν είχαν καταγραφεί από την περίοδο μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, αυξάνοντας το κόστος χρηματοδότησης των ελλειμμάτων και προσθέτοντας έναν ακόμη περιορισμό στα ήδη πιεσμένα δημόσια οικονομικά.

«Οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ανησυχούν πολύ μήπως τιμωρηθούν από την αγορά, ειδικά εάν δεν επιλέξουν όλες οι χώρες να ενεργοποιήσουν τη ρήτρα ταυτόχρονα», δήλωσε ο Mujtaba Rahman, διευθύνων σύμβουλος για την Ευρώπη στην Eurasia Group.

Η ανησυχία είναι ιδιαίτερα έντονη στις χώρες με υψηλό χρέος, όπου ακόμη και μια σχετικά μέτρια αύξηση του κόστους δανεισμού μπορεί να έχει σημαντικές επιπτώσεις στα δημόσια οικονομικά.

Η σύγκριση με πέρυσι

Η απροθυμία αυτή αναδεικνύει επίσης μια έντονη αντίθεση με πέρυσι, όταν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ήταν πολύ πιο πρόθυμες να αξιοποιήσουν την ευελιξία που προσφέρουν οι δημοσιονομικοί κανόνες της ΕΕ.

Το 2025, 18 από τα 27 κράτη-μέλη της ΕΕ ανταποκρίθηκαν στην έκκληση των Βρυξελλών να ενεργοποιήσουν μια ρήτρα διαφυγής που είχε σχεδιαστεί για να διευκολύνει την ταχεία αύξηση των αμυντικών δαπανών. Η πρόβλεψη αυτή επιτρέπει στις κυβερνήσεις να αυξήσουν τις στρατιωτικές δαπάνες έως και κατά 1,5% της ετήσιας οικονομικής παραγωγής.

Η ανταπόκριση στη ρήτρα για την ενεργειακή ασφάλεια είναι πολύ πιο περιορισμένη.

Η διαφορά αυτή αντανακλά τις μεταβαλλόμενες προτεραιότητες των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων — αλλά και την αλλαγή του κλίματος στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Η περυσινή προσπάθεια αύξησης των αμυντικών δαπανών πραγματοποιήθηκε εν μέσω μιας ευρείας πολιτικής συναίνεσης στην Ευρώπη ότι οι κυβερνήσεις έπρεπε να ενισχύσουν την αμυντική τους ετοιμότητα. Η σημερινή ενεργειακή κρίση, αντίθετα, εκδηλώνεται σε ένα περιβάλλον αυξημένου ελέγχου του δημόσιου χρέους και της δημοσιονομικής βιωσιμότητας.

Το όριο του 3%

Οι κανόνες της ΕΕ απαιτούν επισήμως από τα κράτη-μέλη να διατηρούν τα δημοσιονομικά ελλείμματα κάτω από το 3% του ΑΕΠ. Ωστόσο, αρκετές μεγάλες οικονομίες, μεταξύ των οποίων η Γαλλία και η Ιταλία, υπερβαίνουν τακτικά το όριο αυτό, καθιστώντας οποιαδήποτε περαιτέρω αύξηση του δανεισμού δυνητικά πιο ευαίσθητη στις πιέσεις των αγορών.

Ο Sander Tordoir, επικεφαλής οικονομολόγος του Centre for European Reform, υπογράμμισε στο Euractiv, ότι οι κυβερνήσεις θα μπορούσαν να αναγκαστούν να δράσουν εάν οι τιμές της ενέργειας παραμείνουν αυξημένες μέχρι τον χειμώνα.

Πολλές χώρες, είπε, ενδέχεται τελικά να χρειαστεί να εισάγουν «κάποια δημοσιονομικά μαξιλάρια» για να προστατεύσουν τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις από το υψηλότερο κόστος.

Προς το παρόν, όμως, οι χρηματοπιστωτικές αγορές φαίνεται να αποτελούν μεγαλύτερο άμεσο περιορισμό από ό,τι οι δημοσιονομικοί κανόνες των Βρυξελλών.

«Η γενική μου αίσθηση είναι ότι, πέρα από την Ελλάδα και την Ιταλία, η αγορά ομολόγων και όχι οι δημοσιονομικοί κανόνες της ΕΕ αποτελεί την πρώτη ανησυχία», εξήγησε ο Tordoir. 

Επιφυλάξεις και ανησυχίες

Η επιφυλακτικότητα αυτή γίνεται ευνοϊκά δεκτή σε ορισμένες βόρειες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, όπου οι κυβερνήσεις ακολουθούν παραδοσιακά πιο συντηρητική προσέγγιση στα δημόσια οικονομικά.

Ενδεικτική είναι η επισήμανση Ευρωπαίου διπλωμάτη στο Euractiv ότι υπάρχει ανησυχία πως η υπερβολική χρήση της ρήτρας διαφυγής θα μπορούσε να υπονομεύσει τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους σε άλλες χώρες της ΕΕ.

«Φοβόμαστε ότι η υπερβολική ευελιξία θα επηρεάσει αρνητικά τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους σε άλλες χώρες της ΕΕ», δήλωσε ο διπλωμάτης. «Θα πρέπει να χαιρόμαστε που δεν πήδηξαν πάρα πολλές χώρες σε αυτό το τρένο».

Η συζήτηση αναδεικνύει μια γνώριμη διαχωριστική γραμμή στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης: οι κυβερνήσεις του Νότου τείνουν να δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στην ανάγκη για δημοσιονομική ευελιξία ώστε να αντιμετωπίζονται οικονομικές αναταράξεις, ενώ τα βόρεια κράτη-μέλη ανησυχούν περισσότερο για τη βιωσιμότητα του χρέους και την αξιοπιστία του δημοσιονομικού πλαισίου της Ένωσης.

Ο ρόλος της Ιταλίας

Ορισμένοι αξιωματούχοι της ΕΕ υποστηρίζουν ότι η προσφορά πρόσθετης δημοσιονομικής ευελιξίας συνέβαλε στην εκτόνωση της έντασης με την Ιταλίδα πρωθυπουργό Τζόρτζια Μελόνι, μετά την ασυνήθιστα έντονη κριτική που άσκησε στην πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν για την αντίδρασή της στον πόλεμο στο Ιράν τον Απρίλιο.

Για τις Βρυξέλλες, η παροχή στις κυβερνήσεις μεγαλύτερου περιθωρίου για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης αποτέλεσε, επομένως, και έναν τρόπο διατήρησης της πολιτικής συνοχής σε μια ευαίσθητη συγκυρία.

Η Ιταλία έγινε στη συνέχεια μία από τις δύο χώρες που ζήτησαν να χρησιμοποιήσουν τον μηχανισμό, μαζί με την Ελλάδα.

Η περιορισμένη αξιοποίηση του μέτρου σημαίνει ότι η πρόταση της Επιτροπής είναι απίθανο, τουλάχιστον αρχικά, να προκαλέσει ένα μεγάλο κύμα πρόσθετων δημόσιων δαπανών σε ολόκληρη την ΕΕ. Αντίθετα, οι κυβερνήσεις φαίνεται να σταθμίζουν τα οφέλη της δημοσιονομικής στήριξης έναντι του κινδύνου ο πρόσθετος δανεισμός να οδηγήσει τους επενδυτές να απαιτήσουν ακόμη υψηλότερες αποδόσεις από τα κρατικά ομόλογα.

Η Επιτροπή έχει υπογραμμίσει ότι δεν υπάρχει υποχρέωση των κυβερνήσεων να ενεργοποιήσουν τον μηχανισμό. Εκπρόσωπός της δήλωσε μάλιστα ότι η απόφαση εναπόκειται «εξ ολοκλήρου στη διακριτική ευχέρεια κάθε κράτους-μέλους».

Ορισμένες κυβερνήσεις, πρόσθεσε ο εκπρόσωπος, ενδέχεται να είναι σε θέση να εφαρμόσουν μέτρα για τη μείωση της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα και την ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας «εντός των υφιστάμενων δημοσιονομικών τους περιθωρίων» και, ως εκ τούτου, να μην έχουν ανάγκη να ζητήσουν πρόσθετη δημοσιονομική ευελιξία.

Η διάκριση αυτή θα μπορούσε να αποδειχθεί σημαντική τους επόμενους μήνες. Οι κυβερνήσεις δεν είναι υποχρεωμένες να επιλέξουν μεταξύ της αυστηρής τήρησης των δημοσιονομικών κανόνων της ΕΕ και της ενεργειακής στήριξης. Ορισμένες μπορεί, αντίθετα, να ανακατανείμουν υφιστάμενες δαπάνες, να αξιοποιήσουν εθνικά αποθέματα ή να χρησιμοποιήσουν άλλα εργαλεία πολιτικής για να μετριάσουν το πλήγμα.

Εάν, όμως, οι τιμές της ενέργειας παραμείνουν υψηλές καθ’ όλη τη διάρκεια του χειμώνα, η πίεση για ευρύτερη δημοσιονομική παρέμβαση θα μπορούσε να αυξηθεί.

ΑΦΗΣΤΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΑΣ

NEWSROOM