Οι βασικές προϋποθέσεις για να μπούν σε τροχιά οι επενδύσεις βιομάζας και να ενισχυθούν οι ΑΠΕ
Σε μια εποχή όπου οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής δε μπορούν πλέον να αμφισβητηθούν από κανέναν, η μαζική στροφή προς την απανθρακοποίηση ηλεκτροπαραγωγής, θερμότητας και μεταφορών είναι γεγονός. Mέσα από τη συστηματική ενασχόληση για πάνω από 30 χρόνια με τον κλάδο των ΑΠΕ και των τεχνολογιών περιβάλλοντος και διαχείρισης υδάτινων πόρων μπορούμε να καταθέσουμε τις απόψεις και εκτιμήσεις μας σχετικά με τις προοπτικές που ανοίγονται για το 2020 και τα επόμενα έτη.
Καταρχάς, συμφωνώντας με την άποψη που πολύ ορθά υποστηρίζει ότι «η καλύτερη ΑΠΕ είναι η ενεργειακή εξοικονόμηση», εκτιμούμε ότι θα πρέπει να ενισχυθεί η ενεργειακή αναβάθμιση του γηρασμένου κτηριακού αποθέματος της χώρας, είτε πρόκειται για κατοικίες είτε για κτήρια τριτογενούς τομέα, με τη χορήγηση των αναγκαίων φορολογικών και χρηματοδοτικών κινήτρων.
Παράλληλα, η σταδιακή ανάπτυξη των υποδομών θα εξασφαλίσουν ευνοϊκές συνθήκες για την ηλεκτροκίνηση στην ξηρά και στη θάλασσα δηλαδή στα μέσα μαζικής μεταφοράς, στόλους λεωφορείων, φορτηγών και απορριμματοφόρων, επιβατικά αυτοκίνητα, σιδηροδρομικές συγκοινωνίες και θαλάσσιες συγκοινωνίες. Η μετάβαση σε περιβαλλοντικά φιλικά μέσα μεταφοράς αλλά και η αύξηση ζήτησης ηλεκτρικού φορτίου θα πρέπει βέβαια να πραγματοποιείται με περιβαλλοντικά κριτήρια και να αντισταθμίζεται από την αντίστοιχη μείωση φορτίου που θα προκύψει χάρη στην ενεργειακή εξοικονόμηση σε κτήρια και εγκαταστάσεις.
Η συμπαραγωγή μονάδων βιομάζας από καύση ή/και αεριοποίηση ξυλώδους και αγρωστώδους βιομάζας αποτελεί ήδη για τη χώρα μας και θα αποτελέσει πολύ περισσότερο στα επόμενα χρόνια, μία διέξοδο αξιοποίησης των υπολειμμάτων αγροτικών καλλιεργειών, αλλά και των ενεργειακών καλλιεργειών ξυλώδους βιομάζας μικρού περίτροπου χρόνου (Short Rotation Coppice) σε οριακές γαίες. Με την κατάλληλη ενημέρωση, εκπαίδευση και συνεργασία, η πρακτική αυτή μπορεί να δώσει ένα επιπλέον κίνητρο και εισόδημα στον αγροτικό πληθυσμό.
Ως γνωστό η επεξεργασία υπολειμματικής και απόβλητης οργανικής βιομάζας για την παραγωγή βιοαερίου είναι ήδη μία διεθνώς διαδεδομένη πρακτική, η οποία και στη χώρα μας αναπτύσσεται με σταθερά βήματα τα τελευταία χρόνια. Αυτή η τάση, αναμένεται να συνεχιστεί εντονότερα στο κοντινό μέλλον. Η αναβάθμιση βιοαερίου, προερχόμενου από φυτική βιομάζα, αγροκτηνοτροφικά απόβλητα και βιοαπόβλητα της τροφικής αλυσίδας, σε ανανεώσιμο αέριο – βιομεθάνιο είναι το επόμενο τεχνολογικό βήμα προς θεσμική εφαρμογή (ήδη σε εφαρμογή σε πολλές χώρες της Ε.Ε.) που θα επιτρέψει και στη χώρα μας να «πρασινίσει» σταδιακά τα δίκτυα φυσικού αερίου και να παράγει το δικό της εγχώριο και ανανεώσιμο καύσιμο μεταφορών. Και μάλιστα, ταυτόχρονα, η τεχνολογία αυτή δίνει λύσεις σε χρόνια προβλήματα διαχείρισης οργανικών αποβλήτων, ενώ συγχρόνως παράγει οργανικά λιπάσματα και εδαφοβελτιωτικά, αποτελώντας την επιτομή της κυκλικής οικονομίας.
Επιπρόσθετα, ο μεσοπρόθεσμος σχεδιασμός θα αφορά στις υποδομές δημιουργίας και αποθήκευσης υδρογόνου ως το πιο περιβαλλοντικά φιλικό καύσιμο αλλά και μέσο αποθήκευσης μακράς διάρκειας και ταχείας εξυπηρέτησης της ηλεκτροκίνησης με αποθήκευση.
Ιδιαίτερα κρίσιμη και αναγκαία τα επόμενα χρόνια για την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής γεωργίας είναι η διάδοση της χρήσης σύγχρονων και «έξυπνων» τεχνολογιών για την εξοικονόμηση καυσίμων σε αγροτικά μηχανήματα και για τον έλεγχο και βελτιστοποίηση της γεωργικής παραγωγής και συγκομιδής. Με την παράλληλη αξιοποίηση όλων των ρευμάτων (waste streams) υπολειμματικής και απόβλητης βιομάζας αναμένεται να γίνουν τα κατάλληλα βήματα ώστε να μειωθεί το ανθρακικό αποτύπωμα της ελληνικής γεωργίας.
Τέλος, θα δοθεί μεγάλη έμφαση στην αύξηση ισχύος από ΑΠΕ αλλά με μέγιστη ενεργειακή αποδοτικότητα. Κατ’αυτόν τον τρόπο θα είναι δυνατός ο φιλόδοξος στόχος υποκατάστασης ηλεκτρικής παραγωγής ενέργειας από ΑΠΕ αλλά με την δυνατόν βέλτιστη σε μέγεθος ισχύ, ώστε να απορροφάται με ασφάλεια για το δίκτυο και επάρκεια για τον επενδυτή σε ημερήσια βάση.
Προς αυτήν την κατεύθυνση, σημαντικό ρόλο αναμένεται να παίξουν τα θαλάσσια αιολικά πάρκα, τα οποία αφενός μεν είναι ανταγωνιστικά πλέον, ως ισχύς μεγάλης ενεργειακής αποδοτικότητας έως και συντελεστού απόδοσης 55%-60%, με χαμηλό κόστος LCOE και απονεμόμενης ταρίφας μέσω διεθνών διαγωνισμών, αφετέρου αποτελούν μία μορφή ΑΠΕ που επιφέρει σημαντικότατη προστιθέμενη εγχώρια αξία. Μία προστιθέμενη αξία που σημειώνεται τόσο σε επίπεδο κατασκευής μέσω της απασχόλησης ναυπηγείων και βιομηχανιών μεταλλικών κατεργασιών, όσο και σε επίπεδο λειτουργίας με την απασχόληση εξειδικευμένου και άριστα καταρτισμένου δυναμικού τεχνικών.
Σε δεύτερη ανάγνωση, τα θαλάσσια αιολικά πάρκα αποτελούν τη πλήρη και βέλτιστη εκμετάλλευση των θαλάσσιων διασυνδέσεων που έγιναν και πρόκειται να γίνουν, αφού χερσαίες αιολικές εγκαταστάσεις μεγάλης ισχύος θα είναι δύσκολο περιβαλλοντικά να εγκριθούν πλησίον των θαλάσσιων κόμβων διασύνδεσης στον τουριστικό νησιωτικό χώρο του Αιγαίου. Παράλληλα, τα θαλάσσια αιολικά θα είναι σε θέση να ενισχύσουν τη γεωστρατηγική σημασία της χώρας σε επίπεδα εκμετάλλευσης της εμπορικής οικονομικής ζώνης των νησιών είτε εντός είτε εκτός των 6 μιλίων.
Κλείνοντας, και ειδικότερα σε ότι αφορά τον κλάδο βιοενέργειας, αξίζει να σημειώσουμε ότι όπου διεθνώς αξιοποιήθηκε ενεργειακά η βιομάζα, δεν έγινε αμιγώς στο πλαίσιο άσκησης ενεργειακής πολιτικής, αλλά κυρίως στην κατεύθυνση εξεύρεσης εναλλακτικών λύσεων για την αντιμετώπιση προβλημάτων στους τομείς της αγροτικής, δασικής, κτηνοτροφικής παραγωγής και της διαχείρισης αποβλήτων.
Για τον λόγο αυτό, είναι κεφαλαιώδους σημασίας να γίνει κατανοητό από όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, την πολιτική ηγεσία και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, ότι το πλαίσιο λειτουργίας της ενεργειακής αξιοποίησης βιομάζας συνοδεύεται από ουσιαστική επίλυση περιβαλλοντικών και κοινωνικών προκλήσεων και επομένως αντίστοιχης θεώρησης και αξιολόγησης σκοπιμότητας και βιωσιμότητας θα πρέπει να τυγχάνουν όλα τα projects βιοενέργειας. Η ίδια συναντίληψη θα πρέπει να διέπει εξίσου και την λογική τόσο του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας όσο και του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.
---------------------------------
Ο κ. Αντώνης Γερασίμου είναι Διπλ. Μηχονολόγος-Ηλεκτρολόγος Μηχανικός Ε.Μ.Π., MSc. Είναι πρόεδρος του Ομίλου ΙΤΑ και πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Ανάπτυξης Βιομάζας (ΕΛΕΑΒΙΟΜ)
Το άρθρο περιλαμβάνεται στο αφιέρωμα του energypress για το 2020